
Μ. Βακόνδιος στο “Π”: Μια νέα Ιστορία της Τέχνης
Του
ΜΑΝΟΥ ΒΑΚΟΝΔΙΟΥ
Διδάκτορα Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης
Την Παρασκευή 21 και το Σάββατο 22 Νοεμβρίου, η διημερίδα Ιστορίας της Τέχνης έλαβε χώρα στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (ΑΣΚΤ), με συνδιοργανωτές την Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης (ΕΕΙΤ) και την ΑΣΚΤ. Τα θέματα της διημερίδας ήταν δύο και αφορούσαν τη νέα έρευνα που γίνεται στην Ιστορία της Τέχνης στην Ελλάδα, ενώ το δεύτερο θέμα αφορούσε την Ιστορία της Τέχνης στα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (ΑΕΙ). Το γεγονός της σποραδικής οργάνωσης τέτοιων διημερίδων ήταν από μόνο του ικανό να προσελκύσει το ενδιαφέρον, με αποτέλεσμα το γεμάτο αμφιθέατρο της βιβλιοθήκης της ΑΣΚΤ να μην αποτελεί είδηση.
Όσον αφορά τις προοπτικές και τις προκλήσεις σχετικά με το μέλλον του πεδίου, άλλες ομιλίες έφεραν έναν αέρα αισιοδοξίας και άλλες πάφλαζαν στα νερά της νηφαλιότητας και της απαισιοδοξίας. Τα ζητήματα είναι πολλά και κανένας δεν μπορεί να το αμφισβητήσει αυτό. Αλλά ίσως και ο ίδιος πυρήνας του προβλήματος να αποτελεί και τον καθρέφτη της λύσης.
Η εικόνα που προκύπτει για την Ιστορία της Τέχνης στην Ελλάδα είναι σύνθετη: Υποστελέχωση πανεπιστημιακών τμημάτων, ελλιπείς πόροι και περιορισμένες υποδομές, σχεδόν αποκλειστικός προσανατολισμός στον 19ο και 20ό αιώνα, αδύναμες διασυνδέσεις με μουσεία και πολιτιστικούς φορείς, καθώς και χαμηλή θεσμική αναγνώριση του πεδίου. Το αποτέλεσμα είναι ένα γνωστικό αντικείμενο με ισχυρό επιστημονικό δυναμικό, αλλά χωρίς την υποστήριξη που χρειάζεται για να αναπτυχθεί ισότιμα με άλλα ευρωπαϊκά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα.
Εδώ ακριβώς είναι που σκέφτομαι την υποστελέχωση, την έλλειψη πόρων, την έλλειψη συνεργασιών, εδώ είναι που φαίνεται και η ίδια η προοπτική. Οι συνεργασίες μεταξύ διαφορετικών τμημάτων, ο συγκερασμός διαφορετικών προσεγγίσεων και η χρήση τεχνολογικών εργαλείων ενδεχομένως να αποτελέσει και το πρώτο σημαντικό βήμα στην προσέλκυση πόρων, όχι ως συντονισμένης επαιτείας, αλλά ως προσπάθεια ανάδειξης της σημασίας του πεδίου.
Οι συνεργασίες μεταξύ διαφορετικών τμημάτων ΑΕΙ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό είναι απαραίτητες για την προσέλκυση πόρων από εθνικές και ευρωπαϊκές πηγές. Οι πόροι αυτοί είναι ικανοί να στηρίξουν τη διεύρυνση του πεδίου της Ιστορίας της Τέχνης, με τη δημιουργία νέων ερευνητικών προγραμμάτων. Φυσικά, οι συνεργασίες κρίνονται απαραίτητες και για την επίτευξη της εξωστρέφειας, ως απαραίτητης συνθήκης για νέες μεθοδολογικές προσεγγίσεις.
Μιλώντας για διεύρυνση του πεδίου, δεν είναι δυνατόν να αποκλείσουμε τις νέες τεχνολογίες, οι οποίες δεν πρέπει να αποτελούν τον αυτοσκοπό, αλλά το εργαλείο επίτευξης του στόχου. Δεν πρόκειται, δηλαδή, να απορροφήσουν την Ιστορία της Τέχνης και τις επιστημολογικές αρχές της, εξυπηρετώντας δικούς τους σκοπούς ύπαρξης. Δεν πρόκειται να αντικαταστήσουν την επαφή με το ίδιο το έργο τέχνης, αλλά θα συνεισφέρουν στη συνδιαμόρφωση της διδασκαλίας και στη συμπαραγωγή της ερευνητικής γνώσης δημιουργώντας καινούργια ερωτήματα, διανοίγοντας καινούργια μονοπάτια. Κοινά ερευνητικά έργα, διατμηματικά μεταπτυχιακά και μαθήματα που ενώνουν θεωρία και τεχνολογία μπορούν να αναδείξουν ένα νέο, πιο ανοικτό μοντέλο ανάπτυξης.
Ο κοινός παρονομαστής των προκλήσεων είναι η έλλειψη μιας συνεκτικής πολιτικής, που να αναγνωρίζει την Ιστορία της Τέχνης ως βασικό και όχι περιφερειακό επιστημονικό πεδίο. Ο κοινός παρονομαστής των λύσεων είναι η δημιουργία ενός ανοικτού, βιώσιμου οικοσυστήματος συνεργασίας, συντονισμού και επένδυσης, που θα επιτρέψει στην Ιστορία της Τέχνης να αναπτυχθεί ισάξια μέσα στην ακαδημαϊκή και πολιτιστική ζωή της χώρας.