
Μ. Κρανίδης στο “Π”: Το Δημόσιο χρωστά δισ., αλλά βγάζει ακίνητα στο σφυρί
Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Η εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα στον τομέα των οφειλών προς το Δημόσιο προκαλεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές δικαιοσύνης για όλους. Από τη μία πλευρά, εκατομμύρια πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με τόκους, προσαυξήσεις, δεσμεύσεις λογαριασμών και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης. Από την άλλη, το ίδιο το κράτος εξακολουθεί να συσσωρεύει σημαντικές ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς πολίτες και επιχειρήσεις, χωρίς προσαύξηση ή επιβάρυνση.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του Δημοσίου προς ιδιώτες ανέρχονται σε περίπου 3,1 δισ. ευρώ, ενώ μαζί με τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων προσεγγίζουν τα 3,9 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ένα σημαντικό ποσό, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει πιέσεις και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αναζητούν ρευστότητα.
Την ίδια στιγμή, σχεδόν 4,8 εκατ. φορολογούμενοι εμφανίζονται να έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο. Πίσω από αυτόν τον αριθμό δεν βρίσκονται μόνο οι γνωστοί μεγάλοι οφειλέτες αλλά και χιλιάδες νοικοκυριά και επαγγελματίες που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις συνέπειες της πολυετούς οικονομικής κρίσης, της πανδημίας, της ενεργειακής ακρίβειας και της συνεχούς αύξησης του κόστους ζωής.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν οι αρχικές οφειλές επιβαρύνονται με τόκους και προσαυξήσεις, με αποτέλεσμα ένα διαχειρίσιμο χρέος να μετατρέπεται σε δυσβάστακτο βάρος. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι πολίτες βλέπουν το ποσό που οφείλουν να αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο, ενώ παραμένουν αντιμέτωποι με τον κίνδυνο κατασχέσεων, πλειστηριασμών και απώλειας περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν με κόπο δεκαετιών.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: Όταν το Δημόσιο καθυστερεί να εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις, ποιος το ελέγχει με την ίδια αυστηρότητα που εκείνο ελέγχει τους πολίτες; Ποιος του επιβάλλει συνέπειες ανάλογες με εκείνες που επιβάλλονται σε έναν φορολογούμενο, όταν δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του; Παρά τις επιμέρους παρεμβάσεις και τις κατά καιρούς ρυθμίσεις, η βασική εικόνα παραμένει ίδια: Εκατομμύρια οφειλέτες εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο χρεών και ένα κράτος που εξακολουθεί να απαιτεί περισσότερα από όσα είναι διατεθειμένο να προσφέρει σε όρους ισονομίας και συνέπειας.
Γι’ αυτό απαιτούνται άμεσες παρεμβάσεις. Πρώτον, πρέπει να μειωθούν ουσιαστικά οι τόκοι και οι προσαυξήσεις στις οφειλές προς το Δημόσιο, ώστε να πάψει η μετατροπή ενός αρχικού χρέους σε οικονομική καταδίκη χωρίς τέλος. Δεύτερον, πρέπει να θεσπιστεί ένα δίκαιο και αυτόματο σύστημα τόκων για τις καθυστερούμενες υποχρεώσεις του ίδιου του Δημοσίου προς πολίτες και επιχειρήσεις. Δεν μπορεί να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά: Αυστηρότητα για τον πολίτη και ανοχή για το κράτος. Η πραγματική κοινωνική δικαιοσύνη δεν μετριέται από το ύψος των πλεονασμάτων αλλά από την ταχύτητα με την οποία το κράτος εξοφλεί όσα οφείλει. Γι’ αυτό η πολιτική των μηδενικών ληξιπρόθεσμων οφειλών του Δημοσίου προς πολίτες και επιχειρήσεις πρέπει να γίνει εθνικός στόχος, ειδικά την εποχή των πλεονασμάτων.
Η είσπραξη των δημοσίων εσόδων είναι αναγκαία για τη λειτουργία του κράτους. Όμως, η αποτελεσματικότητα δεν μπορεί να υποκαθιστά τη δικαιοσύνη. Όταν το κράτος ζητά συνέπεια από τους πολίτες, οφείλει πρώτο να δίνει το παράδειγμα.