
Μ. Κρανίδης στο “Π”: Ελληνικό Δημόσιο: Ο πρωταθλητής των κενών ακινήτων
–Ο κοιμώμενος γίγαντας που αγνοεί την περιουσία του, ενώ η στεγαστική κρίση εντείνεται
Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Το Ελληνικό Δημόσιο, σε όλες τις μορφές του, είναι μακράν ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης ακινήτων στη χώρα, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και τον μεγαλύτερο πρωταθλητή κενών και αναξιοποίητων ακινήτων. Χιλιάδες κτίρια, διαμερίσματα, οικόπεδα, τουριστικές εκτάσεις και εγκαταλελειμμένες υποδομές παραμένουν κλειστά, ξεχασμένα ή σε πλήρη αχρηστία εδώ και δεκαετίες. Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι άλλο: Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, το ίδιο το κράτος δεν γνωρίζει με ακρίβεια ούτε πόσα ακίνητα διαθέτει ούτε ποια είναι η πραγματική τους κατάσταση και αξία.
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν πρόσφατα αποτυπώνουν το μέγεθος της παθογένειας. Για περίπου το 75% της δημόσιας ακίνητης περιουσίας δεν υπάρχει πλήρης καταγραφή, χαρτογράφηση και σχέδιο αξιοποίησης. Η εικόνα παραμένει κατακερματισμένη ανάμεσα σε υπουργεία, οργανισμούς, δήμους, δημόσιους φορείς και υπηρεσίες, χωρίς ενιαίο μητρώο και χωρίς μια κεντρική στρατηγική διαχείρισης. Πρόκειται για μια διαχρονική αποτυχία του κράτους, που στερεί δισεκατομμύρια ευρώ από την οικονομία και πολύτιμα εργαλεία κοινωνικής πολιτικής από την κοινωνία.
Το πρόβλημα αποκτά πλέον εκρηκτικές διαστάσεις λόγω της στεγαστικής κρίσης. Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο ακραίας πίεσης στην αγορά κατοικίας, με τα ενοίκια να αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα και χιλιάδες πολίτες να αδυνατούν να βρουν προσιτή στέγη. Και όμως η χώρα συνεχίζει να μη διαθέτει ένα συγκροτημένο μοντέλο κοινωνικής κατοικίας, χωρίς ούτε μία τέτοια κατοικία, παρά το γεγονός ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχουν αναπτύξει εδώ και δεκαετίες δημόσια αποθέματα κατοικιών.
Τα τελευταία 25 χρόνια, ελάχιστες ουσιαστικές ενέργειες έγιναν για τη δημιουργία ολοκληρωμένης στεγαστικής πολιτικής. Μετά την υποχώρηση του ΟΕΚ, η Ελλάδα ουσιαστικά εγκατέλειψε κάθε σοβαρή στρατηγική κοινωνικής κατοικίας. Τα προγράμματα που κατά καιρούς παρουσιάστηκαν είχαν περιορισμένο εύρος, αποσπασματικό χαρακτήρα και μικρή διάρκεια. Ακόμη και οι πιο πρόσφατες προσπάθειες της ΕΤΑΔ ή ορισμένων φορέων, όπως η ΔΥΠΑ, κινήθηκαν με αργούς ρυθμούς και χωρίς κεντρικό σχέδιο, με αποτέλεσμα να χαθεί ακόμη μία τετραετία χωρίς ουσιαστική πρόοδο.
Και όμως η αξιοποίηση των δημόσιων ακινήτων θα μπορούσε να αποτελέσει ίσως τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση του ελληνικού κράτους. Όχι μόνο γιατί θα απελευθέρωνε τεράστιες οικονομικές αξίες μέσω τουριστικών, επαγγελματικών και εμπορικών χρήσεων, αλλά γιατί θα μπορούσε να μετατραπεί σε πυρήνα μιας νέας πολιτικής στέγης, αποκέντρωσης και ανασυγκρότησης της χώρας.
Χιλιάδες ακίνητα σε μικρές πόλεις, νησιά και περιφερειακές περιοχές θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για προσιτή κατοικία, εγκατάσταση νέων οικογενειών, εργαζομένων ή δημόσιων λειτουργών, δημιουργώντας νέα οικονομική δραστηριότητα εκτός των υπερκορεσμένων αστικών κέντρων. Η αποκέντρωση και η κοινωνική κατοικία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τους δύο βασικούς πυλώνες για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος στην Ελλάδα.
Την ίδια στιγμή, το Ελληνικό Κτηματολόγιο προσθέτει συνεχώς νέα ακίνητα στη δημόσια περιουσία μέσω των ακινήτων «αγνώστου ιδιοκτήτη», που περνούν στο Δημόσιο επειδή δεν δηλώθηκαν εγκαίρως. Πρόκειται για χιλιάδες κατοικίες, αγροτεμάχια και εκτάσεις υψηλής αξίας που έρχονται να προστεθούν σε έναν ήδη τεράστιο αλλά ουσιαστικά αχαρτογράφητο δημόσιο πλούτο. Εκτιμώνται, δε, άνω του ενός εκατομμυρίου!
Το παράδοξο είναι πλέον εξόφθαλμο: Το κράτος αποκτά διαρκώς νέα ακίνητα, χωρίς να έχει οργανώσει ούτε τα ήδη υπάρχοντα. Και ενώ η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε κοινωνική βόμβα, η εγκατάλειψη της δημόσιας ακίνητης περιουσίας παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα και πιο διαχρονικά σκάνδαλα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.