Μ. Χριστοδουλάκης: «Η πυροπροστασία δεν μπορεί να εξαντλείται στη μετακύλιση της ευθύνης και του κόστους στους πολίτες»

Μ. Χριστοδουλάκης: «Η πυροπροστασία δεν μπορεί να εξαντλείται στη μετακύλιση της ευθύνης και του κόστους στους πολίτες»

Με επίκαιρη ερώτησή του προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, ο Βουλευτής Ανατολικής Αττικής του ΠΑΣΟΚ Μανώλης Χριστοδουλάκης ανέδειξε το ζήτημα της αποτελεσματικότητας του μέτρου του υποχρεωτικού καθαρισμού των οικοπέδων, της μετακύλισης του κόστους στους πολίτες και της συνολικής στρατηγικής πρόληψης των δασικών πυρκαγιών.

Κατά την τοποθέτησή του ξεκαθάρισε ότι η πρόληψη αποτελεί τον σημαντικότερο πυλώνα μιας αποτελεσματικής πολιτικής πυροπροστασίας. Ωστόσο, επισήμανε ότι η κυβέρνηση έχει επιλέξει να μεταφέρει ένα κρίσιμο μέρος της ευθύνης από την Πολιτεία στους πολίτες, αντί να ενισχύσει τον κεντρικό σχεδιασμό, τη Δασική Υπηρεσία και τους δήμους, που αποτελούν τους βασικούς φορείς της πρόληψης.

Ο κ. Χριστοδουλάκης υπογράμμισε ότι, με το κλείσιμο της πλατφόρμας, περίπου το 40% των υπόχρεων οικοπέδων εξακολουθεί να παραμένει ακαθάριστο ή αδήλωτο. Το στοιχείο αυτό, όπως τόνισε, γεννά εύλογα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της εφαρμοζόμενης πολιτικής και αναδεικνύει την ανάγκη επανεξέτασης της στρατηγικής που ακολουθεί η κυβέρνηση.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο σημαντικό οικονομικό βάρος που επωμίζονται οι πολίτες. Όπως ανέφερε, σύμφωνα με στοιχεία της ΠΟΜΙΔΑ, το κόστος καθαρισμού κυμαίνεται από 200 έως και 1.200 ευρώ, χωρίς να υπάρχει πλαφόν στις χρεώσεις, ουσιαστικοί έλεγχοι για την αποτροπή της αισχροκέρδειας ή ειδική μέριμνα για τις οικονομικά ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Ο Υπουργός απέφυγε να απαντήσει στο κρίσιμο αυτό ζήτημα. Παρά το γεγονός ότι τέθηκε με σαφήνεια το θέμα του υψηλού κόστους που επωμίζονται οι ιδιοκτήτες και ζητήθηκε η θέσπιση πλαφόν στις χρεώσεις και αυστηρών ελέγχων για την αντιμετώπιση φαινομένων αισχροκέρδειας, δεν υπήρξε καμία σχετική δέσμευση από την πλευρά της κυβέρνησης. Δεν δόθηκε καμία απάντηση για το πώς θα προστατευθούν οι πολίτες από τις ανεξέλεγκτες χρεώσεις, ούτε υπήρξε οποιαδήποτε πρόβλεψη για τη στήριξη όσων αδυνατούν να ανταποκριθούν στο αυξημένο κόστος.

Στη δευτερολογία του, ο βουλευτής Ανατολικής Αττικής υπογράμμισε ότι η ατομική ευθύνη μπορεί να λειτουργήσει μόνο ως το τελευταίο στάδιο μιας ολοκληρωμένης πολιτικής πρόληψης. Όπως τόνισε, η διαδικασία πρέπει να ξεκινά από το κράτος, να υποστηρίζεται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση και να καταλήγει στον πολίτη.

Αναφέρθηκε επίσης στην αντίφαση που δημιουργείται όταν επιβάλλονται αυστηρές υποχρεώσεις και πρόστιμα στους ιδιώτες, την ίδια ώρα που σημαντικές εκτάσεις δημόσιας περιουσίας παραμένουν ακαθάριστες, υπονομεύοντας τη συνολική αποτελεσματικότητα της πρόληψης.

Παράλληλα, ο κ. Χριστοδουλάκης ανέδειξε την απουσία οργανωμένου σχεδίου αποκομιδής της βιομάζας που προκύπτει από τους καθαρισμούς, με αποτέλεσμα μεγάλες ποσότητες εύφλεκτης ύλης να παραμένουν συγκεντρωμένες έξω από τα οικόπεδα, αυξάνοντας τον κίνδυνο αντί να τον μειώνουν.

Κλείνοντας, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, υπογράμμισε ότι η χώρα χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική πρόληψης: περισσότερους πόρους για την πρόληψη αντί για την καταστολή, ουσιαστική ενίσχυση της Δασικής Υπηρεσίας, στήριξη των δήμων με προσωπικό και χρηματοδότηση, αποτελεσματικούς ελέγχους στην αγορά υπηρεσιών καθαρισμού, πλαφόν στις χρεώσεις όπου απαιτείται, ειδική οικονομική μέριμνα για τους πιο ευάλωτους συμπολίτες και οργανωμένο σύστημα διαχείρισης της βιομάζας.

Ακολούθως μπορείτε να βρείτε την τοποθέτησή του:

Πρωτολογία:

«Κύριε Υπουργέ,

Η σημερινή μας συζήτηση αφορά το θέμα του καθαρισμού των οικοπέδων, που εντάσσεται στον συνολικό σχεδιασμό της πυροπροστασίας.

Πριν από δύο χρόνια, το 2024, έκανε μια επιλογή η κυβέρνηση, που αφορά πρακτικά τη μετάθεση της ευθύνης του καθαρισμού των οικοπέδων στους ιδιώτες.

Θέλω στην πρωτολογία μου να επισημάνω τρία στοιχεία εισαγωγικά για τη συζήτησή μας.

Το πρώτο αφορά τη δική μας διαφωνία επί της φυσιογνωμίας του μέτρου. Δηλαδή, πρακτικά, τη μετακύλιση της ευθύνης στο στοιχείο της ατομικότητας, όπως είναι, εξάλλου, και μια πάγια επιλογή της κυβέρνησης, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια.

Εμείς θεωρούμε ότι το κρίσιμο στοιχείο της πολιτικής προστασίας οφείλει να έχει κατά βάση και πρωτίστως κεντρική, κρατική, πολιτειακή ευθύνη και όχι απλώς να μεταφέρει και τη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητα, αλλά και την ευθύνη στον πολίτη, ίσως για να έχουμε κάποιον να εγκαλέσουμε στο τέλος της ημέρας. Με αυτό εμείς διαφωνούμε.

Το δεύτερο στοιχείο που θέλω να βάλω είναι το θέμα της αποτελεσματικότητας.

Είμαστε στην τρίτη χρονιά εφαρμογής του μέτρου και η λήξη της προθεσμίας υποβολής των ψηφιακών δηλώσεων για τα καθαρισμένα οικόπεδα ήταν στις 22 Ιουνίου, πριν από περίπου μία εβδομάδα.

Τα στοιχεία που έχουμε εμείς συλλέξει –δημοσιογραφικά φυσικά, θα με επιβεβαιώσετε αν αυτά ισχύουν– λένε ότι έχουμε ψηφιακές δηλώσεις 743.704 από ένα δυνητικό σύνολο υπόχρεων προς καθαρισμό οικοπέδων περίπου 1,2 εκατομμυρίων.

Αυτό δηλαδή λέει ότι το 40% των οικοπέδων, ακόμη και μετά το πέρας της προθεσμίας, στην τρίτη χρονιά εφαρμογής του μέτρου, δεν έχει καθαριστεί και σίγουρα δεν έχει δηλωθεί.

Αυτό, λοιπόν, για εμάς εγείρει ένα ζήτημα αποτελεσματικότητας του μέτρου, για το οποίο θα ήθελα και τη δική σας οπτική.

Το τρίτο στοιχείο, και κλείνω τον συλλογισμό μου στην αρχική εισαγωγική τοποθέτηση, αφορά το κόστος.

Δυστυχώς, η κυβέρνηση δεν έχει λάβει κανένα απολύτως μέτρο για να ελέγξει το πώς το κόστος αυτό μετακυλίεται στον ιδιώτη.

Ενδεικτικά, στοιχεία της ΠΟΜΙΔΑ λένε ότι το κόστος αυτό είναι από 200 έως 1.200 ευρώ για ένα πολύ μικρό έως ένα πιο μεγάλο οικόπεδο.

Δύο στοιχεία:

Δεν έχετε εισαγάγει πλαφόν, ώστε να μπορούμε να ρυθμίσουμε και να ελέγξουμε την αισχροκέρδεια, η οποία εργαλειοποιεί τις πάρα πολύ πιεστικές προθεσμίες.

Και δεν έχετε κάνει ειδικές προβλέψεις για οικονομικά ευάλωτες ομάδες.

Πρακτικά, μιλάμε για έναν έμμεσο φόρο πυροπροστασίας.

Άρα, η ερώτησή μου είναι απλή:

Κατά πόσον, δεδομένης της προβληματικής φυσιογνωμίας και της μετακύλισης ενός μεγάλου βάρους του κόστους, χωρίς καμία απολύτως ρύθμιση στον ιδιώτη, θεωρείτε ότι τα στοιχεία του 40% ακαθάριστων οικοπέδων σήμερα καθιστούν το μέτρο αποτελεσματικό»;

Δευτερολογία:

«Κύριε Υπουργέ,

Καταρχάς, ευχαριστώ πολύ για την παρουσία και την απάντησή σας.

Ξεκινήσατε με μια αναφορά στην πρόληψη, με την οποία, ως υπέρτιτλο, θα συμφωνήσω απόλυτα, καθώς η δική μας οπτική είναι ακριβώς ότι το στοιχείο της πρόληψης είναι καθοριστικό για να μπορέσουμε να έχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα όσον αφορά τη συνολική πολιτική πυροπροστασίας.

Αυτό που, για εμάς, ίσως λείπει από το στοιχείο της πρόληψης είναι μια νέα ανακατανομή των πόρων.

Είναι βαθιά προβληματικό το 80-20 που ισχύει σήμερα μεταξύ καταστολής και πρόληψης. Κατά τη δική μας οπτική, θα έπρεπε αυτό να συγκλίνει στο 60-40 ή ακόμη και στο 50-50.

Απαιτείται μια πολύ καλύτερη αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών και, σίγουρα, η ενίσχυση της Δασικής Υπηρεσίας, η οποία οφείλει να έχει τον συντονισμό όλων αυτών των δράσεων πρόληψης.

Αλλά κλείνω το κομμάτι αυτό εδώ.

Κάνατε μια αναφορά στην ατομική ευθύνη. Θα πιαστώ από το τελευταίο που είπατε, όπου επίσης θα συμφωνήσω.

Λέγοντας όμως το εξής:

Πολύ σωστά, η συνολική διαδικασία του σχεδιασμού και της πρόληψης ξεκινάει από το κράτος, οφείλει να συνοδεύεται από τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και, φυσικά, στο τέλος να καταλήγει και στον ίδιο τον πολίτη.

Το μόνο που θα έβαζα ως αστερίσκο είναι να γίνεται με αυτή τη σειρά και όχι με την αντίστροφη.

Γιατί πολλές φορές εμείς, ως υποκειμενικοί και κακοπροαίρετοι, θα μπορούσε να πει κανείς, αισθανόμαστε ότι υπάρχει η πρόθεση να μετακυλίεται το μπαλάκι απλώς στον πολίτη, για να μπορούμε μετά να πούμε ότι, για μια αποτυχημένη διαχείριση στο θέμα της πυροπροστασίας, δεν φταίει ο κεντρικός σχεδιασμός ή το έλλειμμα ακριβώς αυτής της πρόληψης, αλλά μπορεί να φταίει ο κακός ιδιώτης που δεν καθάρισε ποτέ το οικόπεδό του.

Έκανα στην πρωτολογία μου μια αναφορά στο θέμα της φυσιογνωμίας, της ατομικής ευθύνης.

Αναφέρθηκα και προηγουμένως.

Έκανα μια αναφορά στο θέμα της αποτελεσματικότητας, το οποίο παρακαλώ να μου το σχολιάσετε, γιατί εξακολουθεί να υπάρχει το κενό του 40% των οικοπέδων για το τρίτο έτος εφαρμογής του μέτρου της πυροπροστασίας και του καθαρισμού των οικοπέδων, το οποίο, κατά τη δική μας οπτική, είναι πάρα πολύ υψηλό νούμερο.

Έκανα μια αναφορά στο κόστος και στην ελλειμματική πολιτική της κυβέρνησης για τη ρύθμιση αυτού προς όφελος, τουλάχιστον, εκείνων που το έχουν ανάγκη, καθώς και στη ρύθμιση της αγοράς, ώστε να μην υπάρχει κάποιος ο οποίος, εκμεταλλευόμενος τις αυστηρές προθεσμίες, θα αισχροκερδεί σε βάρος των πολιτών, οι οποίοι υποχρεούνται να υλοποιήσουν μια κυβερνητική επιταγή, ανεξάρτητα από την οπτική με την οποία την αξιολογεί ο καθένας.

Θέλω να προσθέσω δύο στοιχεία ακόμη.

Το ένα στοιχείο έχει να κάνει με το πώς διαχειριζόμαστε –ή, καλύτερα, διαχειρίζεστε ως κυβέρνηση– το θέμα της δημόσιας περιουσίας.

Γιατί υπάρχει μια υποκριτική αντίφαση: να μετακυλίουμε το βάρος της υποχρεωτικότητας, ορθώς πιθανώς, και της ευθύνης που αφορά τον καθαρισμό των ιδιωτικών οικοπέδων στον πολίτη, με πολύ αυστηρές προθεσμίες και πρόστιμα, την ίδια ώρα που η δημόσια περιουσία παραμένει παντελώς ακαθάριστη και, άρα, πρακτικά καθιστά εντελώς αναποτελεσματική και την ίδια τη συμβολή και τη συνεισφορά του πολίτη σε αυτή τη διαδικασία.

Αυτό είναι το ένα.

Το δεύτερο στοιχείο που θέλω να βάλω στη συζήτησή μας αφορά τον μη συντονισμένο τρόπο με τον οποίο δεν γίνεται, ενώ θα έπρεπε να γίνεται, η αποκομιδή της βιομάζας.

Γιατί, καλώς, πολλές φορές οι πολίτες καθαρίζουν τα οικόπεδά τους, αλλά αυτό έχει ως αποτέλεσμα τελικά να μαζεύεται ένας τεράστιος όγκος βιομάζας έξω από το οικόπεδό τους, ο οποίος, δυστυχώς, δεν συλλέγεται με συντεταγμένο τρόπο από την Πολιτεία ή από την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Κλείνοντας, θα ήθελα να συνοψίσω τη δική μας οπτική.

Το πρώτο αφορά τη μεγάλη εικόνα της πρόληψης, που συνδέεται με τη Δασική Υπηρεσία και την ενίσχυσή της.

Το δεύτερο αφορά το πώς δεν υποστηρίζονται οι δήμοι με πόρους και τεχνικό προσωπικό, ώστε να μπορούν οι ίδιοι να επιτελούν τις εργασίες αυτές.

Συνοδευτικά με αυτά, υπενθυμίζω την ανάγκη για πλαφόν στην αγορά και ελέγχους, ώστε να εξαλειφθεί η αισχροκέρδεια, την ανάγκη για ειδική οικονομική στήριξη των πιο ευάλωτων και οικονομικά ασθενέστερων συμπολιτών μας στη διαδικασία αυτή και, τέλος, την οργάνωση του τρόπου αποκομιδής της βιομάζας που παράγεται από τη διαδικασία του καθαρισμού των οικοπέδων».