Λ. Στάμος στο “Π”: «Νόμος Κατσέλη» και ΟλΑΠ 6/2026: Η ευνοϊκή κρίση που αφήνει μετέωρο το δύσκολο ερώτημα

Λ. Στάμος στο “Π”: «Νόμος Κατσέλη» και ΟλΑΠ 6/2026: Η ευνοϊκή κρίση που αφήνει μετέωρο το δύσκολο ερώτημα

Του
ΛΕΩΝΙΔΑ ΣΤΑΜΟΥ
Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω


Με την υπ’ αριθ. 6/2026 απόφασή της, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε κατά πλειοψηφία ότι στις ρυθμίσεις διάσωσης κύριας κατοικίας του ν. 3869/2010 («νόμος Κατσέλη») ο τόκος υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνόλου του κεφαλαίου. Πρόκειται για λύση ευνοϊκή για τους δανειολήπτες, που περιορίζει αισθητά το τελικό κόστος της ρύθμισης. Κατά την εκτίμησή μου, όμως, ο τίτλος της απόφασης κρύβει ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα από αυτό που φαίνεται να λύνει.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι το «επί δόσης ή επί κεφαλαίου» –αυτό κρίθηκε–, αλλά το αν η κρίση καταλαμβάνει τις ήδη εκδοθείσες ρυθμίσεις και, αν ναι, με ποιο εύρος. Και εδώ η απόφαση είναι, κατά τη γνώμη μου, εσκεμμένα ή όχι, αμφίσημη.

Η ουσιαστική βάση της λύσης είναι ισχυρή. Το ποσό που εξυπηρετείται στο άρθρο 9 παρ. 2 δεν είναι δανειακό κεφάλαιο που εκταμιεύθηκε, είναι το τίμημα διάσωσης της κατοικίας – έως το 85% της αξίας της. Ο νόμος ορίζει μόνο το επιτόκιο (οροφή) και τη διάρκεια, τη βάση υπολογισμού δεν την ορίζει πουθενά. Υπάρχει, δηλαδή, γνήσιο ερμηνευτικό κενό, που η πλειοψηφία πλήρωσε τελολογικά υπέρ του οφειλέτη, αρνούμενη να μεταχειριστεί το τίμημα «εν είδει νέου προϊόντος δανείου».

Δεν θα ήμουν ειλικρινής αν δεν αναγνώριζα ότι η μειοψηφία —δώδεκα μέλη— έχει το τεχνικά αρτιότερο επιχείρημα: Ο όρος «τοκοχρεωλυτική εξόφληση» παραπέμπει σε τόκο επί φθίνοντος κεφαλαίου, όπως σε στεγαστικό. Είναι, άλλωστε, η ανάγνωση που –όπως ομολογεί και η ίδια η πλειοψηφία– είναι η αναμενόμενη τραπεζικά. Όμως, στηρίζεται σε ένα και μόνο επίθετο, η μόνη ρητή αναφορά στη «συνολική οφειλή» αφορά τη διάρκεια, όχι τη βάση.

Το πιο ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι το δικονομικό. Η υπόθεση έφτασε στην Ολομέλεια ως ερμηνεία απόφασης (άρθρο 316 ΚΠολΔ), μέσω πιλοτικής δίκης. Αυτό είναι δίκοπο. Το 316 ασκείται χωρίς χρονικό περιορισμό, άρα δίνει λαβή για τις παλαιές υποθέσεις. Είναι όμως εξατομικευμένο, προϋποθέτει ασάφεια της κάθε συγκεκριμένης απόφασης και δεν αλλάζει το διατακτικό. Δεν είναι, δηλαδή, εργαλείο αυτόματης, οριζόντιας εφαρμογής.

Εδώ εντοπίζω τον πυρήνα της αστάθειας – έναν διπλό δεσμό. Αν διαβάσουμε την 6/2026 ως ερμηνεία του ίδιου του άρθρου 9 παρ. 2 (όπως άλλωστε λέει το διατακτικό της), τότε ακτινοβολεί σε κάθε ανοικτή υπόθεση, πλην όμως, δικαιώνεται η μειοψηφία των τεσσάρων, που έκρινε το ερώτημα απαράδεκτο, αφού το 316 ερευνά τη βούληση του δικαστή, όχι το νόημα του νόμου. Αν, αντιθέτως, τη διαβάσουμε ως ερμηνεία μίας μόνο απόφασης, τότε είναι μεν νόμιμη υπό το 316, αλλά εγκλωβισμένη στη συγκεκριμένη υπόθεση. Όσο ευρύτερη η εμβέλεια τόσο ασθενέστερο το παραδεκτό, όσο νομιμότερο το παραδεκτό τόσο στενότερη η εμβέλεια.

Θα προχωρήσω σε μια εκτίμηση που ξεφεύγει από το αυστηρά νομικό: Έχω την υποψία ότι η Ολομέλεια έδωσε ένα δημοφιλές, φιλοκαταναλωτικό αποτέλεσμα, αποφορτίζοντας εν μέρει την κοινωνική πίεση, αλλά μέσα από ένα τόσο εύθραυστο δικονομικό όχημα, ώστε να αφήσει ανέπαφο το πραγματικά βαρύ ζήτημα: την αναδρομική εμβέλεια. Ένα «δώρο» που στον τίτλο φαίνεται γενναιόδωρο, στην πράξη, όμως, αναβάλλει τη δύσκολη απόφαση.

Πρακτικά, η διάκριση που μετράει δεν είναι «παλαιά ή νέα» αλλά «ανοικτή ή τελεσίδικη». Στις εκκρεμείς υποθέσεις η κρίση λειτουργεί ήδη ως αυθεντία επί του άρθρου 9 παρ. 2, στις τελεσίδικες προσκρούει στο δεδικασμένο. Όχημα για τις παλιές, εφόσον η απόφαση είναι ασαφής, η αίτηση ερμηνείας του 316, αλλιώς, η ανακοπή κατά της εκτέλεσης ή η αγωγή αχρεωστήτου. Και πάντως η κρίση αφορά αποκλειστικά τη ρύθμιση κατοικίας του άρθρου 9 παρ. 2, όχι την κοινή ρύθμιση χρεών του άρθρου 8, όπου οι καταβολές είναι άτοκες.

Συνολικά, η 6/2026 είναι μια απόφαση που στον πυρήνα της δικαιώνει τον δανειολήπτη, αλλά αφήνει το αποφασιστικό ερώτημα μετέωρο. Οι δανειολήπτες θα την επικαλεστούν ως δηλωτική ερμηνεία του νόμου με καθολική ισχύ, οι τράπεζες ως απόφανση περιορισμένης, ειδικής εμβέλειας. Με δεδομένη αυτήν την εγγενή αντίφαση και τη βεβαιότητα ότι η οικονομική διακύβευση θα ωθήσει την υπόθεση ξανά ψηλά, το μόνο που μπορώ να προβλέψω με σχετική ασφάλεια είναι μια μάλλον αναπόφευκτη, νέα κρίση στην κορυφή.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ