
Κοντά σε δύο συλλήψεις η Αστυνομία
Η τυφλή βία που ντύνεται με τον μανδύα της ιδεολογικής παρέμβασης έχει αποδείξει πολλές φορές στο παρελθόν ότι το μόνο που καταφέρνει είναι να σκορπά τον τρόμο και να καταστρέφει ανυποψίαστες ζωές.
Η πρόσφατη τριπλή εμπρηστική επίθεση με γκαζάκια στη Θεσσαλονίκη, η οποία στοίχισε τη ζωή σε μια 72χρονη γυναίκα, τη Βάγια Νέστορα, και προκάλεσε τον τραυματισμό άλλων τεσσάρων ανθρώπων, αποτελεί ένα ακόμη αποτρόπαιο δείγμα αυτής της πραγματικότητας.
Μια τέτοια ενέργεια προκαλεί τον αποτροπιασμό κάθε σώφρονος ανθρώπου, καθώς μια ηλικιωμένη γυναίκα βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στο ίδιο της το σπίτι, θύμα μιας τυφλής και δολοφονικής επίθεσης, που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από κανένα απολύτως αφήγημα.
Οι τελευταίες πληροφορίες αφήνουν μια χαραμάδα αισιοδοξίας για την απόδοση δικαιοσύνης, καθώς οι Αρχές φαίνεται να βρίσκονται πολύ κοντά στη σύλληψη δύο εκ των δραστών, αφού μέσα από την ανάλυση βιντεοληπτικού υλικού και κρίσιμων ευρημάτων, όπως υπολείμματα μονωτικής ταινίας στους μηχανισμούς, οι υπαίτιοι έχουν ήδη μερικώς ταυτοποιηθεί.
Αν γυρίσουμε το ρολόι του χρόνου λίγα χρόνια πίσω, θα συνειδητοποιήσουμε ότι η χρήση των εμπρηστικών μηχανισμών με γκαζάκια αποτελεί μια διαχρονική πληγή για την εγχώρια τρομοκρατία και το πολιτικό περιθώριο.
Αυτό που ξεκίνησε πριν από δεκαετίες ως μια μορφή χαμηλής έντασης ακτιβισμού ή συμβολικής πίεσης εξελίχθηκε σε μια άκρως επικίνδυνη τακτική με απρόβλεπτες συνέπειες.
Οργανώσεις όπως η «Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς», στα πρώτα της βήματα, αλλά και δεκάδες άλλες, βραχύβιες συλλογικότητες, με βαρύγδουπα ονόματα, χρησιμοποίησαν κατά κόρον αυτούς τους μηχανισμούς.
Στόχοι τους υπήρξαν πολιτικά γραφεία, υποκαταστήματα τραπεζών, αυτοκίνητα διπλωματών, ακόμα και σπίτια δημοσιογράφων ή δικαστικών λειτουργών.
Κάνοντας έναν απολογισμό των πιο σοβαρών επιθέσεων των τελευταίων ετών, δεν μπορεί κανείς να ξεχάσει το μπαράζ συντονισμένων χτυπημάτων που συγκλόνισε την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη σε περιόδους έντονης πολιτικής και κοινωνικής πόλωσης.
Μόνο την τελευταία πενταετία, έχουν καταγραφεί δεκάδες επιθέσεις σε εισόδους πολυκατοικιών όπου διέμεναν πολιτικά πρόσωπα, με τις φλόγες πολλές φορές να επεκτείνονται στους ορόφους και να απειλούν άμεσα τις ζωές ολόκληρων οικογενειών.
Η λογική του «χτυπάμε το σύστημα» μετατράπηκε γρήγορα σε «τοποθετούμε βόμβες σε πυλωτές», αδιαφορώντας πλήρως για το γεγονός ότι από πάνω κοιμούνται παιδιά, ηλικιωμένοι και εργαζόμενοι, που δεν έχουν καμία σχέση με τις ιδεολογικές εμμονές των δραστών.
Η τραγωδία στη Θεσσαλονίκη έρχεται να προστεθεί σε μια μαύρη λίστα, όπου το τυχαίο γεγονός παύει να είναι δικαιολογία. Όταν επιλέγεις να τοποθετήσεις έναν εμπρηστικό μηχανισμό σε μια κατοικημένη πολυκατοικία τα ξημερώματα, αποδέχεσαι πλήρως το ενδεχόμενο να προκαλέσεις θύματα.
Ο θάνατος της άτυχης ηλικιωμένης γυναίκας δεν ήταν ένα ατυχές περιστατικό αλλά η νομοτελειακή κατάληξη μιας πρακτικής που φλερτάρει ανοιχτά με το έγκλημα. Η κοινωνία παρακολουθεί παγωμένη αυτές τις εξελίξεις, απαιτώντας το αυτονόητο, δηλαδή την πλήρη εξάρθρωση αυτών των πυρήνων που, με το πρόσχημα της αντίστασης, σπέρνουν τον θάνατο.
Η μερική ταυτοποίηση των δραστών της πρόσφατης επίθεσης αποτελεί ένα σημαντικό βήμα, όμως η ρίζα του προβλήματος παραμένει βαθιά.
Το μήνυμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο και ενιαίο από ολόκληρο τον πολιτικό και κοινωνικό ιστό: Η βία δεν έχει αποχρώσεις και ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτος.