
Κολλημένη στη λάθος τακτική έναντι της Άγκυρας η κυβέρνηση
–Ο «ΦΟΒΟΣ» ΤΗΣ ΕΝΤΑΣΗΣ ΣΕ ΠΡΟΕΚΛΟΓΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ
Επιμένει στο λάθος η κυβέρνηση και αρνείται να δει τη σκληρή πραγματικότητα στα ελληνοτουρκικά, προκειμένου φυσικά να αποφύγει και την ανάληψη των ευθυνών που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση.
H Τουρκία, με προσεκτικά μελετημένα βήματα, θέτει επί του πεδίου τις αξιώσεις της έναντι της Ελλάδας και την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας, θέλοντας να δοκιμάσει την αξιοπιστία των ελληνικών κινήσεων για τα θαλάσσια πάρκα, τον χωροταξικό σχεδιασμό για τον τουρισμό και τις ΑΠΕ. Κινήσεις οι οποίες, βεβαίως, ουδέποτε προώθησαν τις ελληνικές αξιώσεις στην ΑΟΖ / υφαλοκρηπίδα, αλλά εκτείνονταν εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Η Αθήνα, η οποία μάλιστα δηλώνει ότι προστατεύει τα εθνικά συμφέροντα, δεν έχει τολμήσει όχι μόνο να ασκήσει το δικαίωμα για επέκταση των χωρικών υδάτων νότια της Κρήτης, αλλά ούτε και στην περιοχή της κηρυγμένης ΑΟΖ με την Αίγυπτο, ανατολικά των νησιών Ρόδου, Καρπάθου, Κάσου και Κρήτης.
Το μόνο που έχει κάνει η κυβέρνηση ήταν να συμπεριλάβει γενικώς στα χωροταξικά σχέδια ορισμένες νησίδες ακόμη και στο κέντρο του Αιγαίου, ανατολικά της Αμοργού, τις οποίες η Τουρκία θεωρεί «γκρίζες ζώνες».
Ακόμα και αυτό, δηλαδή η στοιχειώδης άσκηση κυριαρχίας πλέον και όχι απλώς κυριαρχικών δικαιωμάτων, αρκούσε για να προκαλέσει την εντονότατη αντίδραση της Τουρκίας, η οποία εκφράσθηκε και σε πολιτικό επίπεδο αλλά και στην πράξη, με την κήρυξη των δύο «θαλάσσιων πάρκων» σε διεθνή ύδατα, σε περιοχή της δυνητικής ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Η πολιτική των «ήρεμων νερών», όπως δηλώνουν τώρα και η κυβέρνηση και ο ΥΠΕΞ Γιώργος Γεραπετρίτης, δεν ήταν αυτοσκοπός ούτε ο στόχος, αλλά το μέσο για να υπάρξει ένα κλίμα ηρεμίας και οι δύο χώρες να συζητήσουν το μείζον θέμα της οριοθέτησης. Δυστυχώς, όμως, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, τα «ήρεμα νερά» διέτρεξαν όλη τη φιλοσοφία της ασκούμενης εξωτερικής πολιτικής, με σοβαρές συνέπειες.
Η δήθεν αυτοσυγκράτηση που επιβλήθηκε, προκειμένου να μη διαταραχθούν τα «ήρεμα νερά» και η Διακήρυξη της Μαδρίτης, επρόκειτο ουσιαστικά για υποχώρηση από την άσκηση συγκεκριμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Όλο αυτό το μεγάλο διάστημα, η κυβέρνηση απέφυγε δήθεν να προκαλέσει την Τουρκία, βάζοντας στο ράφι την επέκταση των χωρικών υδάτων τουλάχιστον νότια της Κρήτης αλλά και στην περιοχή της οριοθετημένης με την Αίγυπτο ΑΟΖ. Η αδράνεια αυτή, δυστυχώς, έρχεται να επιβεβαιώσει την ερμηνεία που δίνει η Τουρκία στη Διακήρυξη της Μαδρίτης, ότι συνεπάγεται, δηλαδή, την υπαναχώρηση της Ελλάδας από την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χωρίς την έγκριση και τη συναίνεση της Τουρκίας.
Τώρα, η κυβέρνηση, σοβαρά εκτεθειμένη, επιμένει ότι ο διάλογος με την Τουρκία δεν διακόπτεται, με στόχο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας / ΑΟΖ.
Το ερώτημα είναι: Σε ποιον διάλογο αναφέρεται η κυβέρνηση; Σε αυτόν που γινόταν επί 20 χρόνια μέσω των διερευνητικών επαφών, που ξεκίνησαν με κυβέρνηση Σημίτη και ΥΠΕΞ τον Γιώργο Παπανδρέου και συνεχίστηκαν από όλες τις μετέπειτα κυβερνήσεις, ακόμη και αυτές του Αντώνη Σαμαρά και του Αλέξη Τσίπρα; Ή μήπως στον διάλογο Γεραπετρίτη – Φιντάν, που κατέρρευσε ήδη από τις πρώτες συναντήσεις, λόγω της επιδίωξης της Τουρκίας να επιβάλει στην ατζέντα του διαλόγου θέματα όπως οι «γκρίζες ζώνες», η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, η θεωρία περί διαμοιρασμού του Αιγαίου μέχρι τον 25ο μεσημβρινό, η αφαίρεση κάθε δικαιώματος των νησιών σε θαλάσσιες ζώνες αλλά και το casus belli, με την «απαγόρευση» εκ μέρους της Τουρκίας όσον αφορά την επέκταση των χωρικών υδάτων έως στα 12 ν.μ.;
Η κυβέρνηση συνεχίζει να ζει την αυταπάτη της ή –το πιο πιθανό– να κάνει την «ανάγκη φιλοτιμία», διαπιστώνοντας ότι τα τελευταία αυτά χρόνια η Τουρκία έχει γιγαντωθεί, έχει ενισχυθεί στρατιωτικά και διπλωματικά και διέρχεται μία από τις καλύτερες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας της.
Η Ευρώπη, με σοκαριστικό τρόπο, εκλιπαρεί για καλές σχέσεις με τον Ερντογάν. Ο Πρόεδρος Τραμπ εκφράζει τον θαυμασμό του για την Τουρκία και, μέσω του πρέσβη του στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, της δίνει άλλοθι και κίνητρο για την επεκτατική πολιτική της στην περιοχή.
Η Τουρκία έχει αποκαταστήσει τις σχέσεις της με τον Αραβικό Κόσμο, έστησε τη συμμαχία με τη Σαουδική Αραβία και βρίσκεται σε προχωρημένες συνομιλίες με την Αίγυπτο για την εμπέδωση των στρατηγικών σχέσεων. Στη Λιβύη, πλέον, έχει αποκαταστήσει πλήρως τις σχέσεις και με την πλευρά Χάφταρ, επενδύοντας έτσι στην επόμενη ημέρα της Λιβύης, ώστε να διατηρήσει την ισχυρή επιρροή στη χώρα και να κρατήσει επίσης ζωντανό το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Δυστυχώς, αυτό που σφραγίζει την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης είναι ο «φόβος» έναντι της Τουρκίας. Και αν στο παρελθόν πολλοί θεωρούσαν ότι μια έστω και μικρή κρίση με την Τουρκία θα ήταν «πλεονέκτημα» για την κυβέρνηση, τώρα, πλέον, σε μια δύσκολη προεκλογική χρονιά και έχοντας απέναντί της το «δέος» του Αντώνη Σαμαρά, απλώς προσπαθεί –συνεχίζοντας το ίδιο λάθος– να λειτουργήσει κατευναστικά προς την Άγκυρα.
Προφανώς, θα γίνουν όλες οι διπλωματικές κινήσεις που απαιτούνται: Ενημέρωση στην ΕΕ, διακριτικά διαβήματα προς τις ΗΠΑ. Όμως είναι σαφές ότι τίποτα από αυτά δεν μπορεί να σταματήσει την επεκτατική πολιτική της Τουρκίας.
Η κυβέρνηση έχει μπροστά της δύο κρίσιμες δοκιμασίες, που αφορούν, όμως, την ίδια την αξιοπιστία της χώρας και τη δυνατότητά της να στείλει το μήνυμα ότι δεν είναι κράτος περιορισμένης κυριαρχίας, αλλά ασκεί πλήρως τα κυριαρχικά δικαιώματά του.
Η έκδοση των NAVTEXs για την επανέναρξη των εργασιών για το καλώδιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κρήτης – Κύπρου θα είναι το πρώτο τεστ. Πολλοί ήδη έχουν αρχίσει να σπρώχνουν το σενάριο ότι πλέον, αφού θα εκπροσωπείται γαλλική εταιρεία, η Ελλάδα δεν θα έχει ευθύνη εάν η εταιρεία ζητήσει την έκδοση NAVTEX και από την Τουρκία. Εάν συμβεί αυτό, θα πρόκειται περί καθαρής νίκης της Άγκυρας, καθώς θα αμφισβητήσει, και μάλιστα με γαλλική στήριξη, τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και την ελληνική οριοθετημένη ΑΟΖ ανατολικά της Κάσου.
Το επόμενο τεστ είναι όταν αποφασισθεί η υλοποίηση των χωροταξικών σχεδιασμών για τουρισμό και ΑΠΕ, καθώς και για το θαλάσσιο πάρκο, σε βραχονησίδες που η Τουρκία θεωρεί «γκρίζες ζώνες». Και, τέλος, μία ακόμα σκληρή δοκιμασία θα είναι όταν η Τουρκία εφαρμόσει στην πράξη και επιβάλει περιορισμούς σε δραστηριότητες όπως η αλιεία και η θαλάσσια έρευνα στα τμήματα των διεθνών υδάτων τα οποία συμπεριέλαβε αυθαίρετα στα θαλάσσια πάρκα.
Ο κ. Γεραπετρίτης, σε συνέντευξή του στο Open, δήλωσε ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να στείλει και φρεγάτες και F-16, αν χρειαστεί… Είναι κάτι που θα αποδειχθεί στην πράξη. Χωρίς, βεβαίως, να παραγνωρίζουμε ότι έξυπνη διπλωματία είναι η προώθηση των θέσεων και των συμφερόντων της χώρας πριν φτάσει στα πρόθυρα μιας θερμής σύγκρουσης, η οποία, με τα σημερινά δεδομένα, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα βλάψει ή θα εμποδίσει την Τουρκία να επιτύχει τους στόχους της.
Φωτό: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI