
Κεφαλονιά: Πόσο… τυφλή είναι η Δικαιοσύνη;
Tην προπερασμένη Κυριακή, την ώρα που οι παλιότεροι κάτοικοι της Κεφαλονιάς σε ορισμένες περιοχές, όπως στην Αγία Ειρήνη, έκαναν την παραδοσιακή λειτουργία, σε μνήμη του μεγάλου σεισμού του 1953, και το μνημόσυνο όσων χάθηκαν εκείνη την αποφράδα μέρα, μόλις τελείωνε η αρτοκλασία, είδαν στα απέναντι βουνά, προς το Μαρκόπουλο, να ξεπηδούν γιγάντιες φλόγες. Ο αέρας φυσούσε δυνατά και η ανησυχία έφτασε στα όρια του πανικού.
Μία ακόμα πυρκαγιά απειλούσε το νησί τους.
Τελικά, οι δυνάμεις πυρόσβεσης κατάφεραν και έλεγξαν τη φωτιά και ο κίνδυνος πέρασε, ωστόσο τίποτα δεν είναι σίγουρο πλέον για όλη την Ελλάδα, μετά τα όσα προέκυψαν στη συνέχεια.
Γιατί, όπως αποκάλυψε η έρευνα του Ανακριτικού Τμήματος της Πυροσβεστικής, υπεύθυνος για τη φωτιά ήταν ένας 44χρονος, ο οποίος ομολόγησε ότι εκείνος την προκάλεσε, και μάλιστα ηθελημένα, όχι δηλαδή κατά λάθος.
Όταν προσήχθη στην Ασφάλεια, αποκαλύφθηκε ότι ο συγκεκριμένος έχει κατηγορηθεί και άλλες φορές για εμπρησμό, και μάλιστα είχε εκτίσει και ποινή φυλάκισης!
Και όμως αυτός ο άνθρωπος κυκλοφορούσε ελεύθερος και έβαζε φωτιές.
Η αλήθεια είναι πως ο νομοθέτης δεν μπορεί να φανταστεί ότι κάποιος θέλει να βάζει φωτιές από συνήθεια, οπότε δεν υπάρχει πρόβλεψη γι’ αυτήν την περίπτωση. Εδώ η Δικαιοσύνη σηκώνει τα χέρια.
Ο δράστης είχε κάνει εμπρησμό, είχε καταδικαστεί και, αφού αποφυλακίστηκε, κυκλοφορούσε ελεύθερος. Τι θα μπορούσε να κάνει η Δικαιοσύνη; Πόσα χρόνια φυλακή να βάλει σε κάποιον που κάνει εμπρησμό; Δύο, τρία, κάποτε θα βγει και θα κυκλοφορεί ανάμεσά μας. Πού να φανταστεί ο νομοθέτης πως, μόλις βγει από τη φυλακή, θα ξαναβάλει φωτιά;
Εδώ, λοιπόν, έχουμε μια νέα συνθήκη. Ο άνθρωπος είτε είναι ψυχοπαθής είτε εμπρηστής κατά συνείδηση. Και στις δύο περιπτώσεις δεν πρέπει να κυκλοφορεί ελεύθερος τα καλοκαίρια.
Είτε θα πρέπει να βρίσκεται σε κλινική ψυχικών νοσημάτων είτε στη φυλακή.
Γιατί ο νόμος πρέπει να αλλάξει. Και όποιος καταδικάζεται για εμπρησμό και μετά το ξανακάνει, να καταδικάζεται σε ισόβια ή σε διά βίου περιορισμό, να παρακολουθείται, να του φοράνε βραχιόλι και τα καλοκαίρια να τον κλείνουν μέσα, για περισσότερη ασφάλεια. Όποιος ξανακάνει εμπρησμό και δεν είναι ψυχικά άρρωστος, δεν πρέπει να κυκλοφορεί, δεν πρέπει να είναι ανεξέλεγκτος, είναι χειρότερος κακοποιός από έναν δολοφόνο. Γιατί η καταστροφή ενός δάσους απειλεί τη ζωή πολλών ανθρώπων και όχι μόνο ενός.
Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η αλλαγή της νομοθεσίας, ώστε ο εμπρηστής να θεωρείται και να αντιμετωπίζεται πολύ αυστηρότερα από ποινικής άποψης.
Γιατί, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, δεν ξέρουμε από ποιον να προφυλάξουμε τα δάση μας. Και στο τέλος δεν θα μείνει ούτε… κηπάριο σε αυτήν τη χώρα.