Ποιοι εισηγούνται στον Μητσοτάκη να μιλήσει για τη διαδοχή του

Ποιοι εισηγούνται στον Μητσοτάκη να μιλήσει για τη διαδοχή του

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει βρεθεί πολλές φορές, κατά τη διάρκεια της επταετούς θητείας του στο Μέγαρο Μαξίμου και της δεκαετίας του στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας, στο επίκεντρο κριτικής –σε αρκετές περιπτώσεις σκληρής– για το γεγονός ότι έχει επιλέξει να έχει δίπλα του, μαζί του, στο πλευρό του ως στενούς και εξ απορρήτων συνεργάτες στελέχη που προέρχο­νται από τα… βάθη του σημιτικού ΠΑΣΟΚ, το οποίο ηττήθηκε πανηγυρικά και εκκωφαντικά στις εκλογές του 2004 από τον Κώστα Καραμανλή.

Μια ιστορική παράμετρος που εξηγεί και ερμηνεύει το… εκκρεμές πάθος αρκετών ακροκε­ντρώων κατά του πρώην πρωθυπουργού και πρώην προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος έχει καταγραφεί ως ο πολιτικός που συγκέντρωσε σε εκλογές τη μεγαλύτερη κοινωνική πλειοψηφία στην ιστορία της χώρας, με 3,5 εκατ. Έλληνες να τον ψηφίζουν στις κάλπες της 7ης Μαρτίου του 2004.

Η επιλογή Μητσοτάκη, ωστό­σο, έχει και τα… πλεονεκτήματά της, κάτι που διαφαίνεται στην πράξη σε μια συγκυρία σαν τη σημερινή, με την ηγεμονία του σημερινού πρωθυπουργού να έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα και την κυριαρχία του να βαίνει στην ολοκλήρωσή της, ως αυτοδύναμη εκδοχή, στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές, που αναμένεται να προκηρυχθούν την άνοιξη του 2027, εφόσον δεν υπάρξει κάποιο δραματικό απρόοπτο που να ανατρέψει αυτόν τον σχεδιασμό του Μεγάρου Μαξίμου.

Συνεργάτες του πρωθυπουργού που έχουν ζήσει την επώδυνη εμπειρία του γκρεμίσματος του Κώστα Σημίτη από την εξουσία το 2004, και της… ερήμου που ακολούθησε, τάσσονται υπέρ ενός… απαγορευμένου σεναρίου. Στην επικείμενη ΔΕΘ, τον Σεπτέμβριο του τρέχοντος έτους, ο Κυριάκος Μητσοτάκης να μιλήσει για τη διαδοχή του στη Νέα Δημοκρατία, με όρους επανάληψης του οδικού χάρτη τον οποίο ακολούθησε το 2004 ο Κώστας Σημίτης, όταν τον Ιανουάριο εκείνου του έτους παρέδωσε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ στον Γιώργο Παπανδρέου, με την προσδοκία το Κίνημα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου να έχει μια καλύτερη τύχη στις κάλπες εκείνης της χρονιάς, και ο ίδιος παρέμεινε πρωθυπουργός, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερότητα στο πηδάλιο του τόπου.

Το μοντέλο Σημίτη… φορέθηκε πρόσφατα στο Ηνωμένες Βασίλειο, με το Εργατικό Κόμμα να βρίσκεται στο επίκεντρο, από τη στιγμή που ο Κιρ Στάρμερ επέλεξε να παραμερίσει –διαπιστώνοντας ότι με τον ίδιο επικεφαλής οι Νέοι Εργατικοί δεν θα είχαν καμία τύχη στις επόμενες εκλογές– και να παραχωρήσει την ηγεσία στον Άντι Μπέρναμ. Με την ειδοποιό διαφορά, φυσικά, ότι ο Κιρ Στάρμερ αποχώρησε και από την πρωθυπουργία, με τον Άντι Μπέρναμ να εγκαθίσταται και στην πρωθυπουργική κατοικία, στο Νο 10 της Ντάουνινγκ Στριτ.

Οι πρώην σημιτικοί συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη θέλουν να εμφανίζονται ως ρεαλιστές και πραγματιστές, χωρίς να παρασύρονται από συναισθηματικές φορτίσεις, ανάλογα με τη συγκυρία. Εκτιμούν λοιπόν ότι, αν ο σημερινός πρωθυπουργός ανοίξει μόνος το θέμα της διαδοχής του, έστω και σε… φιλολογικό επίπεδο, μονάχα κερδισμένος θα βγει. Θα στείλει το μήνυμα μιας συγκροτημένης πολιτικής προσωπικότητας, που κατανοεί ότι οι κύκλοι κλείνουν, και θα αφοπλίσει όσους τον κατηγορούν ότι παραμένει γαντζωμένος στην εξουσία.

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τους… διακινητές αυτού του σεναρίου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα οδηγήσει σε στρατηγικό αδιέξοδο τα κόμματα της αντιπολίτευσης και θα δυσκολέψει τους τακτικούς χειρισμούς του Αντώνη Σαμαρά, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, ο οποίος ουσιαστικά… χάρισε στον Κυριάκο Μητσοτάκη την ηγεσία του κόμματος, με την καθοριστική παρέμβασή του στη μάχη του 2016 απέναντι στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, θα στερηθεί το βασικό επιχείρημά του για να προχωρήσει στην ίδρυση ενός νέου κομματικού φορέα.

Απέναντι σε αυτές τις εισηγήσεις βρίσκονται, ωστόσο, άλλοι συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη, που επιμένουν ότι ο σημερινός πρωθυπουργός διατηρεί την ηγεμονία του στο πολιτικό σύστημα και ότι η δική του παρουσία ως επικεφαλής στη μάχη των επικείμενων βουλευτικών εκλογών είναι εκείνη που προσφέρει στη Νέα Δημοκρατία ένα ηχηρό πολιτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως το συνηθίζει, δεν προτίθεται να λάβει τις τελικές του αποφάσεις εν θερμώ, παρά μόνο μετά από μακρά και εις βάθος ζύμωση και ανάλυση όλων των δεδομένων. Και στον σχεδιασμό αυτό τον διευκολύνει η στρατηγική επιλογή να προχωρήσει στη διεξαγωγή εκλογών στο τέλος αυτής της δεύτερης τετραετίας, την άνοιξη του 2027, και όχι το φθινόπωρο του 2026, όπως του εισηγούνταν ορισμένοι.

Φωτό: ΡΑΦΑΗΛ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ / EUROKINISSI

ΤΟ ΠΑΡΟΝ