Κ.Α. Γαυδιώτης στο “Π”: Βλέπω δεν σημαίνει κατασκοπεύω

Κ.Α. Γαυδιώτης στο “Π”: Βλέπω δεν σημαίνει κατασκοπεύω

–Η παρανόηση γύρω από τις «υποθέσεις κατασκοπείας» στη Σούδα

Του
Ειδικού Συνεργάτη
Κ.Α. Γαυδιώτη


Κάθε τόσο, η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα περιστρέφεται γύρω από την ίδια είδηση. Ένας ξένος πολίτης βρίσκεται κοντά στη ναυτική Βάση της Σούδας, έχει τραβήξει φωτογραφίες πλοίων ή εγκαταστάσεων και μέσα σε λίγες ώρες τα Μέσα Ενημέρωσης μιλούν για «κατασκοπεία». Το σενάριο επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά… Ύποπτος παρατηρητής, στρατηγική βάση, υποψίες για ξένες υπηρεσίες.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αφήγηση βασίζεται συχνά σε μια εικόνα κατασκοπείας που θυμίζει περισσότερο την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, παρά τη σημερινή πραγματικότητα.

Η Σούδα πράγματι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η βάση υποστηρίζει επιχειρήσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, φιλοξενεί μεγάλα πολεμικά πλοία, όπως τα αεροπλανοφόρα, και λειτουργεί ως κρίσιμος κόμβος για στρατιωτικές δραστηριότητες στην ευρύτερη περιοχή. Είναι απολύτως λογικό να θεωρείται στόχος ενδιαφέροντος για τυχόν εχθρικές χώρες.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φωτογραφία ενός πολεμικού πλοίου ισοδυναμεί με κατασκοπεία.

Σήμερα ζούμε σε ένα περιβάλλον πληροφορίας που έχει αλλάξει ριζικά. Δορυφορικές εικόνες υψηλής ανάλυσης πωλούνται εμπορικά. Πλατφόρμες παρακολούθησης πλοίων δείχνουν σε πραγματικό χρόνο τις κινήσεις στόλων σε όλο τον κόσμο. Αναλυτές ανοιχτών πηγών εντοπίζουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και κινήσεις μονάδων χρησιμοποιώντας δημόσια δεδομένα. Ακόμη και διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία δημοσιεύουν συχνά φωτογραφίες πολεμικών πλοίων μέσα σε λιμάνια ή ναυτικές βάσεις.

Με άλλα λόγια, ένα μεγάλο μέρος της βασικής πληροφορίας για στρατιωτικές εγκαταστάσεις βρίσκεται ήδη στο πεδίο της ανοικτής πληροφόρησης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κατασκοπεία έχει εξαφανιστεί. Το αντίθετο. Η συλλογή πληροφοριών μεταξύ κρατών παραμένει θεμελιώδες στοιχείο της διεθνούς πολιτικής. Όμως, η μορφή της έχει εξελιχθεί.

Η σύγχρονη κατασκοπεία δεν βασίζεται απλώς σε έναν άνθρωπο που τραβάει φωτογραφίες. Βασίζεται στη συνδυασμένη αξιοποίηση διαφορετικών πηγών πληροφορίας. Οι υπηρεσίες πληροφοριών συλλέγουν δεδομένα από ανοιχτές πηγές, δορυφορικές εικόνες, τεχνικές υποκλοπές, ψηφιακά ίχνη, αλλά και από ανθρώπινες πηγές. Η πραγματική αξία της πληροφορίας προκύπτει όταν αυτά τα στοιχεία συνδυαστούν και αναλυθούν συστηματικά.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι ειδικοί μιλούν για τρία βασικά πεδία συλλογής πληροφοριών. Το πρώτο είναι η ανθρώπινη συλλογή πληροφοριών, το λεγόμενο HUMINT. Είναι η συλλογή από ανοιχτές πηγές, γνωστή ως OSINT. Το δεύτερο είναι η συλλογή από ανοιχτές πηγές, γνωστή ως OSINT. Το τρίτο αφορά τις τεχνικές μορφές συλλογής, γνωστές ως INTs, όπως η υποκλοπή επικοινωνιών ή η δορυφορική απεικόνιση κ.λπ. (TECHINT, SIGINT, ELINT, COMINT, IMINT ή PHOTINT, GEOINT, MASINT, CYBINT, DNINT κ.ά.).

Καμία από αυτές τις πηγές δεν είναι από μόνη της αρκετή. Η πραγματική πληροφορία προκύπτει όταν ενταχθούν σε ένα οργανωμένο σύστημα συλλογής και ανάλυσης.

Μια μεμονωμένη φωτογραφία ενός πλοίου από ένα σημείο θέας σπάνια αποκαλύπτει κάτι που δεν μπορεί να δει ήδη ένας δορυφόρος ή μια πλατφόρμα παρακολούθησης πλοίων. Αυτό που έχει σημασία είναι αν υπάρχει συστηματική παρακολούθηση, αν τα δεδομένα μεταφέρονται σε κάποιον αποδέκτη και αν εντάσσονται σε μια ευρύτερη εικόνα επιχειρησιακής ανάλυσης.

Αυτή η διάκριση σπάνια εμφανίζεται στη δημόσια συζήτηση. Τα Μέσα Ενημέρωσης συχνά προτιμούν την πιο απλή και εντυπωσιακή εκδοχή της ιστορίας… ο ύποπτος, ο κατάσκοπος με την κάμερα δίπλα σε μια στρατιωτική εγκατάσταση.

Η πραγματικότητα της σύγχρονης κατασκοπείας είναι πολύ πιο σύνθετη και συχνά πολύ λιγότερο ορατή. Σήμερα, οι σοβαρές επιχειρήσεις συλλογής πληροφοριών περνούν μέσα από ψηφιακά δίκτυα, ανάλυση δεδομένων, κυβερνοεπιχειρήσεις και συνδυασμό διαφορετικών πηγών πληροφορίας, όπως την κυριότερη εξ αυτών, τον παράγοντα άνθρωπο, που δεν πρέπει ποτέ να παραβλέπουμε…

Όταν η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται αποκλειστικά σε θεαματικά, αλλά συχνά περιορισμένης σημασίας περιστατικά, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί μια στρεβλή εικόνα των πραγματικών απειλών. Ορισμένοι αναλυτές περιγράφουν αυτό το φαινόμενο ως θέατρο πληροφοριών. Ορατά περιστατικά αποκτούν υπερβολική σημασία, ενώ οι πιο σύνθετες μορφές ανταγωνισμού περνούν σχεδόν απαρατήρητες.

Υπάρχει και μία πρακτική διάσταση. Οι περισσότερες στρατιωτικές εγκαταστάσεις στον κόσμο δεν βρίσκονται σε πλήρη απομόνωση. Βρίσκονται δίπλα σε πόλεις, λιμάνια, εμπορικές δραστηριότητες και τουριστικές περιοχές. Τα πλοία εισέρχονται και εξέρχονται από λιμάνια μέσα από θαλάσσιους διαδρόμους, που είναι ορατοί από πολλές πλευρές.

Ένα ορισμένο επίπεδο ορατότητας είναι απλώς αναπόφευκτο.

Για αυτόν τον λόγο, η σοβαρή συζήτηση για την εθνική ασφάλεια χρειάζεται μεγαλύτερη ακρίβεια. Η Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας περιοχής έντονου γεωπολιτικού ενδιαφέροντος. Οι στρατιωτικές της υποδομές θα παρακολουθούνται πάντα από διάφορους δρώντες.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάποιος κοιτάζει ή φωτογραφίζει. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει οργανωμένη συλλογή πληροφοριών, που εντάσσεται σε ένα ευρύτερο δίκτυο ανάλυσης και αξιοποίησης. Για παράδειγμα, οι τουρίστες επιβατηγών πλοίων και κρουαζιερόπλοιων ελέγχονται αν τραβούν φωτογραφίες ή βίντεο; Οι ένοικοι των ξενοδοχείων ελέγχονται ή μήπως τους απαγορεύουν να φωτογραφίζουν ή να βιντεοσκοπούν; Αν είναι επικίνδυνο για την ασφάλεια, τότε γιατί η πολιτεία επέτρεψε την ανάπτυξη τουριστικών μονάδων σε τέτοιες περιοχές; Και γιατί τα ΜΜΕ παρουσιάζουν ελεύθερα και ανεμπόδιστα στις εκπομπές τους ή στα ιστολόγια και στις εφημερίδες δεκάδες φωτογραφίες και βίντεο από τις εγκαταστάσεις και τα πολεμικά πλοία; Είναι και αυτοί όλοι κατάσκοποι;

Η διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα στην παρατήρηση και στην κατασκοπεία είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο συχνά παρουσιάζεται.

Και αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη για μια σοβαρή δημόσια συζήτηση γύρω από την ασφάλεια στη σύγχρονη εποχή.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ

Φωτό: προιϊόν ΤΝ