
Η τριμερής Ελλάδος, Κύπρου, Ισραήλ, νέα προοπτική για την αναχαίτιση του Τουρκικού επεκτατισμού

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Η Τριμερής της Ιερουσαλήμ, 10η κατά σειρά, στις 22 Δεκεμβρίου, έστειλε σαφή και έντονα μηνύματα για κοινή στάση των τριών χωρών απέναντι στον Τουρκικό αναθεωρητισμό και επεκτατισμό. Ιδιαίτερα ηχηρό ήταν το μήνυμα που έστειλε, με δηλώσεις του, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου: «Όσοι σκέφτονται», είπε «αναβίωση αυτοκρατοριών, να το ξεχάσουν. Δεν θα το επιτρέψουμε. Έχουμε γι’ αυτό την αναγκαία θέληση και ισχύ και η ικανότητα αυτή ενισχύεται από την κοινή στάση και συνεργασία των χωρών μας».
Η κοινή στάση προκύπτει από την εκτίμηση ότι είναι κοινή η Τουρκική απειλή για τις τρεις χώρες. Για την Κύπρο, η απειλή αποτελεί ήδη μια πραγματικότητα εισβολής και κατοχής. Η Άγκυρα, παρά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ολόκληρο το νόμιμο έδαφός της, δεν επιδεικνύει καμία διάθεση για υποχώρηση από τις αδιάλλακτες θέσεις της. Ζητά λύση δύο κρατών, η οποία θα μετέτρεπε ολόκληρη την Κύπρο σε δορυφόρο της αναγνωριζόμενης και νομιμοποιούμενης εν τω μεταξύ Τουρκικής κατοχής. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ένα ολόκληρο πλέγμα αυθαιρέτων Τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος της, με κορωνίδα τη λεγόμενη «Γαλάζια Πατρίδα». Η τελευταία προβάλλει ως δήθεν Τουρκική την Ελληνική ΑΟΖ, με τον γνωστό ισχυρισμό ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, παρά τη ρητή πρόνοια του διεθνούς θαλασσίου δικαίου για το αντίθετο.
Το Ισραήλ, που ήταν στρατηγικός σύμμαχος της Άγκυρας στη δεκαετία του 1970 και του 1980, άρχισε να αντιμετωπίζει, σταδιακά, ένα ολοένα μεγαλυνόμενο πρόβλημα με την Άγκυρα κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ως αποτέλεσμα της Ισλαμικής στροφής του Ταγίπ Ερντογάν και της προβολής του οράματός του για μια νέα Τουρκική αυτοκρατορία, με ιδεολογικό υπόβαθρο και κινητήρα το Ισλάμ. Στο πλαίσιο αυτό, το Ισραήλ αντιμετωπίζεται ως εχθρός και εμπόδιο στην επέλαση της Τουρκικής ηγεμονίας στην περιοχή.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει, πράγματι, ως μια νέα απειλή στην ασφάλειά του τις Τουρκικές φιλοδοξίες, είτε αυτές αφορούν την Τουρκική πολεμική βιομηχανία και την Τουρκική επιρροή στη Μέση Ανατολή είτε αφορούν ειδικότερα την Τουρκική παρουσία στη Συρία και τις Τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα επιδιώκει να παγιώσει την παρουσία και την επιρροή της στη Συρία, μετά την ανατροπή Άσαντ και την άνοδο στην εξουσία των Ισλαμιστών της Αλ Νούσρα, υπό Τουρκική κηδεμονία. Ο νέος, όμως, Ισλαμιστής ηγέτης της Συρίας αναζητά επίσης διεθνή ερείσματα για τη στερέωση της εξουσίας του και επιδίωξε, πρώτ’ απ’ όλα, τις ευλογίες του Αμερικανού Προέδρου, με στόχο την αναχαίτιση των επεμβάσεων του Ισραήλ στη Νότια Συρία.
Η Άγκυρα είναι επίσης καχύποπτη για ενδεχόμενη βοήθεια που θα μπορούσε να δώσει το Ισραήλ στους Κούρδους της Συρίας. Συμπερασματικά, η κατάσταση στη Συρία είναι ακόμη εύθραυστη και ρευστή και η δράση των ακραίων Ισλαμιστών του ISIS είναι ακόμα παρούσα στη Βόρεια Συρία, όπου ασκείται κυρίως η Τουρκική επιρροή στη χώρα αυτή.
Οι Τουρκικές φιλοδοξίες στην Ανατολική Μεσόγειο, που ανησυχούν το Ισραήλ και υπολαμβάνονται ως απειλή και για το ίδιο, είναι οι Τουρκικές αξιώσεις για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και η Τουρκική παρουσία στην Κύπρο.
Ενδεχόμενη επιβολή της «Γαλάζιας Πατρίδας» στην Ανατολική Μεσόγειο θα ενίσχυε καταλυτικά την Άγκυρα στο Αιγαίο και θα έθετε τις θαλάσσιες αρτηρίες επικοινωνίας του Ισραήλ με τη Δύση και την Ευρώπη υπό Τουρκική επιτήρηση και κηδεμονία. Προφανώς, ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι εντελώς απαράδεκτο για το Ισραήλ, τόσο για λόγους δικής του ασφάλειας όσο και για γενικότερους στρατηγικούς λόγους στους οποίους επενδύει το Ισραήλ, με πρώτο τον λεγόμενο διεθνή διάδρομο εμπορίου και διεθνούς συνεργασίας (IMEC). Ο τελευταίος σχεδιάζεται από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της ως ανταγωνιστικός προς τον δρόμο του Μεταξιού και ως καθοριστικό στοιχείο για την προώθηση των λεγομένων Συμφωνιών του Αβραάμ, που αφορούν τη συνεργασία του Ισραήλ με τις Αραβικές Χώρες του Κόλπου και τη δημιουργία ενός νέου, εμπορικού και ενεργειακού άξονα Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης.
Η Τουρκική παρουσία στην Κύπρο και η συνεχής ενίσχυσή της με νέα οπλικά συστήματα και άλλα μέσα αντιμετωπίζεται επίσης με μεγάλη ανησυχία από το Ισραήλ, μετά την επιδείνωση των σχέσεών του με την Άγκυρα. Η Κύπρος βρίσκεται στο κοντινότερο σημείο από το Ισραήλ και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περίπτωση κρίσεως, από την Άγκυρα, ως βάση διαφόρων επιχειρήσεων κατασκοπείας και εκτοξεύσεως βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροχημάτων.
Το Ισραήλ ανησυχεί επίσης από τις πολιτικές επιδιώξεις της Άγκυρας στην Κύπρο, που αποβλέπουν στην αναγνώριση και στη διαιώνιση της Τουρκικής κατοχής, υπό τη μορφή μιας αιώνιας παρουσίας Τουρκικών στρατευμάτων, αλλά και τις διαλύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και της υποκαταστάσεώς της από ένα δικέφαλο κράτος, που θα ήταν υποχείριο της Άγκυρας, μέσω μιας δήθεν «ισότητας» των Τουρκοκυπρίων. Σε μια τέτοια περίπτωση, η δήθεν επανενωμένη Κύπρος θα ήταν ένα πουκάμισο αδειανό και καμιά απόφαση δεν θα μπορούσε να παρθεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των Τουρκοκυπρίων και κατ’ επέκταση της Άγκυρας.
Η γεωπολιτική αυτή αναστροφή στην Ανατολική Μεσόγειο ευνοεί την Ελληνική πλευρά, υπό την προϋπόθεση ότι Ελλάδα και Κύπρος θα εγκαταλείψουν ουσιαστικά μια κατευναστική πολιτική ψευδαισθήσεων και υποχωρήσεων, που είναι, αντικειμενικά, συμπληρωματική της Τουρκικής πολιτικής και στρατηγικής. Δεν μπορεί η Ελλάδα, π.χ., να προσέρχεται σε Συμβούλια Στρατηγικής Συνεργασίας με την Άγκυρα, όταν η τελευταία προβάλλει, απροκάλυπτα, αξιώσεις σε βάρος της Ελλάδος και απειλεί την Ελλάδα με casus belli, εάν εφαρμόσει, όπως έχει δικαίωμα, τις πρόνοιες του διεθνούς θαλασσίου δικαίου που την αφορούν. Η κυβέρνηση δεν είναι, δυστυχώς, μόνη σ’ αυτήν την πολιτική. Περιβάλλεται από αυτόκλητους αλλά και εντεταλμένους απολογητές και προαγωγούς ενδοτικών πολιτικών, που την ενθαρρύνουν, την καλύπτουν και την εξωθούν.
Τα πράγματα έχουν φτάσει σήμερα σ’ ένα σημείο που δεν επιτρέπει αντιφάσεις στην ασκούμενη πολιτική και υπονόμευση εκ των έσω μιας αντικειμενικά ευνοϊκής για την Ελλάδα γεωπολιτικής συγκυρίας. Σε σχέση με τους Παλαιστινίους, που χρησιμοποιούνται από πολλούς ως επιχείρημα ή ως άλλοθι εναντιώσεως σε μια επιβαλλόμενη από τα πράγματα στρατηγική προσέγγιση και σύμπραξη με το Ισραήλ, η απάντηση είναι ευθεία και σαφής. Η Ελλάδα και η Κύπρος κάνουν στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ κατά της κοινής απειλής, που είναι η Τουρκία, και όχι κατά των Παλαιστινίων. Αντιθέτως, η Ελλάδα και Κύπρος, παρά τη συμμαχία τους με το Ισραήλ κατά της Τουρκίας, υποστηρίζουν πάντα ως λύση για το Παλαιστινιακό τα δύο κράτη και αναγνωρίζουν τη νόμιμη Παλαιστινιακή Αρχή του Αμπάς. Απορρίπτουν, βεβαίως, της Χαμάς και την πολιτική της.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Κύπρο, τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα στην περιοχή δημιουργούν, για πρώτη φορά από το 1974, νέες συνθήκες για τη διακριτική χάραξη μιας νέας απελευθερωτικής στρατηγικής. Η επανένωση δεν πρέπει να είναι το ψευδώνυμο της αναγνωρίσεως και της νομιμοποιήσεως της κατοχής και της μετατροπής, κατ’ επέκταση, ολόκληρης της Κύπρου σε δορυφόρο της Άγκυρας, μέσα από μια συνομοσπονδιακού τύπου «λύση». Η επανένωση πρέπει να προέλθει ως αποτέλεσμα της καταλύσεως της Τουρκικής κατοχής και της δημιουργίας, υπό τη σκέπη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενός κοινού, δημοκρατικού κράτους, στους κόλπους του οποίου θα ζουν ελεύθερα όλοι οι Κύπριοι πολίτες, υπό την εγγύηση του Ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Μέχρι τότε, η διαφύλαξη της Κυπριακής Δημοκρατίας και η ενίσχυσή της με κάθε τρόπο, περιλαμβανομένης της αμυντικής της θωρακίσεως, αποτελεί ακρογωνιαία επιταγή.
Τίθενται πολλά ερωτήματα σε σχέση με τις προσπάθειες για την επανέναρξη διακοινοτικών συνομιλιών και τη σύγκλιση νέας Πενταμερούς συν 1. Τα ερωτήματα προκύπτουν από τις προϋποθέσεις που θέτει η Τουρκική πλευρά. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επαναβεβαίωσε προσφάτως την Τουρκική θέση για δύο κράτη. Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ερχιουμάν εξουσιοδοτήθηκε από την Άγκυρα να χρησιμοποιεί, για λόγους διπλωματικής ευελιξίας και προπαγάνδας, την ορολογία της ισότητας, η οποία, δυστυχώς, έγινε αποδεκτή στο παρελθόν από την Ελληνική πλευρά. Η τελευταία διατήρησε, όμως, επιφυλάξεις για την έννοια και το περιεχόμενό της.
Η αρχή έγινε το 1989, επί Προέδρου Βασιλείου. Ο τελευταίος δεν έκανε μόνο δεκτή τη λεγόμενη «ισότητα». Δέχθηκε επίσης, για πρώτη φορά, τη διζωνική ομοσπονδία. Χειρότερα ακόμη, δέχθηκε να περιληφθούν οι υποχωρήσεις του αυτές σε ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ο Γιώργος Βασιλείου επιδίωκε τότε «λύση» σε στενή συνεργασία με τους Βρετανούς, που προτιμούν πάντα να δραστηριοποιούνται υπό την επίσημη αιγίδα του ΟΗΕ.
Η περιβόητη ισότητα, περιλαμβανομένης της εκ περιτροπής Προεδρίας, έγινε εκ νέου δεκτή το 2017, στην Πενταμερή του Κραν Μοντανά, επί Προέδρου Αναστασιάδη. Ο Κύπριος Πρόεδρος δέχθηκε τότε την Τουρκική απαίτηση ως «αντάλλαγμα», υποτίθεται, της προβαλλόμενης στο παρασκήνιο υποχωρήσεως που έγινε από την Τουρκική πλευρά στα κρίσιμα θέματα των Τουρκικών εγγυήσεων και της παρουσίας Τουρκικού στρατού και μετά τη λύση του Κυπριακού. Τέτοια υποχώρηση, όμως, δεν έγινε στην πραγματικότητα από την Τουρκική πλευρά και η Πενταμερής του Κραν Μοντανά κατέρρευσε. Ο Κύπριος Πρόεδρος, όμως, πιεζόμενος από τον ξένο παράγοντα για την επίδειξη καλής θελήσεως, δεν απέσυρε την αποδοχή της ισότητας, περιλαμβανομένης της εκ περιτροπής Προεδρίας.
Η Τουρκική πλευρά θεωρεί επομένως ως «κεκτημένο» την υποχώρηση αυτή και επενδύει σ’ αυτήν, θέτοντάς τη μάλιστα ως προϋπόθεση και ως όρο για την επανέναρξη οποιωνδήποτε νέων συνομιλιών. Με λίγα λόγια, υπάρχει από Τουρκο-Βρετανικής πλευράς ένα κοινό σενάριο για την προώθηση συνομοσπονδιακού τύπου λύσεως στο Κυπριακό, υπό την αιγίδα του Γ. Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και του αντιπροσώπου του, και με επιλεκτική παραπομπή σε ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπως αυτά της περιόδου Βασιλείου για την ισότητα και τη διζωνική ομοσπονδία. Στο πλαίσιο αυτό Μ. Βρετανία και Τουρκία θέλουν να εντάξουν και τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η Άγκυρα αντιτίθεται συστηματικά στην ουσιαστική συμμετοχή της, εκτός και αν έχει διαβεβαιώσεις ότι θα ασκήσει πίεση προς την κατεύθυνση της συνομοσπονδιακού τύπου λύσεως που επιδιώκει το Τουρκο-Βρετανικό σενάριο.
Το δυσάρεστο και επικίνδυνο για την Ελληνική πλευρά είναι ότι η Βρετανική διπλωματία ασκεί μεγάλη επιρροή στους κόλπους των πολιτικών δυνάμεων της Κύπρου, κατά πρώτο λόγο στις ηγεσίες των κομμάτων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ.
Η Κύπρος, όπως και η Ελλάδα, έχει επομένως ένα σοβαρό εσωτερικό πρόβλημα που αντιμάχεται κάθε νέα στρατηγική και εμμένει στον κατευνασμό της Άγκυρας και σε στόχους που δεν εξυπηρετούν τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα. Είναι μια πολιτική μάλιστα που πρέπει να δοθεί και να κερδηθεί στο εσωτερικό.
Η σημερινή γεωπολιτική συγκυρία είναι ευνοϊκή και ελπιδοφόρα για την Ελλάδα και την Κύπρο και πρέπει να εκφρασθεί με συνέπεια, συνοχή και αποφασιστικότητα, με μια αντίστοιχη πολιτική και στρατηγική. Αυτό δεν είναι μόνο υπόθεση των κυβερνήσεων. Είναι υπόθεση και όλων των πολιτικών δυνάμεων και του αγωνιζόμενου πατριωτικού λαού.