Η κυβέρνηση επιχειρεί να καλύψει τη «μαύρη τρύπα» στην εξωτερική πολιτική με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα

Η κυβέρνηση επιχειρεί να καλύψει τη «μαύρη τρύπα» στην εξωτερική πολιτική με επικοινωνιακά πυροτεχνήματα

Στα τυφλά βαδίζει η ελληνική εξωτερική πολιτική, με την κυβέρνηση να εμπλέκει κρίσιμες επιλογές σε εσωτερικά παιχνίδια και αντιπαραθέσεις, εξωραΐζοντας κάθε κίνησή της, ενδιαφερόμενη μόνο για την επικοινωνιακή εκμετάλλευση, την ώρα που η χώρα χρειάζεται στρατηγική και αποτελεσματική διπλωματία σε ένα εξαιρετικά ρευστό και επικίνδυνο διεθνές σκηνικό, με την Τουρκία να αποκτά ολοένα και πιο ενισχυμένο περιφερειακό ρόλο.

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Σε μια περίοδο που το κυβερνητικό προφίλ έχει υποστεί σοβαρή φθορά και τα ποσοστά του κυβερνώντος κόμματος πέφτουν, όπως αυτό αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις, η κυβέρνηση θεωρεί ότι τα θέματα εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής είναι το σχοινί σωτηρίας της. Για τον λόγο αυτό έχει επιδοθεί σε μια επικοινωνιακή εκστρατεία, ώστε να παρουσιάσει μια μαγική εικόνα για τα «επιτεύγματά» της.

Συγχρόνως, βρίσκει την ευκαιρία να στραφεί εναντίον τόσο του Αντώνη Σαμαρά όσο και του Κώστα Καραμανλή, κατηγορώντας τους ότι ακολούθησαν πολιτική ακινησίας στα ελληνοτουρκικά, και επιχειρεί να πείσει ότι σκληραίνει τη στάση της στα Εθνικά Θέματα και στο Μεταναστευτικό, για να κλείσει τις διαρροές προς τα κόμματα που βρίσκονται ή θα δημιουργηθούν στα δεξιά της.

Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα τη διαψεύδει με τραγικό τρόπο.

Τελευταίο δείγμα αυτής της ασυνάρτητης πολιτικής αφορά τους εξοπλισμούς και τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Πρόγραμμα «SAFE». Ο Νίκος Δένδιας, προ δύο εβδομάδων, είχε χαρακτηρίσει το πρόγραμμα αυτό –όπως προτάθηκε από την Κομισιόν και εγκρίθηκε από τους ΥΠΕΞ– ως «Κερκόπορτα» για την Τουρκία, καθώς τυπικά δεν υφίσταται βέτο για συμμετοχή της Άγκυρας –με την πολεμική βιομηχανία της– στον επανεξοπλισμό της Ευρώπης. Λίγες ημέρες αργότερα, ο κ. Δένδιας είχε δηλώσει ότι η Ελλάδα δεν ενδιαφέρεται να συμμετάσχει στο Πρόγραμμα «SAFE», καθώς αφορά την παροχή δανείων για την αγορά εξοπλισμών από ευρωπαϊκές βιομηχανίες.

Όμως, ο πρωθυπουργός, στη συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ, υπεραμύνθηκε των χειρισμών του Γιώργου Γεραπετρίτη και υποστήριξε ότι η Ελλάδα έχει το δικαίωμα να εμποδίσει την Τουρκία από το να πάρει κομμάτι από την πίτα των ευρωπαϊκών εξοπλισμών. Την περασμένη Δευτέρα, μάλιστα, ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα θα συμμετάσχει στο «SAFE» και θα καταθέσει πρόταση για δάνειο 1,2 δισ. ευρώ για εξοπλισμούς.

Η κυβέρνηση κινήθηκε, φυσικά, και για να υπάρξει φθηνή χρηματοδότηση –έστω και υπό μορφή δανείου– για ένα μικρό κομμάτι του εξοπλιστικού προγράμματος που έχει εξαγγείλει και το οποίο θα κατευθυνθεί κυρίως σε ελληνικές αμυντικές επιχειρήσεις. Επίσης, επιδιώκει να προλάβει την κριτική που θα δεχθεί όταν διαπιστωθεί ότι η Τουρκία –με τις συμπράξεις που έχει ήδη συνάψει με ιταλικές εταιρείες αλλά και αυτοτελώς– θα διεκδικήσει ένα μεγάλο μερίδιο όχι μόνο από το Πρόγραμμα «SAFE» των 150 δισ. αλλά και από το πρόγραμμα των εθνικών εξοπλισμών των κρατών-μελών, που θα φτάσει στα 650 δισ.

Σε ό,τι αφορά το διπλωματικό πεδίο, η κυβέρνηση συνεχίζει να… πουλάει επικοινωνιακά το ότι –σε αντίθεση με όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις– έχει κατορθώσει να διατηρεί τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο και να κάνει βήματα για την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας – κάτι που, κατά την ίδια, δεν έκανε κανένας άλλος στο παρελθόν. Όπως έχουμε επανειλημμένα επισημάνει, αυτές οι κινήσεις παραμένουν σε θεωρητικό επίπεδο.

Η μόνη κίνηση που αποτελεί πυξίδα για την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων επί του πεδίου είναι η ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Κρήτης. Και σε αυτό το μέτωπο, όμως, η κυβέρνηση έχει ουσιαστικά αποδεχθεί το τετελεσμένο που επέβαλε η Τουρκία πριν από έναν χρόνο, εμποδίζοντας το ιταλικό ερευνητικό πλοίο «Ievoli Relume» να πραγματοποιήσει έρευνες μόλις έξω από τα χωρικά ύδατα της Κάσου.

Πάντως, είναι θετικό το γεγονός ότι στον σχεδιασμό του θαλάσσιου πάρκου η κυβέρνηση συμπεριέλαβε και την Κίναρο και τη Λέβιθα, με τις μεταξύ αυτών βραχονησίδες, τις οποίες η Τουρκία είχε συμπεριλάβει στις «γκρίζες ζώνες», αν και βρίσκονται στο κέ­ντρο του Αιγαίου.

Ενδεικτικό του αδιεξόδου που έχει δημιουργηθεί –και με δική της ευθύνη, λόγω του τρόπου με τον οποίο έγινε η προσπάθεια επαναπροσέγγισης με τη Διακήρυξη των Αθηνών– είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση αναβάλλει διαρκώς τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας και τη συνά­ντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν.

Όλους αυτούς τους μήνες δεν υπήρξε καμία πρόοδος στις συζητήσεις, ακόμη και για τη θετική ατζέντα, ενώ κατέρρευσε και η αντίληψη ότι για την έλλειψη προόδου όλα αυτά τα χρόνια υπεύθυνες ήταν οι «άτολμες» προηγούμενες κυβερνήσεις και οι διερευνητικές επαφές, τις οποίες η παρούσα κυβέρνηση κατήργησε και αντικατέστησε με την προσωπική διπλωματία Γεραπετρίτη – Φιντάν, η οποία προφανώς έχει οδηγηθεί σε πλήρες αδιέξοδο.

Και αυτό διότι, παρά τους ευσεβείς πόθους του ΥΠΕΞ ότι θα βρει διέξοδο μέσα από τις μυστικού περιεχομένου συναντήσεις του με τον Χακάν Φιντάν, η Τουρκία έχει διευρύνει τις διεκδικήσεις της και τις επιβάλλει, όταν απαιτηθεί, επί του πεδίου.

Όλη αυτή η διαδικασία, που ξεκίνησε επί Νίκου Δένδια μετά τους σεισμούς στην Τουρκία και κορυφώθηκε επί θητείας Γεραπετρίτη, χρησιμοποιείται τελικά για τον εξωραϊσμό της εικόνας της Τουρκίας στην ΕΕ και στις ΗΠΑ. Όλοι πλέον καταγράφουν μόνο ότι οι δύο χώρες, από τη φάση της αντιπαράθεσης, έχουν περάσει στη φάση του διαλόγου και –υποτίθεται– έχουν κατορθώσει να μειώσουν τις εντάσεις στο Αιγαίο.

Ο περιορισμός και ο μηδενισμός των τουρκικών παραβιάσεων στον εναέριο χώρο του Αιγαίου, βεβαίως, είναι κάτι που μπορεί να αλλάξει μέσα σε λίγα λεπτά, με μία μόνο εντολή, και δεν αποτελεί χειροπιαστό και μόνιμο βήμα προόδου.

Η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τώρα ότι οι λανθασμένες κινήσεις με τη Λιβύη και, κατόπιν, η μακρά αδράνεια της Αθήνας, που άφησε στο έλεος της Τουρκίας τη Λιβύη, έχουν μεγάλο κόστος και ουσιαστικά η χώρα κινδυνεύει να βρεθεί στη «δαγκάνα» της Τουρκίας. Οι τελευταίες κινήσεις, με τις επισκέψεις Γεραπετρίτη σε Βεγγάζη και Τρίπολη, ήταν επιβεβλημένες, όχι ό­μως αρκετές ώστε να ανατρέψουν το παιχνίδι.

Η Ελλάδα, έτσι, δείχνει να εξαρτάται διαρκώς από τις διαθέσεις του αιγύπτιου Προέδρου Αλ Σίσι, ο οποίος μπορεί συνεχώς να ζητά ανταλλάγματα, προσφέροντας προσωρινή στήριξη για τη Λιβύη, καθώς και εκεί έχει ίδιο συμφέρον, χωρίς, ωστόσο, να είναι πρόθυμος να προσφέρει πραγματική στήριξη στην Ελλάδα, αποδεχόμενος την έ­ναρξη διαπραγματεύσεων για πλήρη οριοθέτηση της ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών, που θα προσέφερε ασπίδα προστασίας για τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.


ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Φωτο: Eurokinissi