
Η διπλωματία του «τυφώνα» Τραμπ τρομάζει Αθήνα και Λευκωσία
Το ίδιο και η σχέση του με τον Ταγίπ Ερντογάν
Υπό τον φόβο της επέκτασης και στην ευρύτερη περιοχή της διάθεσης του Ντόναλντ Τραμπ να επιλύσει μακροχρόνιες διαφορές και να εμφανιστεί ως ειρηνοποιός, η κυβέρνηση και ο κ. Μητσοτάκης προσπαθούν να βρουν δίαυλο επικοινωνίας μαζί του, χωρίς, ωστόσο, να έχουν καταφέρει να κεντρίσουν την προσοχή του.
Κρύος ιδρώτας περιλούζει τα στελέχη του Μεγάρου Μαξίμου και του υπουργείου Εξωτερικών κάθε φορά που απαιτείται να υπάρξουν επαφές σε υψηλό επίπεδο με την αμερικανική κυβέρνηση, καθώς, όσο κι αν είναι διακαώς επιθυμητή μια πρόσκληση στον Λευκό Οίκο, με τα σημερινά δεδομένα γνωρίζουν ότι δεν μπορούν ούτε στο ελάχιστο να προετοιμάσουν το κλίμα και να αποφευχθούν δυσάρεστα απρόοπτα.
Διαβάστε επίσης:
Αποχή-ρεκόρ στις εκλογές
Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση και το επιτελείο του κ. Μητσοτάκη προτιμούν να περνά απαρατήρητος κάτω από τα ραντάρ του αμερικανού Προέδρου. Αυτό μπορεί να προφυλάσσει για ένα διάστημα το προφίλ του έλληνα πρωθυπουργού, προκαλεί όμως ζημιά στη χώρα, η οποία μένει χωρίς ουσιαστικές επαφές με την αμερικανική ηγεσία.
Ωστόσο, η εμπειρία της Γάζας και ο τρόπος με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ ασκεί την προσωπική διπλωματία του, αλλά και η προσωπική σχέση και ο θαυμασμός που εκφράζει κάθε φορά για τον Ταγίπ Ερντογάν έχουν τρομάξει τόσο την Αθήνα όσο και τη Λευκωσία. Ο αμερικανός Πρόεδρος κινείται με βάση το δικό του σχέδιο και τις δικές του πρακτικές. Οι θέσεις αρχών και το διεθνές δίκαιο δεν ευδοκιμούν στην ορολογία του, αντιθέτως, υιοθετεί πλήρως το «δούναι και λαβείν», έχοντας ως εργαλείο την άσκηση πίεσης –πολιτικής, στρατιωτικής, ακόμη και οικονομικής–, προκειμένου να πετύχει τους στόχους του, οι οποίοι, σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση, δεν σημαίνει ότι συμπίπτουν με εκείνους των αντιμαχόμενων πλευρών.
Έτσι, παρά τη σαφώς φιλοϊσραηλινή στάση του, ο κ. Τραμπ δεν δίστασε να ασκήσει πίεση στον Νετανιάχου προκειμένου να δεχθεί την εκεχειρία και να καμφθούν οι αντιδράσεις για την απελευθέρωση των Παλαιστινίων που κρατούνταν ακόμη και με ισόβια κάθειρξη στις ισραηλινές φυλακές. Επίσης, εγγυήθηκε ο ίδιος προσωπικά τη διακοπή κάθε είδους στρατιωτικών επιχειρήσεων από τον Ισραηλινό Στρατό, κάτι που δένει τα χέρια του ισραηλινού πρωθυπουργού, καθώς κάθε στραβοπάτημα της Χαμάς στα επόμενα βήματα δεν θα συνεπάγεται αυτομάτως ανταποδοτικά πλήγματα, εάν προηγουμένως δεν εξασφαλιστεί η έγκριση του Ντόναλντ Τραμπ.
Επιπλέον, έβαλε στον… σβέρκο του Ισραήλ την Τουρκία και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ως εγγυητές της συμφωνίας, κάτι που πιθανότατα θα οδηγήσει και σε αποστολή δυνάμεων από την Τουρκία στο έδαφος της Γάζας – θα είναι η πρώτη φορά που θα συμβεί κάτι τέτοιο έναν αιώνα μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Όσο για τους Παλαιστινίους, αφού απείλησε τη Χαμάς με «κόλαση», προκειμένου να αποδεχθεί την εκεχειρία, ο κ. Τραμπ τους υπόσχεται ευημερία. Απουσιάζει, ωστόσο, πλήρως από τις δηλώσεις και τις διακηρύξεις του η λύση των δύο κρατών και η προοπτική δημιουργίας παλαιστινιακού κράτους.
Όλο αυτό το πλέγμα της παρέμβασής του στη Γάζα είναι άκρως ανησυχητικό για την πιθανή εμπλοκή του και σε άλλες περιφερειακές συγκρούσεις και διαφορές. Και, φυσικά, στην περιοχή μας οι συνειρμοί οδηγούν στην Κύπρο και στα ελληνοτουρκικά.
Ο Ταγίπ Ερντογάν, στο Κυπριακό, από το 2021 έχει υιοθετήσει αμετακίνητα πλέον τη λύση των δύο κρατών, την οποία προβάλλει μάλιστα ως τη μοναδική ρεαλιστική επιλογή, μετά την αποτυχία των προηγούμενων προσπαθειών για επίτευξη ομοσπονδιακής λύσης.
Αν το Κυπριακό επανέλθει στην επικαιρότητα ή αν φτάσει στο ραντάρ του Ντόναλντ Τραμπ μια διαφορά τουλάχιστον έξι δεκαετιών, είναι πολύ πιθανό να μπει στον πειρασμό να παρέμβει προσωπικά. Και εκεί θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να του εξηγηθεί ότι υπάρχει πλαίσιο λύσης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, δεδομένης και της συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, και ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί το ψευδοκράτος, καθώς αυτό δεν συνάδει με τις αποφάσεις του ΟΗΕ αλλά και με το διεθνές δίκαιο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι δεδομένο ότι θα ασχοληθεί περισσότερο με τα συμφέροντα των ΗΠΑ, να έχουν λυμένα τα προβλήματα στην Ανατολική Μεσόγειο, να μην υπάρχουν αντιπαραθέσεις που υπονομεύουν την αρχιτεκτονική ασφάλειας που δημιουργούν, να υπάρχει συνεργασία στον ενεργειακό τομέα. Σήμερα, ενισχύει τους δεσμούς και τις στρατιωτικές σχέσεις με την Κύπρο, αλλά αυτό μπορεί να αποτελέσει και το άλλοθι για μια παρέμβαση που δεν θα ευχαριστεί και τους δύο εμπλεκόμενους. Και σε αυτήν την περίπτωση, αυτός που χάνει είναι εκείνος που δεν διεκδικεί τίποτε περισσότερο από το νόμιμο και το αυτονόητο.
Φυσικά, το ίδιο ισχύει –και πολύ περισσότερο μάλιστα– στα ελληνοτουρκικά, καθώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμη αμερικανός πρέσβης (όταν έρθει η κ. Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, μάλλον θα περάσει καιρός μέχρι να αντιληφθεί τι πραγματικά συμβαίνει στην περιοχή).
Η πολυπλοκότητα των θεμάτων των οριοθετήσεων αλλά και των διεκδικήσεων, κατά παράβαση των διεθνών συνθηκών, δεν επιτρέπει λύσεις fast track, όπως αυτές που προτιμά ο αμερικανός Πρόεδρος. Είναι εξαιρετικά δύσκολο, προφανώς, να του εξηγήσει η Αθήνα τους λόγους της αντιπαράθεσης με την Τουρκία, με αφορμή, για παράδειγμα, την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Κρήτης, όπως και το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχει ανεκμετάλλευτος πλούτος στην Ανατολική Μεσόγειο (τον οποίο θα μπορούσαν να αναζητήσουν και να εκμεταλλευθούν αμερικανικές εταιρείες), αλλά παραμένει… παγωμένος επειδή Αθήνα και Άγκυρα διαφωνούν για την οριοθέτηση.
Και θα είναι ακόμη πιο δύσκολο να αντιληφθεί ότι οι δύο χώρες έφτασαν στα πρόθυρα θερμής σύγκρουσης για δύο βραχονησίδες, τις οποίες διεκδικεί η Τουρκία με την αυθαίρετη ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάννης και της Συνθήκης των Παρισίων…
Όσο και αν η κυβέρνηση προσπαθεί να μην τραβήξει την προσοχή του αμερικανού Προέδρου, είναι δεδομένο ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, στο πλαίσιο του οράματός του για τη νέα Μέση Ανατολή, δεν θα αφήσει «ενοχλητικές» εκκρεμότητες, όπως το Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά, να απειλούν με εντάσεις και να υπονομεύουν το σχέδιό του.
Και αυτή η δύσκολη συγκυρία, όσον αφορά τον Ντόναλντ Τραμπ, συμπίπτει με την περίοδο που η ΕΕ και σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κλιμακώνουν τις πιέσεις τους προς την Αθήνα, προκειμένου να μη θέσει βέτο στη συμμετοχή της Τουρκίας στο Πρόγραμμα «SAFE» και στους ευρωπαϊκούς εξοπλισμούς. Κάθε βήμα πίσω της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού στο θέμα αυτό δεν θα σημάνει μόνο σοβαρή εθνική ήττα, αλλά θα έχει και καταστροφικά δημοσκοπικά αποτελέσματα.
