
Γρ. Κωνσταντέλλος στο “Π”: Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να είναι διαχειριστής της μιζέριας
Του
ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ
Δημάρχου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης,
Α’ Αντιπροέδρου Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας
Σε λίγες ημέρες, θα συγκληθεί το ετήσιο τακτικό συνέδριο της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας, ώστε να τεθούν οι βάσεις για την επόμενη μέρα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Για μένα, αυτή η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική ή τυποποιημένη, είναι ουσιαστική, γιατί αφορά την καρδιά της δημοκρατίας, τον θεσμό που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη, τον δήμο. Η τοπική αυτοδιοίκηση βιώνει καθημερινά τις προκλήσεις και τις ανάγκες των πολιτών και ταυτόχρονα διαθέτει τη δυνατότητα να δίνει άμεσες και πρακτικές λύσεις.
Όπως έχω πει και δημόσια, ως διοίκηση, θα κριθούμε στο συνέδριο από τους συναδέλφους μας με κριτήριο το πόσο αποτελεσματικοί ή μη αποτελεσματικοί ήμασταν αυτά τα δυόμισι χρόνια. Περιμένουμε αυστηρή κριτική, γιατί η παρούσα διοίκηση λειτουργεί ήδη αρκετό χρόνο και οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν ποιο έργο έγινε. Αυτή η φράση δεν είναι τυχαία. Εκφράζει τη βαθιά μου πεποίθηση ότι η ευθύνη δεν είναι κάτι που μας επιβάλλεται από εξωτερικούς παράγοντες ή νόμους, είναι κάτι που αναλαμβάνουμε συνειδητά και με πλήρη επίγνωση των συνεπειών. Αν η Αυτοδιοίκηση θέλει να διεκδικεί ρόλο ουσίας, πρέπει πρώτα να κοιτάζει με ειλικρίνεια τον εαυτό της, να αξιολογεί τα λάθη και τις επιτυχίες της, να θέτει στόχους και να σχεδιάζει με σοβαρότητα.
Η περίοδος που διανύουμε δεν επιτρέπει εφησυχασμό. Οι δήμοι σηκώνουν τεράστιο βάρος σε κρίσιμα πεδία: Από την πολιτική προστασία, τη διαχείριση φυσικών καταστροφών και την κλιματική κρίση μέχρι το περιβάλλον, την κοινωνική συνοχή, την ενεργειακή κρίση και τις υποδομές. Καλούνται να ανταποκριθούν σε αυτά τα καθήκοντα με περιορισμένα μέσα, χωρίς την απαραίτητη θεσμική και οικονομική στήριξη από την κεντρική διοίκηση. Παρ’ όλα αυτά, η Αυτοδιοίκηση στέκεται όρθια, δίνει λύσεις και καταφέρνει να ανταποκριθεί σε καταστάσεις κρίσης – πάντα με σχέδιο, συνεργασία και υπευθυνότητα.
Ωστόσο, δεν αρκεί να επιβιώνουμε. Οφείλουμε να απαιτούμε. Να απαιτούμε αποκέντρωση, ουσιαστική μεταφορά αρμοδιοτήτων, πόρων και ευθυνών εκεί όπου πραγματικά παράγεται έργο, στους δήμους. Δεν μπορεί να συνεχιστεί το παράδοξο να μας ζητείται να είμαστε αποτελεσματικοί χωρίς εργαλεία, να λογοδοτούμε χωρίς να μπορούμε να αποφασίζουμε. Αυτό δεν είναι Αυτοδιοίκηση, είναι ετεροδιοίκηση. Το ζητούμενο δεν είναι να διαχειριζόμαστε προβλήματα που μας επιβάλλονται, αλλά να δημιουργούμε πολιτικές που προλαμβάνουν τα προβλήματα και προάγουν την ανάπτυξη.
Αυτός είναι και ο λόγος που επιμένω πως δεν θέλουμε οι δήμαρχοι να είμαστε μόνιμοι διαχειριστές της μιζέριας. Δεν εκλεχθήκαμε για να κάνουμε μικρές διορθώσεις στο περιθώριο ενός συγκεντρωτικού κράτους. Εκλεχθήκαμε για να παράγουμε αναπτυξιακή πολιτική, να δώσουμε προοπτική στις πόλεις μας, να δημιουργήσουμε ευημερία και αξιοπρέπεια στους πολίτες μας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε απόφαση, κάθε δράση και κάθε πρόγραμμα πρέπει να σχεδιάζεται με γνώμονα την αποτελεσματικότητα και την κοινωνική ανταπόδοση.
Η Ελλάδα του 21ου αιώνα χρειάζεται ισχυρούς, ανεξάρτητους και ικανούς δήμους. Δήμους με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, που δεν περιμένουν εγκρίσεις και υπογραφές για κάθε πρωτοβουλία. Δήμους που λειτουργούν με αξιοκρατία, διαφάνεια και στρατηγικό σχέδιο. Δήμους που καινοτομούν, αξιοποιούν την τεχνολογία και συνεργάζονται με τον ιδιωτικό τομέα και την κοινωνία των πολιτών, για να πετύχουν αποτελέσματα που ωφελούν πραγματικά τις τοπικές κοινωνίες. Η τεχνολογία, η καινοτομία και η συνεργασία δεν είναι πολυτέλεια, είναι εργαλεία που κάνουν τον δήμο πιο αποτελεσματικό, πιο διαφανή και τον φέρνουν πιο κοντά στον πολίτη.
Αυτό το μοντέλο δεν είναι όραμα, είναι ανάγκη. Όλοι οι δήμοι της χώρας –αστικοί, ημιαστικοί, αγροτικοί και νησιωτικοί– αντιμετωπίζουν πολύπλοκες προκλήσεις: από τη διαχείριση υποδομών, κυκλοφορίας και ενέργειας μέχρι την κοινωνική συνοχή, την ανάπτυξη της τοπικής οικονομίας και την προσαρμογή στις κλιματικές αλλαγές. Αν θέλουμε οι κοινότητές μας να παραμείνουν λειτουργικές, ζωντανές και ανθεκτικές, πρέπει να ενισχύσουμε τους δήμους με αρμοδιότητες, πόρους και αυτονομία, ώστε να μπορούν να αποφασίζουν, να επενδύουν και να καινοτομούν σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Η αλλαγή αυτή δεν θα έρθει άνωθεν. Θα προέλθει από εμάς, τους αιρετούς της πρώτης γραμμής, που γνωρίζουμε τα προβλήματα, τις δυνατότητες και τις ανάγκες όλων των τοπικών κοινωνιών, ανεξαρτήτως μεγέθους ή γεωγραφικής θέσης.
Η παρούσα διοίκηση της ΚΕΔΕ έχει κάνει βήματα, αλλά οφείλουμε να κάνουμε ακόμη περισσότερα. Να διεκδικήσουμε με ενότητα, σοβαρότητα και τεκμηρίωση. Να διαμορφώσουμε ένα κοινό μέτωπο για τα μεγάλα ζητήματα: τη χρηματοδότηση των δήμων, την επάρκεια προσωπικού, την απλοποίηση των διαδικασιών, την ταχεία ωρίμανση έργων και την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Αυτά είναι τα ζητήματα που καθορίζουν αν ένας δήμος μπορεί να λειτουργήσει με αποτελεσματικότητα ή όχι.