
Ευρωπαϊκή Ένωση: Τι θα γίνει αν τελειώσει το καθεστώς ομοφωνίας

Του
ΒΑΣΙΛΗ ΤΑΛΑΜΑΓΚΑ
Η συζήτηση για το μέλλον της λήψης αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τις βαθιές εσωτερικές διαιρέσεις της «Γηραιάς Ηπείρου» ανάμεσα στην ανάγκη για ταχύτητα και στην προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας. Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται το διαβόητο δικαίωμα του βέτο, ένας μηχανισμός που για δεκαετίες εξασφάλιζε ότι κανένα κράτος-μέλος δεν θα εξαναγκαζόταν να ακολουθήσει μια πολιτική αντίθετη με τα ζωτικά του συμφέροντα, αλλά που σήμερα πολλοί θεωρούν τροχοπέδη για την επιβίωση της Ένωσης, σε ένα διαρκώς πιο ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
Το Βερολίνο, έχοντας στο πλευρό του την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ηγείται μιας συντονισμένης προσπάθειας να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους προς την ειδική πλειοψηφία, με ιδιαίτερη έμφαση στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας. Η επιχειρηματολογία τους είναι ξεκάθαρη και, εκ πρώτης όψεως, λογική. Σε έναν κόσμο όπου οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικούς ρυθμούς, η ΕΕ συχνά εμφανίζεται δυσκίνητη, αδυνατώντας να αντιδράσει έγκαιρα επειδή μία και μόνο πρωτεύουσα μπορεί να μπλοκάρει μια κοινή ανακοίνωση, την επιβολή κυρώσεων ή μια στρατηγική πρωτοβουλία. Η ανάγκη να μιλά η Ευρώπη με μία, ισχυρή φωνή προβάλλεται ως υπαρξιακό ζήτημα, ειδικά τώρα που οι γεωπολιτικές ισορροπίες επαναπροσδιορίζονται παγκοσμίως.
Ωστόσο, αυτή η πίεση για την κατάργηση της ομοφωνίας βρίσκει απέναντί της ένα συμπαγές μέτωπο από μικρότερα και μεσαία κράτη-μέλη, τα οποία βλέπουν στην κίνηση αυτή μια προσπάθεια δομικής αλλοίωσης της ίδιας της φύσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανάμεσα στις χώρες που εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις και αντιδράσεις βρίσκονται η Ελλάδα και η Κύπρος.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία το δικαίωμα της αρνησικυρίας δεν είναι ένα απλό διπλωματικό εργαλείο αλλά μια κρίσιμη δικλείδα ασφαλείας για την προάσπιση στενά εθνικών συμφερόντων, που συνδέονται με την εδαφική ακεραιότητα, την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο και τις σχέσεις με τρίτες γειτονικές χώρες. Η ανησυχία είναι προφανής και λέει ότι, αν επικρατήσει η ειδική πλειοψηφία, υπάρχει ο ορατός κίνδυνος μια ομάδα ισχυρών κρατών του πυρήνα να επιβάλει αποφάσεις που δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες και τις ευαισθησίες των χωρών που βρίσκονται στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης.
Η αντιπαράθεση αυτή ξεπερνά τα στενά όρια των διαδικασιών και αγγίζει την ουσία του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Οι υποστηρικτές της αλλαγής υποστηρίζουν ότι η ομοφωνία οδηγεί συχνά στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή, παράγοντας νερωμένες πολιτικές, που στερούν από την ΕΕ τη διεθνή της αξιοπιστία. Από την άλλη πλευρά, οι επικριτές της πρότασης υπενθυμίζουν ότι η Ευρώπη χτίστηκε πάνω στην αρχή της ισοτιμίας των κρατών και της συναίνεσης. Η κατάργηση του βέτο στην εξωτερική πολιτική θα μπορούσε να δημιουργήσει μέλη δύο ταχυτήτων και να εντείνει το αίσθημα αποξένωσης των μικρότερων κοινωνιών από τα κέντρα λήψης αποφάσεων στις Βρυξέλλες.
Το βέβαιο είναι ότι η συζήτηση που ανοίγει ξανά δεν θα κλείσει εύκολα ούτε γρήγορα. Για να αλλάξει το καθεστώς της ομοφωνίας απαιτείται… ομοφωνία, πράγμα που σημαίνει ότι η πρόταση του Βερολίνου και της Κομισιόν θα χρειαστεί να περάσει μέσα από τις συμπληγάδες των εθνικών επιφυλάξεων.