
Χρ. Σταϊκούρας στο “Π”: Στεγαστική πολιτική: Κυβερνητικές παρεμβάσεις και οι προκλήσεις της επόμενης ημέρας
Του
ΧΡΗΣΤΟΥ ΣΤΑΪΚΟΥΡΑ
Βουλευτή ΝΔ, Καθηγητή ΟΠΑ, πρώην Υπουργού
Η στεγαστική κρίση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα στην Ευρώπη. Άνοδος τιμών κατοικίας και ενοικίων, αύξηση κόστους κατασκευής, δημογραφικές μεταβολές και επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης έχουν επιβαρύνει την πρόσβαση των πολιτών σε προσιτή στέγη. Η κατοικία βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή, τη δυνατότητα των νέων να δημιουργήσουν οικογένεια, την κινητικότητα των εργαζομένων και τη συνολική ανταγωνιστικότητα των οικονομιών.
Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Αν και οι πιέσεις που καταγράφονται στην αγορά κατοικίας εντάσσονται στην ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση, η χώρα παρουσιάζει ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Διαθέτει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιοκατοίκησης στην Ευρώπη και σημαντικό στεγαστικό απόθεμα, αλλά ταυτόχρονα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στην κάλυψη του κόστους στέγασης. Οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με ρυθμό ταχύτερο από την αύξηση των εισοδημάτων, ενώ τα ενοίκια ακολουθούν έντονα ανοδική πορεία, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις, η κυβέρνηση έχει αναπτύξει ένα ευρύ πλέγμα παρεμβάσεων με στόχο τη βελτίωση της στεγαστικής προσιτότητας. Προγράμματα όπως τα «Σπίτι μου Ι και ΙΙ», οι δράσεις «Ανακαινίζω – Ενοικιάζω», τα φορολογικά κίνητρα για τη μακροχρόνια μίσθωση, η επιστροφή ενοικίου, οι πρωτοβουλίες κοινωνικής κατοικίας και οι παρεμβάσεις στις βραχυχρόνιες μισθώσεις επιδιώκουν να διευκολύνουν την πρόσβαση των πολιτών σε προσιτή στέγη και να αυξήσουν τη διαθεσιμότητα κατοικιών στην αγορά.
Η κατεύθυνση των πολιτικών είναι προφανώς θετική. Ωστόσο, σημαντικός αριθμός ακινήτων παραμένει κενός ή υποαξιοποιείται, καθώς περίπου το ένα τρίτο του στεγαστικού αποθέματος δεν χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία. Οι αιτίες είναι πολλές και διαρθρωτικές. Υψηλό κόστος ανακαίνισης, πολυϊδιοκτησία, κληρονομικές εκκρεμότητες, πολεοδομικές δυσκολίες και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση αποτρέπουν την επαναφορά χιλιάδων κατοικιών στην αγορά. Παράλληλα, το ελληνικό κτιριακό απόθεμα είναι από τα παλαιότερα στην Ευρώπη, με αποτέλεσμα η χαμηλή ενεργειακή απόδοση πολλών κατοικιών να αυξάνει σημαντικά το κόστος διαβίωσης και να εντείνει το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας.
Την ίδια στιγμή, η αυξημένη ζήτηση για κατοικίες στα μεγάλα αστικά κέντρα, η ανάπτυξη βραχυχρόνιων μισθώσεων, η αύξηση μονοπρόσωπων νοικοκυριών και οι επενδύσεις στην αγορά ακινήτων δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις. Παρότι η οικοδομική δραστηριότητα ανακάμπτει, η προσφορά νέων κατοικιών εξακολουθεί να περιορίζεται από ελλείψεις εργατικού δυναμικού, χαμηλή παραγωγικότητα και διοικητικά εμπόδια.
Η επόμενη φάση της στεγαστικής πολιτικής χρειάζεται να εστιάσει περαιτέρω και εντατικά στην προσφορά, με εμπροσθοβαρή ενεργοποίηση κενών κατοικιών, επιτάχυνση ανακαινίσεων και ενεργειακών αναβαθμίσεων, ενίσχυση μακροχρόνιας μίσθωσης και ανάπτυξη πιο οργανωμένου πλαισίου κοινωνικής κατοικίας. Παράλληλα, απαιτούνται μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν την αξιοποίηση ακινήτων και θα ενισχύσουν την κατασκευαστική ικανότητα του ιδιωτικού τομέα.
Το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν αποτελεί μόνο ζήτημα αριθμού κατοικιών αλλά κυρίως ζήτημα προσιτότητας, αξιοποίησης του υφιστάμενου αποθέματος και αποτελεσματικής λειτουργίας της αγοράς. Το πλέγμα κυβερνητικών παρεμβάσεων που υλοποιείται έχει δημιουργήσει μια σημαντική βάση πολιτικής. Η πρόκληση της επόμενης περιόδου είναι να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά τους και να διαμορφωθεί μια πιο ολοκληρωμένη στρατηγική, που θα εξασφαλίζει ότι η πρόσβαση σε αξιοπρεπή και προσιτή κατοικία θα είναι εφικτή για όλους τους πολίτες. Παράλληλα, καθώς ίδιες πιέσεις καταγράφονται σε ολόκληρη την Ευρώπη, απαιτείται ανάπτυξη συνεκτικότερης και άμεσης εκτέλεσης ευρωπαϊκής πολιτικής αντιμετώπισης του στεγαστικού ζητήματος. Η ανακατανομή ευρωπαϊκών πόρων, ο εμπλουτισμός ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και η ανακατεύθυνση αυτών, η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και η προώθηση κοινών πρωτοβουλιών για την προσιτή και κοινωνική κατοικία μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά και ενισχυτικά προς τις εθνικές πολιτικές. Η προσιτή στέγη αποτελεί σήμερα όχι μόνο εθνική προτεραιότητα αλλά και κοινή ευρωπαϊκή ευθύνη.