
Αρ. Μπαλάσκας: Μνήμη και κρίση για την Κύπρο: Ένας οδηγός για το μέλλον
Του
ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗ ΜΠΑΛΑΣΚΑ
Δικηγόρου, Διδάκτορος Νομικής
Κάθε Αύγουστο, η καρδιά όλων των Ελλήνων σφίγγεται από πόνο, πίκρα και οργή. Θυμόμαστε τον Αύγουστο του 1974, τότε που ολοκληρώθηκε και παγιώθηκε η παράνομη εισβολή και κατοχή του 37% του κυπριακού εδάφους από τα τουρκικά στρατεύματα. 52 χρόνια έκτοτε συζητούμε εντός και εκτός ελλαδικών συνόρων για το τι έφταιξε, ποιοι πρόδωσαν, πώς θα αρθούν οι τραγικές συνέπειες της σκληρής πραγματικότητας.
Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύονται απόψεις που υποστηρίζουν πως η αποστολή αεροσκαφών Φάντομ και υποβρυχίων τύπου 209 –υπερσύγχρονων τότε οπλικών μέσων, που δεν διέθετε η Τουρκία– κατά την πρώτη (20 – 22/7/1974) ή κατά τη δεύτερη φάση της εισβολής (14 – 17/8/1974) είτε ήταν αδύνατη επιχειρησιακά είτε δεν θα άλλαζε την τύχη του πολέμου. Αν αυτό υπονοεί πως χωρίς πολιτική βούληση πλήρους εμπλοκής τα οπλικά συστήματα από μόνα τους δεν κερδίζουν πολέμους ή συγκρούσεις, είναι θέση ορθή. Αν όμως θέλει να μας υπενθυμίσει πως, όταν αντιπαρατίθεσαι με έναν ισχυρό αντίπαλο –ακόμη και όταν έχεις δίκαιο– πρέπει να βρίσκεις τρόπο να υποχωρείς, τότε είναι μια θέση λανθασμένη και επικίνδυνη.
Επομένως, αξίζει να υπομνησθούν τα εξής:
Α. Τα Φάντομ (F-4E), που ήταν πλήρως επιχειρησιακά –με τα πληρώματά τους εκπαιδευμένα επί μήνες από τη USAF– έφεραν ειδικές βόμβες rockeye, βόμβες διασποράς για την καταστροφή αρμάτων μάχης και τεθωρακισμένων οχημάτων. Τα υποβρύχια Type 209, διέθεταν ειδικές υπερσύγχρονες για την εποχή κατευθυνόμενες τορπίλες sst-4 με εμβέλεια 15 χιλιομέτρων, ειδικά σχεδιασμένες για την προσβολή πλοίων επιφανείας, χαμηλή ακουστική υπογραφή, μεγάλο βάθος κατάδυσης και ήταν επομένως δυσεντόπιστα και καταστρεπτικά για τα αντιτορπιλικά του Τουρκικού Ναυτικού. Να σημειωθεί πως τα Φάντομ πετούσαν με επιτυχία έως πρόσφατα, θεωρούμενα από τα καλύτερα βομβαρδιστικά αεροσκάφη που χειρίστηκαν ποτέ οι έλληνες πιλότοι, η δε συγκεκριμένη τορπίλη δοκιμάστηκε με επιτυχία, βυθίζοντας στόχο σε απόσταση 5 χλμ., από το ελληνικό ΠΝ το 2020!
Β. Η χρήση των εναερίων και υποβρυχίων μέσων κατά την έναρξη ή την εξέλιξη της τουρκικής εισβολής στην Μεγαλόνησο δεν ήταν θέμα άποψης, συζήτησης ή διαβούλευσης, επομένως επιλογής. Για την άμυνα της Κύπρου έναντι πιθανής τουρκικής εισβολής είχαν εκπονηθεί και συνεχώς αναθεωρούντο τα επιχειρησιακά σχέδια με την κωδική ονομασία «Αφροδίτη». Στο σχέδιο «Αφροδίτη 1» (1973) προβλεπόταν ρητώς ως δεσμευτική επιχειρησιακή επιλογή για το τότε Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος, στο οποίο προΐστατο ο στρατηγός Γρηγόρης Μπονάνος, η αποστολή υποβρυχίων για βύθιση του αποβατικού στόλου, η αεροπορική κάλυψη της Κύπρου και η συμμετοχή της ΕΛΔΥΚ στην απόκρουση της εισβολής.
Γ. Είναι γνωστό ότι στη σύσκεψη του τότε «Προέδρου της Δημοκρατίας» Φαίδωνα Γκιζίκη, του Μπονάνου, του φερόμενου ως πρωθυπουργού Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου, των Αρχηγών των Επιτελείων και του Ιωαννίδη στις 21 Ιουλίου 1974, οι δύο πρώτοι σε συνεργασία με τους Αρχηγούς Ναυτικού Πέτρο Αραπάκη και Αεροπορίας Αλέξανδρο Παπανικολάου, αρνήθηκαν να εφαρμόσουν το σχέδιο «Αφροδίτη» και θυμήθηκαν πως ο «αόρατος» και μοιραίος δικτάτωρ, ταξίαρχος Δημήτρης Ιωαννίδης ήταν βαθμολογικά κατώτερός τους, δεν του όφειλαν πλέον υποταγή και οδηγούσε τον τόπο σε καταστροφή… Το ότι ο Μπονάνος κατηύθυνε τότε τις εξελίξεις πιστοποιείται από την ομολογία του υφυπουργού Εξωτερικών ΗΠΑ Τζόζεφ Σίσκο ότι ο Αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος εκπροσωπούσε τη (σκοπίμως;) απούσα ελληνική κυβέρνηση.
Δ. Τις παλινωδίες ως προς τη μεταστάθμευση των F-84 και των Φάντομ από την Ανδραβίδα στο Ηράκλειο και τα πισωγυρίσματα των υποβρυχίων μεταξύ Ρόδου και Κύπρου καλό θα ήταν να τα εκθέσουν οι ειδικοί. Βέβαιο είναι πως και στις 20/7, όπου αρχίζει η τουρκική εισβολή με 16 πλοία και τη σταδιακή αποβίβαση 5.000 περίπου στρατιωτών, μέχρι τις 15.00 μ.μ. της 22ας Ιουλίου, όπου καταλαμβάνεται η Κερύνεια, η προσβολή από αέρος και θαλάσσης των τουρκικών στρατευμάτων θα είχε επιφέρει συντριπτικά πλήγματα τόσο σε επιχειρησιακό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο. Το κύριο γεωστρατηγικό μέλημα των Τούρκων τότε, όπως αποδεικνύει το πολεμικό ανακοινωθέν τους για την «ειρηνευτική επιχείρηση» που διεξήγαγαν όσο και οι δηλώσεις του τότε πρωθυπουργού τους Μπουλέντ Ετσεβίτ, ήταν να μην αποσταλούν ενισχύσεις από την Ελλάδα. Κάποιοι φρόντισαν να τους διευκολύνουν…
Ε. Ο δημοσιογράφος Μεχμέτ Αλή Μπιράντ, στο περιώνυμο βιβλίο του «Απόφαση-Απόβαση», έχει περιγράψει τις δραματικές στιγμές που αντιμετώπισε κατά τις δύο πρώτες ημέρες της εισβολής ο βάρβαρος «Αττίλας». Ο διοικητής και υποδιοικητής των αποβατικών δυνάμεων είχαν σκοτωθεί, οι επιτελείς του τουρκικού Σώματος Στρατού τη νύχτα της 21ης έκαιγαν απόρρητα έγγραφα για να μην πέσουν στα χέρια των Ελλήνων σε περίπτωση αιχμαλώτισής τους, οι αντικειμενικοί στόχοι περιορίζονταν στο Πεντεμίλι (ακτή απόβασης), στην Αγύρτα (ρίψη αλεξιπτωτιστών) και στο Κιόνελι (τουρκοκυπριακός θύλαξ). Παράλληλα, παντού υπήρχε ισχυρή ελληνοκυπριακή αντίσταση, που, όπως ομολογείται από τουρκικής πλευράς, δεν την ανέμεναν τόσο σφοδρή, όλοι σχεδόν οι τουρκοκυπριακού θύλακες, ακόμη και εκείνος της Αμμοχώστου, είχαν καταληφθεί από την Εθνική Φρουρά και το αεροδρόμιο της Λευκωσίας δεν κατέστη δυνατόν να καταληφθεί από τους εισβολείς.
ΣΤ. Η έκθεση που υπέβαλε ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων Μπονάνος στον μετέπειτα πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή ανέφερε: «Τα F-4 (Φάντομ) λόγω της αναγκαιούσης (sic) μετασταθμεύσεως εις αεροδρόμιον Ηρακλείου και της απειρίας του τεχνικού προσωπικού ως εκ της προσφάτου παραλαβής των αεροσκαφών και μη πλήρους συμπληρώσεως της εκπαιδεύσεως διά πολεμικάς επιχειρήσεις, εβράδυνον να ετοιμασθούν κατά τρείς περίπου ώρας, ότε την 11.00 της 22ας Ιουλίου ο ΑΕΔ απεφάσισε την μη χρησιμοποίησίν των». Επομένως, ο Μπονάνος, όπως ο ίδιος άλλωστε ομολογεί στο βιβλίο του, αποφάσισε τη μη εμπλοκή της Ελλάδας στις πολεμικές επιχειρήσεις, η οποία δεν προϋπέθετε αναγκαστικά την κήρυξη πολέμου στην Τουρκία. Η ελληνική ενίσχυση της πληττόμενης Κύπρου θα μπορούσε να λάβει χώρα στα πλαίσια των Συνθηκών Εγγύησης του 1960, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 4 ή ακόμη χωρίς καν νομική αιτιολόγηση. Η Ελληνική Αεροπορία, με τα 300 αεροσκάφη της, όπως απέδειξαν και οι τότε αερομαχίες πάνω από το Αιγαίο, θα μπορούσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία την Τουρκική. Οι ψευδείς αναφορές του τότε Αρχηγού των ΕΔ και των επιτελών, οι οποίοι υπήρξαν όλοι της απολύτου εμπιστοσύνης του καθεστώτος της 25ης Νοεμβρίου 1973 και οι οποίοι ποτέ δεν λογοδότησαν για τις εγκληματικές τους πράξεις και παραλείψεις, για δήθεν απειρία του τεχνικού προσωπικού και βραδύτητα στην πολεμική προπαρασκευή των Φάντομ, αποκρύπτουν αφενός πως –έως τις 15:00 της 22ας Ιουλίου, όταν και κατελήφθη η Κερύνεια– μπορούσαν να πετάξουν εκεί τα αεροσκάφη, τα οποία χρειάζονταν εννιά λεπτά πτήσης για να πλήξουν τους στόχους τους και να επιστρέψουν, συνοδευόμενα εν ανάγκη από 18 ετοιμοπόλεμα F-84 έως τα όρια του κυπριακού εναέριου χώρου και εξασφαλιζόμενα από απογειώσεις μέσω Ρόδου κατά την επιστροφή τους, όσο και τα υποβρύχια θα μπορούσαν άνετα να καλύψουν τα 85 μίλια μέχρι την Κύπρο από τις 18:00 της 21ης έως το πρωί της 22ας Ιουλίου. Αυτό που δεν λέγεται είναι ότι κάποιοι τότε είχαν συμφωνήσει την «ανακωχή», που βόλευε απόλυτα την Τουρκία, μεθόδευαν τη Μεταπολίτευση με όρο να σώσουν το «τομάρι» τους και περίμεναν να πέσει η Κερύνεια, ώστε να συμφωνηθεί στις 16:00 μ.μ. της 22ας Ιουλίου η «ανακωχή» και εν συνεχεία να ξεδιπλώσουν τα σχέδιά τους σε αγαστή συνεργασία με τμήμα του ξένου παράγοντα που έβλεπε τη λύση του κυπριακού προβλήματος στη διχοτόμηση, όπως εξάλλου πράττει και σήμερα.
Ζ. Ο ιστορικός χρόνος δεν ταυτίζεται με τον πολιτικό χρόνο. 52 χρόνια εισβολής και κατοχής είναι αρκετά από πολιτική άποψη, όχι όμως από ιστορική. Ήδη ένα καινούργιο και άκρως ευνοϊκό περιβάλλον διαμορφώνεται στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, που ευνοεί το όραμα απελευθέρωσης της Μεγαλονήσου. Η Τουρκία κατάφερε να υλοποιήσει τους σχεδιασμούς του Νιχάτ Ερίμ (διζωνική – δικοινοτική ομοσπονδία) 20 περίπου χρόνια μετά την εκπόνησή τους και να τους διατηρεί επί 52 χρόνια σε καθεστώς (φαινομενικής) διεθνούς ανυποληψίας και απομόνωσης, ιδίως σε ό,τι αφορά την αυτοαποκαλούμενη «ΤΔΒΚ». Η Ελλάς δεν έχει ανάγκη νέες «Πρέσπες» για να λύσει άρον άρον το «αγκάθι» του Κυπριακού. Έχει ανάγκη από συστράτευση του πολιτικού συστήματος, των διανοουμένων, της κοινωνίας, ώστε να περιμένει υπομονετικά και διαρκώς προετοιμαζόμενη τις εξελίξεις, να δημιουργεί συμμαχίες και επιμαχίες τις οποίες θα σέβεται πρωτίστως η ίδια και δεν θα τις διακυβεύει καιροσκοπικά, να απομονώνει γεωπολιτικά σε κάθε ευκαιρία την ολοκληρωτική και στρατοκρατική τουρκική νομενκλατούρα, να προσφέρει στην ελληνική νεολαία επιτέλους ένα όραμα εθνικής υπερηφάνειας και ανάτασης, η οποία θα κληθεί οποτεδήποτε να αντιμετωπίσει επί του πεδίου την ανιστόρητη και αδηφάγο «Γαλάζια Πατρίδα (Mavi Vatan)» και να προτείνει στα διεθνή fora ένα συνεκτικό και πειστικό σχέδιο λύσης του Κυπριακού: Επανένωση στη βάση του ευρωπαϊκού κεκτημένου, νέο Σύνταγμα, με σεβασμό στην αρχή της αυτοδιάθεσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και στη δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας, απόσυρση όλων των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων και των εποίκων από τη Μεγαλόνησο.
Η Ελλάς του 21ου αιώνα και θέλει και μπορεί να επιβάλει το διεθνές δίκαιο, τα ιστορικά της δικαιώματα και την αέναη πολιτισμική της ακτινοβολία όπου επιθυμεί στον ζωτικό της χώρο, ήτοι στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Οι αποστάσεις δεν αποτελούν πλέον ανασχετικό παράγοντα. Καθήκον όσων έχουν ισχυρή και ανιδιοτελή εθνική συνείδηση είναι να της παράσχουν, κατά το μέτρο των δυνάμεων, της αξίας και των γνώσεων εκάστου, την αναγκαία εκείνη στήριξη ώστε να δημιουργηθεί το αρραγές εθνικό μέτωπο που θα την οδηγήσει, όπως έλεγε και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1974, στη θεμελίωση μιας καινούργιας εθνικής ζωής, η οποία θα δίνει τη χαρά και την ελπίδα σε όλους τους Έλληνες.