Οι αυταπάτες της ευημερίας των αριθμών και η τιμωρητική ψήφος

Οι αυταπάτες της ευημερίας των αριθμών και η τιμωρητική ψήφος

«Οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι δυστυχούν»: Το διαχρονικό αυτό πολιτικό οξύμωρο επιστρέφει στο επίκεντρο της επικαιρότητας, καθώς η απόσταση ανάμεσα στους οικονομικούς δείκτες και τη σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας απειλεί να διαμορφώσει κύμα τιμωρητικής ψήφου στην κάλπη.

Συνοπτικά
  • Βασική Εξέλιξη: Η κυβερνητική αφήγηση για μείωση του δημόσιου χρέους συγκρούεται με τη συμπίεση του βιοτικού επιπέδου της κοινωνίας.
  • Κομβικό Σημείο: Οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν έντονη νοσταλγία των πολιτών για το βιοτικό επίπεδο των προηγούμενων ετών.
  • Επόμενο Βήμα: Η αναπόφευκτη αναμέτρηση της καθημερινότητας με τους δείκτες προμηνύει συναισθηματική και τιμωρητική εκλογική συμπεριφορά.

Διαβάστε την αναλυτική παρουσίαση παρακάτω…

Η πολιτική σύγκρουση γύρω από την κυβερνητική ρητορική για τη μείωση του δημοσίου χρέους και η αναντιστοιχία της με την αγοραστική δύναμη και την ποιότητα ζωής των πολιτών.

Η πολιτική και κοινωνική ανάλυση του «Π» για τις ιστορικές καταβολές της αντινομίας «αριθμών και ανθρώπων», από τον Γεώργιο Παπανδρέου έως τη σημερινή μετα-μνημονιακή Ελλάδα, και οι επιπτώσεις της στην εκλογική συμπεριφορά.

Οι αριθμοί ευημερούν, οι άνθρωποι δυστυχούν. Δεν είναι έτσι τα πράγματα –ή, τουλάχιστον, δεν θα έπρεπε να είναι έτσι– στο επίπεδο της πολιτικής.

Στην πράξη, ωστόσο, και στο πώς επηρεάζει καταλυτικά και καθοριστικά την καθημερινότητα των πολιτών μιας συγκροτημένης και συλλογικής κοινωνίας, η συναφής ιστορική ε­μπειρία επιβεβαιώνει το παραπάνω οξύμωρο. Και προκαλεί μελαγχολία.

Η ιστορική αναζήτηση των απαρχών της μελαγχολικής διαπίστωσης απαντάται στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Στην Ελλάδα του 1960, την τόσο πολωμένη και πολιτικά φορτισμένη, ο «Γέρος της Δημοκρατίας», ο Γεώργιος Παπανδρέου, είχε επιχειρήσει να αναδείξει την αντινομία και αναντιστοιχία της ευημερίας των οικονομικών μεγεθών σε σχέση με την ποιότητα ζωής που βίωναν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους. Από τότε, πολλές δεκαετίες πέρασαν, πολλές εξουσίες πέρασαν, πολλές διακυβερνήσεις πέρασαν, όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά ευρύτερα από τον Δυτικό Κόσμο.

Ανεξάρτητα από τη συγκυρία, ανεξάρτητα από τις συνθήκες κάθε εποχής, ανεξάρτητα από τις προτεραιότητες και τις ανάγκες κάθε κοινωνίας σε κάθε διαφορετική χρονική στιγμή και εκδοχή ενός έθνους, το αδιαφιλονίκητο πολιτικό στοίχημα για κάθε εξουσία, για κάθε κυβέρνηση, για κάθε πολιτική κυριαρχία ήταν να τέμνονται οι δυο… ευημερίες. Οι αριθμοί και οι άνθρωποι να συμβιώνουν αρμονικά, να συμπορεύονται, να προοδεύουν και όχι να αντιμάχονται.

Η έκβαση του σχετικού πολιτικού εγχειρήματος, η αποτελεσματική ή μη σύμπτωση της ευημερίας των οικονομικών μεγεθών και της ευημερίας των ανθρώπων διαδραμάτιζε καθοριστικό, καίριο, θεμελιώδη ρόλο στην αναδιάταξη των πολιτικών συσχετισμών και των ισορροπιών δυνάμεων, στο τέλος μιας πολιτικής κυριαρχίας και στη διαδικασία αναζήτησης της επόμενης, από την πλευρά κάθε κοινωνίας.

Όταν, μάλιστα, μιλάμε για μια κοινωνία σαν την ελληνική, που δεν διακρίνεται για τη γοητεία προς τη μετριοπάθεια, το μέτρο και τη σύνεση, μια κοινωνία που είναι ευάλωτη στις παρορμήσεις της ψυχολογίας και του συναισθήματος, που αναπόφευκτα μεταβάλλονται εύκολα, αναπότρεπτα και συγκυριακά, τότε τα δεδομένα καθίστανται ακόμη περισσότερο ενδιαφέροντα. Συναρπαστικά. Ανεξέλεγκτα…

Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή τη ρητορική επιχειρηματολογία από την πλευρά του Κυριάκου Μητσοτάκη, του επικοινωνιακού μηχανισμού του Μεγάρου Μαξίμου και κορυφαίων υπουργών και στελεχών της κυβέρνησης Μητσοτάκη και του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας για τη μείωση του δημοσίου χρέους και την πρόωρη αποπληρωμή των… χρωστούμενων της ελληνικής οικονομίας, επανήλθε στο επίκεντρο η σχετική… ζύμωση. Ο σημερινός ένοικος του Μεγάρου Μαξίμου μίλησε για «εθνικό καθήκον», αναφορικά με την υποχρέωση να μειωθεί το δημόσιο χρέος, ώστε να διευκολυνθεί η περπατησιά και η διαδρομή των γενεών που ακολουθούν προς ένα καλύτερο μέλλον.

Κανείς δεν μπορεί να επιχειρηματολογήσει κόντρα σε αυτήν τη διαπίστωση. Αλλού βρίσκεται το πρόβλημα. Αν η σχετική στόχευση υπηρετεί την ανάγκη του παρόντος. Αν διευκολύνει την κοινωνία του σήμερα, στις τάξεις της οποίας σεργιανίζουν και οι μελλοντικές γενεές, να ζει αξιοπρεπώς. Όχι απλά να… υπάρχει. Αν υπηρετεί τη μέγιστη στόχευση μιας οργανωμένης πολιτείας για την ευημερία των πολιτών της. Για τη διαρκή ευημερία τους. Για την ανατροφοδοτούμενη ευημερία τους. Για μια ευημερία που διαρκώς ανανεώνεται και εξελίσσεται.

Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στη σημερινή Ελλάδα. Στη μετα-μνημονιακή Ελλάδα, η οποία δεν κατάφερε ποτέ να απαλλαχθεί, να υπερβεί, να αφήσει πίσω της τις βαθιές πληγές που άνοιξαν τα εθνοκτόνα Μνημόνια. Στις δημοσκοπήσεις, ακόμη και στις δημοσκοπήσεις που δεν… πείθουν για την αξιοπιστία και τη φερεγγυότητά τους, καταγράφεται με ένταση η… νοσταλγία των Ελλήνων για τα χρόνια που χάθηκαν. Με συντριπτικά ποσοστά, οι Έλληνες δηλώνουν ότι περνούσαν καλύτερα την προηγούμενη δεκαετία, πριν, δηλαδή, από την επταετή διακυβέρνηση Μητσοτάκη.

Αυτό το δεδομένο θα διαδραματίσει τον καθοριστικότερο ρόλο στη διαμόρφωση της εκλογικής συμπεριφοράς των Ελλήνων στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές. Εκεί θα αναμετρηθούν οι αυταπάτες της ευημερίας των αριθμών με την πραγματικότητα που βιώνει κάθε πολίτης και η συλλογική κοινωνία στην καθημερινότητά τους. Η εμπειρία μας δείχνει, η εμπειρία… φωνάζει ότι μια τέτοια αναμέτρηση καταλήγει σε τιμωρητική ψήφο. Προς… παραδειγματισμό, ανεξάρτητα του αν υπάρχει ή αν έχει βρεθεί μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση διακυβέρνησης.

Η αναμέτρηση της ευημερίας των αριθμών με την πραγματικότητα της καθημερινότητας | Credit: Ψηφιακή απεικόνιση / paron.gr

Πηγή: ΤΟ ΠΑΡΟΝ | Συντάκτης: Συντακτική Ομάδα paron.gr