Από δεδομένος σύμμαχος, η κυβέρνηση τώρα τρέμει την… οργή του Τραμπ

Από δεδομένος σύμμαχος, η κυβέρνηση τώρα τρέμει την… οργή του Τραμπ

Υπό τον φόβο του ξεσπάσματος της οργής του Ντόναλντ Τραμπ λειτουργεί η κυβέρνηση και λαμβάνει τις κρίσιμες αποφάσεις που αφορούν τη θέση της Ελλάδας απέναντι στις προκλήσεις του πολέμου με το Ιράν, καθώς εκεί που ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδειχνε να έχει στρίψει την Ελλάδα στην πλευρά των ΗΠΑ, υποχρεώνεται τώρα να απορρίψει τις εκκλήσεις που, με απειλητικό ύφος, απηύθυνε ο Ντόναλντ Τραμπ για συμμετοχή των χωρών του ΝΑΤΟ σε μια επιχείρηση ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ.

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Η κυβέρνηση, από την πρώτη στιγμή της εκλογής Τραμπ, επιχείρησε να βρει άκρη στο περιβάλλον του αμερικανού Προέδρου και απέφυγε συστηματικά να ασκήσει οποιαδήποτε κριτική σε αμφιλεγόμενες και προβληματικές επιλογές του.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στην κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου στη Βενεζουέλα ο πρωθυπουργός απέφυγε να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο, λέγοντας ότι είναι «πρόωρο». Και αυτό ενώ υπήρχε μια πρωτοφανής σε έκταση και βάθος παραβίαση στοιχειωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου, με την εισβολή σε μια ανεξάρτητη χώρα και την απαγωγή του ηγέτη της.

Το διεθνές δίκαιο έχει υποχωρήσει δραματικά από τη διεθνή σκηνή από τη στιγμή που ξεκίνησε η δεύτερη θητεία Τραμπ, και αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί φυσικά να το αλλάξει η Αθήνα. Τουλάχιστον, όμως, δεν θα πρέπει να το αποδέχεται αδιαμαρτύρητα.

Η Ελλάδα, η οποία θεωρήθηκε –λόγω και πρόσφατων επιλογών της κυβέρνησης– ως μία από τις ευρωπαϊκές χώρες που κινούνται στον ατλα­ντικό αστερισμό, βρέθηκε τώρα, με τον πόλεμο στο Ιράν, σε εξαιρετικά δυσχερή θέση. Απέφυγε, βεβαίως, να καταδικάσει τη μονομερή και χωρίς διεθνή νομιμοποίηση επίθεση του Ισραήλ και των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, ενώ, αντιθέτως, ήταν λαλίστατη στην καταδίκη των ιρανικών αντιποίνων εναντίον των χωρών του Κόλπου.

Όμως, ενώ η Ελλάδα δήλωνε ότι δεν συμμετέχει στον πόλεμο, είναι σαφές ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές υποδομές στην Ελλάδα, με πρώτη τη βάση της Σούδας, έχουν σημαντικό ρόλο στην αμερικανική πολεμική κινητοποίηση εναντίον του Ιράν, κάτι που εκ των πραγμάτων την καθιστά μέρος του προβλήματος.

Την ίδια στιγμή, όμως, η Αθήνα βρέθηκε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση, καθώς ήταν από τις πρώτες χώρες που δημοσίως απέρριψαν την έκκληση του Προέδρου Τραμπ για αποστολή δυνάμεων στο ασαφές σχέδιο για να κρατηθούν ανοικτά τα Στενά του Ορμούζ.

Οι ΗΠΑ και ο Πρόεδρος Τραμπ, που προφανώς δεν εκτίμησαν σωστά το Ιράν και την αντίδρασή του και πίστευαν αφελώς ότι η Τεχεράνη δεν θα χρησιμοποιήσει το μεγάλο όπλο των Στενών του Ορμούζ, βρέθηκαν στην εξαιρετικά δύσκολη θέση να ζητήσουν τη συνδρομή συμμάχων και εταίρων προκειμένου να στείλουν δυνάμεις για να κρατηθούν τα Στενά ανοικτά για τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Ο ίδιος ο αμερικανός Πρόεδρος ήταν μάλιστα ιδιαίτερα απειλητικός προς τους συμμάχους, δηλώνοντας ότι, αν δεν ανταποκριθούν, αυτό θα είναι «κακό για το ΝΑΤΟ».

Ο αμερικανός Πρόεδρος δεν ήθελε απλώς να αποφύγει, σε μια τέτοια επιχείρηση, που θα ήταν εκτεθειμένη σε ιρανικά πυρά, τον εγκλωβισμό μόνο αμερικανικών πλοίων –παρά τη θαλάσσια κυριαρχία που δηλώνει ότι έχουν αποκτήσει οι ΗΠΑ στην περιοχή–, αλλά θα ήθελε να αναλάβουν την αποστολή αυτή κυρίως συμμαχικά πλοία και πληρώματα. Και συγχρόνως έτσι θα ενέπλεκε, εμμέσως, και τις συμμαχικές χώρες σε έναν πόλεμο που ο ίδιος μαζί με τον ισραηλινό πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου ξεκίνησαν, προσφέροντας δήθεν διεθνή νομιμοποίηση.

Η απόρριψη ήρθε όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά και από τη Γερμανία, την Ισπανία και την Ιταλία, ενώ η Γαλλία, με τον Πρόεδρο Μακρόν –ο οποίος συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Ντόναλντ Τραμπ–, δεν απέκλειε αρχικά την ανάληψη δράσης στην περιοχή, τελικά, όμως, και αυτός απέρριψε το ενδεχόμενο της γαλλικής συμμετοχής.

Στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της ΕΕ, στις Βρυξέλλες, οι υπουργοί Εξωτερικών της ΕΕ συμφώνησαν μόνο στην ανάγκη ενίσχυσης της επιχείρησης «ΑΣΠΙΔΕΣ» στην Ερυθρά Θάλασσα και δεν υπήρξε καμία διάθεση για επέκταση της αποστολής της δύναμης αυτής στην περιοχή του Κόλπου του Ομάν και των Στενών του Ορμούζ, όπως αρχικά κάποιοι ευρωπαϊκοί παράγοντες είχαν αφήσει ανοικτό.

Η Αθήνα, λίγες εβδομάδες πριν, ζούσε στον αστερισμό της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και της μετατροπής της σε ενεργειακό κόμβο του αμερικανικού LNG προς την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Τα διθυραμβικά σχόλια μετά την υπογραφή των σχετικών συμφωνιών, τα μεγαλόπνοα σχέδια για είσοδο των Αμερικανών στο λιμάνι της Ελευσίνας ήταν χαρακτηριστικά της ευφορίας που υπήρχε στην κυβέρνηση.

Βεβαίως, όλα αυτά τα σχέδια είναι επί χάρτου, καθώς απομένουν πολλά σημαντικά ακόμη βήματα για την εξεύρεση χρηματοδότησης και τα έργα υποδομής που απαιτούνται, ενώ κανείς δεν γνωρίζει ακόμη εάν πραγματικά ο λεγόμενος «Κάθετος Διάδρομος» θα είναι βιώσιμος και δεν θα επιλεγεί από τις χώρες της περιοχής είτε η εισαγωγή αμερικανικού LNG από τον Βορρά είτε –εφόσον το επιτρέψουν οι συνθήκες– ακόμη και η προμήθεια ρωσικού φυσικού αερίου.

Εξάλλου, στην ίδια διαδρομή υπάρχει ισχυρός ανταγωνισμός και από την Τουρκία, η οποία είναι ο μεγαλύτερος μάλιστα εισαγωγέας αμερικανικού LNG.

Έχοντας αρνηθεί στον Ντόναλντ Τραμπ την παροχή συνδρομής για τα Στενά του Ομάν, η κυβέρνηση κινδυνεύει να βρεθεί στο στόχαστρό του. Και αυτό δεν αποκλείεται να επηρεάσει και όλο το πλαίσιο των σχέσεων. Σε κάθε περίπτωση, δεν διαμορφώνει την καλύτερη εικόνα για τον ίδιο τον πρωθυπουργό, ο οποίος προσδοκούσε και ήλπιζε ότι σύντομα, μετά τις εξελίξεις με τον Κάθετο Διάδρομο –πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στο Ιράν και μετά το πέρασμα του αμερικανικού αεροπλανοφόρου από τη Σούδα–, θα εξασφάλιζε πρόσκληση για τον Λευκό Οίκο. Και αυτό διότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει δείξει ότι χαρακτηρίζεται από λεπτότητα και κατανόηση, όταν κάποιοι που θεωρεί δεδομένους αρνούνται ή είναι διστακτικοί να εκτελέσουν τις εντολές και να υλοποιήσουν τις επιθυμίες του.

Φωτό: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ/ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/EUROKINISSI

ΤΟ ΠΑΡΟΝ