
Απ. Αποστόλου στο “Π”: Όταν η φθορά αντεπιτίθεται
Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ρώμης
Υπάρχουν εποχές που οι κυβερνήσεις μοιάζουν με καλοκουρδισμένα ρολόγια, οι δείκτες κινούνται με ακρίβεια, οι μηχανισμοί φαίνονται αλάνθαστοι και οι κάτοχοί τους πιστεύουν πως ο χρόνος εργάζεται αποκλειστικά υπέρ τους. Υπάρχουν όμως και οι άλλες εποχές, εκείνες όπου το ρολόι εξακολουθεί να δείχνει ώρα, αλλά τα γρανάζια του έχουν αρχίσει να τρίζουν. Κάπως έτσι μοιάζει σήμερα ο εξελληνισμένος νεοφιλελευθερισμός του κ. Μητσοτάκη. Ένα πολιτικό κατασκεύασμα που παρουσιάστηκε ως η απόλυτη συνταγή εκσυγχρονισμού, αλλά πλέον εκπέμπει σημάδια κόπωσης, φθοράς και σκανδαλοσύνθεσης.
Για χρόνια, η κυβέρνηση καλλιέργησε την εικόνα μιας χώρας που βαδίζει ακάθεκτη προς την ευημερία. Οι αριθμοί επιστρατεύονταν ως αδιάψευστοι μάρτυρες, οι δείκτες ανάπτυξης ως πιστοποιητικά επιτυχίας και οι εξαγγελίες ως συμβόλαια ενός λαμπρού μέλλοντος. Η κοινωνία κλήθηκε να πιστέψει ότι οι στόχοι είχαν ήδη επιτευχθεί πριν ακόμη πραγματοποιηθούν. Η αισιοδοξία μετατράπηκε σε επίσημο δόγμα και η αμφισβήτηση σε περίπου πολιτικό ατόπημα.
Όμως η πραγματικότητα έχει το κακό συνήθειο να μην υπακούει στα Δελτία Τύπου. Οι μεγάλες προσδοκίες άρχισαν να ξεθωριάζουν και οι βεβαιότητες να χάνουν τη λάμψη τους. Οι υποσχέσεις για μια κοινωνία που θα απολάμβανε τους καρπούς της ανάπτυξης συναντήθηκαν με την ακρίβεια, την ανασφάλεια και τη δυσκολία της καθημερινότητας. Οι πολίτες άκουγαν για επιτυχίες, αλλά συχνά δυσκολεύονταν να τις αναγνωρίσουν στη ζωή τους.
Και τότε ήρθαν οι διορθωτικές κινήσεις. Η μία μετά την άλλη παρουσιάστηκαν ως αποφασιστικές παρεμβάσεις που θα αποκαθιστούσαν τις δυσλειτουργίες, μόνο που αποδείχθηκαν περισσότερο επικοινωνιακές ασκήσεις, παρά ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Ήταν σαν να προσπαθεί κανείς να βάψει έναν τοίχο που έχει ήδη αρχίσει να καταρρέει. Το χρώμα μπορεί να αλλάζει την όψη, δεν μπορεί να αλλάζει όμως τη ρωγμή.
Παράλληλα, αναπτύχθηκε ένα φαινόμενο γνώριμο στην ελληνική πολιτική ιστορία, ο κομματικός παρασιτισμός. Οι μηχανισμοί εξουσίας άρχισαν να λειτουργούν περισσότερο για τη συντήρηση του εαυτού τους παρά για την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Οι ημέτεροι πολλαπλασιάζονταν, οι κομματικές εξαρτήσεις αναπαράγονταν και η αίσθηση μιας κλειστής πολιτικής κάστας γινόταν ολοένα εντονότερη.
Στο μεταξύ, τα σκάνδαλα συσσωρεύονταν. Κάθε νέο επεισόδιο παρουσιαζόταν ως μεμονωμένο περιστατικό, κάθε αποκάλυψη ως μια ατυχής εξαίρεση, όμως, όταν οι εξαιρέσεις πληθαίνουν, παύουν να είναι εξαιρέσεις και γίνονται μέρος της εικόνας. Και η εικόνα αυτή άρχισε να βαραίνει επικίνδυνα την κυβέρνηση, δημιουργώντας την αίσθηση μιας εξουσίας που όχι μόνο φθείρεται αλλά και αδυνατεί να ανανεωθεί.
Παρ’ όλα αυτά, οι δημοσκοπήσεις εξακολουθούν να εμφανίζουν τη Νέα Δημοκρατία στην κορυφή. Οι εταιρείες μετρήσεων καταγράφουν προβάδισμα και οι κυβερνητικοί επιτελείς αντλούν παρηγοριά από τους αριθμούς. Ωστόσο, η πολιτική ιστορία έχει αποδείξει πολλές φορές ότι οι κοινωνίες δεν κινούνται πάντοτε με τη γραμμικότητα των στατιστικών μοντέλων. Υπάρχουν υπόγεια ρεύματα που δεν αποτυπώνονται εύκολα στα ποσοστά, διαθέσεις που ωριμάζουν αθόρυβα μέχρι να εκφραστούν ξαφνικά και δυναμικά στην κάλπη. Ο Ντοστογιέφσκι έλεγε ότι «η πολιτική κινείται με βάση το συναίσθημα».
Η Νέα Δημοκρατία μοιάζει σήμερα με ένα κόμμα που εξακολουθεί να κατέχει την πρωτοκαθεδρία, αλλά έχει αρχίσει να χάνει την πολιτική του φρεσκάδα. Η φθορά δεν είναι πλέον περιστασιακή, είναι δομική. Είναι η σκουριά που εμφανίζεται όταν ένα σύστημα εξουσίας παραμένει επί μακρόν εκτεθειμένο στις ίδιες πρακτικές, στις ίδιες αντιλήψεις και στις ίδιες αυταπάτες.
Γι’ αυτό και οι επόμενες εκλογές ενδέχεται να κρύβουν μια έκπληξη που σήμερα πολλοί αρνούνται να δουν. Όχι επειδή κάποιος αντίπαλος έχει ήδη πείσει ότι αποτελεί τη μεγάλη εναλλακτική λύση, αλλά επειδή η κυβερνητική φθορά μπορεί να αποδειχθεί βαθύτερη απ’ όσο δείχνουν οι μετρήσεις. Συχνά οι πολιτικές ανατροπές δεν γεννιούνται από τη δύναμη των αντιπάλων αλλά από την εξάντληση εκείνων που κυβερνούν.
Και τότε οι βεβαιότητες καταρρέουν με αξιοσημείωτη ταχύτητα και εκείνοι που θεωρούσαν την πρωτιά δεδομένη ανακαλύπτουν ότι η κοινωνία έχει ήδη προχωρήσει παρακάτω. Και αυτό γιατί στην πολιτική, όπως και στη ζωή, τίποτε δεν φθείρεται περισσότερο από την πεποίθηση ότι θα διαρκέσει για πάντα.
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».