Του
ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ*
Καθηγητή Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ρώμης
Οι λαοί διαδηλώνουν, η νεολαία αρνείται να γίνει κρέας για τα κανόνια και οι ευρωπαϊκές ηγεσίες επενδύουν στον εξοπλισμό, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές ανάγκες.
Η οργή επιστρέφει στους δρόμους
Οι λαοί της Ευρώπης αγανακτούν, αισθάνονται προδομένοι από τις ηγεσίες τους και βλέπουν τη ζωή τους να καθορίζεται από αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην τους. Διαδηλώνουν, συγκρούονται, φωνάζουν, διεκδικούν. Πίσω από τις εκρήξεις της κοινωνικής οργής βρίσκεται μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης. Είναι η απόσταση ανάμεσα στις ανάγκες των κοινωνιών και στις προτεραιότητες των κυβερνήσεων, οι οποίες διευρύνονται επικίνδυνα.
Το λεγόμενο «Διευθυντήριο των Βρυξελλών», όπως καταγγέλλουν οι επικριτές του, εμφανίζεται περισσότερο ευαίσθητο στις απαιτήσεις των οικονομικών ελίτ, των λόμπι και των οργανωμένων συμφερόντων, παρά στις αγωνίες των πολιτών. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, που υποσχέθηκε ειρήνη, ευημερία και κοινωνική σύγκλιση, έχει πλήρως ταυτιστεί με λιτότητα, ανασφάλεια και περιορισμό των κοινωνικών δικαιωμάτων.
«Το μέλλον μας δεν είναι τα κανόνια του πολέμου»
Οι μαθητικές και νεολαιίστικες κινητοποιήσεις στην Ιταλία και στη Γερμανία ανέδειξαν πριν από δύο μήνες ένα σύνθημα με ιδιαίτερη πολιτική σημασία: «Το μέλλον μας δεν είναι τα κανόνια του πολέμου». Το συγγενικό «Δεν θα γίνουμε κρέας για τα κανόνια» συμπυκνώνει την άρνηση μιας γενιάς να αποδεχθεί την πολεμική προετοιμασία ως αναπόφευκτη προοπτική.
Έτσι, λοιπόν, οι νέοι δεν διεκδικούν μόνο αυξημένη χρηματοδότηση για την παιδεία, κάλυψη των εκπαιδευτικών κενών και ουσιαστική αναβάθμιση των σχολικών υποδομών, αλλά αμφισβητούν ένα πολιτικό μοντέλο που ζητά από αυτούς να προσαρμοστούν σε ένα αβέβαιο αύριο, ενώ οι κυβερνήσεις αποφασίζουν σήμερα για λογαριασμό τους.
Οι προειδοποιήσεις ευρωπαίων αξιωματούχων για την ανάγκη στρατιωτικής ετοιμότητας ενισχύουν την ανησυχία. Όταν η πιθανότητα πολέμου επανέρχεται στον δημόσιο διάλογο, η νεολαία δικαιούται να ρωτήσει ποιος θα πληρώσει το τίμημα; Ποιος θα στερηθεί πόρους, ποιος θα ζήσει με τον φόβο και ποιος θα κληθεί να πολεμήσει;
Η διαμαρτυρία τους υπερβαίνει τα σχολικά αιτήματα και είναι η υπεράσπιση του δικαιώματος να ονειρεύονται ένα μέλλον ειρηνικό, με εργασία, κοινωνική ασφάλεια και αξιοπρέπεια.
Όπλα αντί για κοινωνικές ανάγκες;
Την ώρα που ενισχύονται οι αμυντικές δαπάνες και οι στρατιωτικές επενδύσεις, εκατομμύρια Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν στεγαστική κρίση, χαμηλούς μισθούς, ανεργία, ενεργειακή ακρίβεια και υποβαθμισμένες δημόσιες υπηρεσίες. Η στήριξη της Ουκρανίας και η ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Άμυνας παρουσιάζονται ως αναγκαίες απαντήσεις σε πραγματικές γεωπολιτικές απειλές. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, αφορά τα όρια, τις προτεραιότητες και το κοινωνικό κόστος αυτών των επιλογών.
Η ασφάλεια δεν εξαντλείται στα οπλικά συστήματα, αλλά είναι η δυνατότητα ενός εργαζομένου να ζει από τον μισθό του, ενός νέου να βρίσκει προσιτή κατοικία, μιας οικογένειας να πληρώνει την ενέργεια και ενός ασθενούς να έχει πρόσβαση σε αξιοπρεπή περίθαλψη. Αυτά όλα λείπουν σήμερα από την Ευρώπη.
Όταν οι κοινωνικές ανάγκες αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες, ενώ οι εξοπλισμοί αποκτούν προνομιακή θέση, δημιουργείται ένα εκρηκτικό μείγμα δυσαρέσκειας και πολιτικής αποξένωσης. Η κριτική στις Βρυξέλλες αφορά ακριβώς αυτήν την ιεράρχηση: Ποιος αποφασίζει, ποιος ωφελείται και ποιος επωμίζεται το κόστος.
Οι πολίτες δεν απαιτούν κατ’ ανάγκην την εγκατάλειψη κάθε αμυντικής πολιτικής, απαιτούν να μην αντιμετωπίζονται η παιδεία, η υγεία, η στέγη και η εργασία ως ανελαστικές υποχρεώσεις, ενώ οι στρατιωτικές δαπάνες εμφανίζονται ως πολιτική προτεραιότητα, χωρίς ουσιαστική κοινωνική διαβούλευση.
Η μετανάστευση ως βολικός αποδιοπομπαίος τράγος
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μετανάστευση προβάλλεται συχνά ως η βασική αιτία των προβλημάτων της Ευρώπης. Η σχετική ρητορική, από την αμερικανική πολιτική σκηνή μέχρι τις ευρωπαϊκές ακροδεξιόστροφες δυνάμεις, μετατοπίζει τη δημόσια συζήτηση από τις οικονομικές ανισότητες προς την αναζήτηση ενός εύκολου ενόχου.
Όμως, η στεγαστική κρίση, η συμπίεση των μισθών και το κόστος της ενέργειας απαιτούν συγκεκριμένες πολιτικές απαντήσεις και φυσικά δεν αντιμετωπίζονται με συνθήματα ούτε εξηγούνται αποκλειστικά μέσα από τη μετανάστευση. Συνδέονται με τις αγορές, την κατανομή του πλούτου, τις εργασιακές σχέσεις και τις κυβερνητικές επιλογές.
Όταν η κοινωνική οργή κατευθύνεται εναντίον των πιο ευάλωτων, οι πραγματικοί υπεύθυνοι των πολιτικών αποφάσεων παραμένουν στο απυρόβλητο. Έτσι, η δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο διατήρησης του ίδιου συστήματος που την προκαλεί.
Από τη Λεπέν στη Μελόνι
Η πορεία της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία αναδεικνύει ένα κρίσιμο παράδοξο των ευρωπαϊκών ακροδεξιόστροφων δυνάμεων. Δυνάμεις που αναπτύχθηκαν καταγγέλλοντας τις παραδοσιακές ελίτ και τις Βρυξέλλες –όχι άδικα βέβαια–, όταν ανέλαβαν την εξουσία, ήρθαν αντιμέτωπες με τις πιέσεις της κυβερνητικής διαχείρισης, των διεθνών συμμαχιών και των κυρίαρχων οικονομικών επιλογών. Εκεί στοιχήθηκαν με το Ευρωπαϊκό Διευθυντήριο, έγιναν επίσης εργολαβικές δυνάμεις της κοινωνικής ευρωπαϊκής καταπίεσης.
Η Μελόνι υιοθέτησε περισσότερο πραγματιστική στάση, όπως λένε οι συστημικοί αναλυτές (σαφώς συμβιβάστηκε με τα κελεύσματα της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν), απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και στους δυτικούς συμμάχους. Η αρχική αντισυστημική εικόνα συνυπάρχει πλέον με την ανάγκη διατήρησης της κυβερνητικής αξιοπιστίας και της συμμετοχής στους υφιστάμενους συσχετισμούς ισχύος.
Αντίστοιχα, η Μαρίν Λεπέν βρίσκεται αντιμέτωπη με το δίλημμα της προσαρμογής. Η πολιτική της πορεία εγείρει το ερώτημα για το κατά πόσο η διεκδίκηση της γαλλικής εξουσίας απαιτεί απομάκρυνση από τις πιο συγκρουσιακές θέσεις του παρελθόντος.
Δεν πρόκειται για πλήρη ταύτιση των δύο πολιτικών δυνάμεων. Πρόκειται για μια ευρύτερη τάση: Όσο οι ακροδεξιόστροφες δυνάμεις πλησιάζουν στην εξουσία, τόσο δοκιμάζονται οι αντισυστημικές διακηρύξεις τους. Η πρόκληση, λοιπόν, για τη Λεπέν δεν είναι μόνο αν μπορεί να κατακτήσει την κυβέρνηση, αλλά αν μπορεί ή θέλει να μεταβάλει τις οικονομικές και κοινωνικές προτεραιότητες της Ευρώπης.
Ποιο μέλλον διεκδικούν οι λαοί;
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη επιλογή. Θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τις κοινωνικές ανάγκες ως δευτερεύουσες απέναντι στις γεωπολιτικές επιδιώξεις ή θα επαναφέρει τον άνθρωπο στο επίκεντρο της πολιτικής της;
Οι μαθητές που διαδηλώνουν, οι εργαζόμενοι που διεκδικούν αξιοπρεπείς μισθούς και οι οικογένειες που ασφυκτιούν από το κόστος ζωής εκφράζουν διαφορετικές όψεις της ίδιας αγωνίας. Απαιτούν συμμετοχή στις αποφάσεις, δημόσια αγαθά, κοινωνική προστασία και πραγματικές προοπτικές.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι περισσότερη καταστολή, περισσότερη στρατιωτικοποίηση και διαρκής αναζήτηση εσωτερικών εχθρών. Χρειάζεται αλλαγή προτεραιοτήτων, ενίσχυση της δημόσιας παιδείας και υγείας, προσιτή στέγη, αξιοπρεπείς μισθοί και δημοκρατικός έλεγχος των αποφάσεων.
Όταν μια γενιά φωνάζει ότι δεν θέλει να γίνει κρέας για τα κανόνια, το ερώτημα αφορά ολόκληρη την κοινωνία. Η Ευρώπη δεν μπορεί να οικοδομήσει ασφαλές μέλλον πάνω στην ανασφάλεια των πολιτών της. Και η απάντηση δεν θα δοθεί μόνο στις αίθουσες των Συνόδων Κορυφής αλλά και στους δρόμους, εκεί όπου οι λαοί απαιτούν να ακουστούν.
*Ο Απόστολος Αποστόλου είναι καθηγητής Πολιτικής και Κοινωνικής Φιλοσοφίας και έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια Παντείου, Πάντοβας, Μιλάνου και Ρώμης. Έχει γράψει 15 βιβλία στα ελληνικά και στα ιταλικά και έχει αρθρογραφήσει σε ελληνικά και ιταλικά έντυπα. Υπήρξε μέλος του Istituto di Politica, Perugia και επίσης μέλος της Accademia Adriatica di Filosofia «Italia Nuova».