Κυβέρνηση υπουργών… περιορισμένης ευθύνης

Το πρόβλημα με την κυβέρνηση δεν είναι μόνον η δυσλειτουργία της, αλλά και ότι αυτή αποδεικνύεται με έναν τόμο διακοσίων σελίδων που συνέταξε σε χρόνο ρεκόρ ο αντιπρόεδρός της. Πότε πρόλαβαν οι υπουργοί να… αποσυντονιστούν; Και πότε πρόλαβε ο κ. Πάγκαλος να συντάξει αυτήν τη Βίβλο Παράλυσης και Ανικανότητας του ενός και μοναδικού κατά το Σύνταγμα πολιτικού οργάνου, αρμοδίου να χαράσσει και να εφαρμόζει την «Κυβερνητική Στρατηγική και Πολιτική»; Τα ερωτήματα είναι ρητορικά και δεν χρήζουν απαντήσεως. Το ίδιο ισχύει και για το παρεπόμενο αναγκαστικό ερώτημα: Τι μπορεί να περιμένει ο πολίτης για την αντιμετώπιση της σημερινής δυσχερέστατης καταστάσεως από μια κυβέρνηση που αυτοδιασύρεται;
Ο κ. Πάγκαλος, ως αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως, έχει βεβαίως αναλάβει τον συντονισμό τομέων της κυβερνητικής δραστηριότητας. Όμως, αυτά που συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα και στο άτυπο Υπουργικό Συμβούλιο και στη συνεδρίαση της υπό τον κ. αντιπρόεδρο Κοινωνικής και Οικονομικής Επιτροπής υπουργών, καταλύουν και διασύρουν τις έννοιες «υπουργός», «Υπουργικό Συμβούλιο», «κυβέρνηση». Κατά το Σύνταγμά μας, την πολιτική ευθύνη για τη χάραξη και άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής, κατά τομείς, την έχει ο οικείος υπουργός. Και δεν μπορεί ούτε ο πρωθυπουργός να μετριάσει την πολιτική ευθύνη του υπουργού του. Μπορεί, αν κρίνει ότι δεν κάνει καλά τη δουλειά του, να τον αντικαταστήσει. Δεν μπορεί όμως, εφόσον τον διατηρεί στην κυβέρνηση, να τον μειώνει και να τον διασύρει είτε ο ίδιος προσωπικά είτε διʼ εκπροσώπου του. Υπουργοί περιορισμένης ευθύνης δεν νοούνται κατά το Σύνταγμα.
Στη σημερινή όμως θεσμικώς παράδοξη κυβέρνηση, έχουμε τρεις παράγοντες που παρεμβαίνουν στον αποκλειστικό χώρο της πολιτικής ευθύνης του υπουργού με δήθεν «ρυθμιστικό» ή «συντονιστικό» ρόλο ή και «επιτιμητικό» λόγο. Πρώτος παράγων είναι ο υπουργοποιηθείς παλαιός συνεργάτης του πρωθυπουργού, κ. Παμπούκης, δεύτερος ο κ. Πάγκαλος, ως αντιπρόεδρος και τρίτος ο κ. Χρήστος Παπουτσής. Οι δύο πρώτοι έχουν μία επίφαση νομιμοποιήσεως στις –συνταγματικά απαράδεκτες– παρεμβάσεις τους στο έργο των υπουργών. Ο τρίτος αντλεί αφʼ εαυτού και ανατρέχων σε «ιστορικούς λόγους» το δικαίωμα εκρηκτικών ή μη ξεσπασμάτων κατά της «εξωκομματικής» δράσης υπουργών και υφυπουργών.
Οι τρεις αυτοί αξιωματούχοι κυβερνήσεως και κόμματος είναι αρκετοί για να καταστήσουν υπουργούς και υφυπουργούς αθύρματα παραγόντων που κατά το Σύνταγμα και τους νόμους –ιδίως αυτόν περί Ευθύνης των Υπουργών– σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να παρέμβουν στο «υπουργικό έργο».
Αν μάλιστα προστεθούν, όπως μπορεί να γίνει στο άμεσο μέλλον, και οι «σύμβουλοι» (φυσικά πρόσωπα και εταιρείες συμβούλων) του πρωθυπουργού, τότε μπαίνουμε σε δαιδαλώδη μονοπάτια που οδηγούν το θέμα «διακυβέρνηση» σε νέες καταστάσεις, στις οποίες η «πολιτική ευθύνη» ολοένα και περισσότερο θα περιθωριοποιείται, αλλά και τελικώς ανέλεγκτη στην ουσία θα παραμένει. Είναι δε αυτή η διαδικασία, στην οποία φαίνεται ότι έχουμε μπει, ο παράγων που περισσότερο από κάθε άλλον απομειώνει την αξία της πολιτικής και, έστω και αθέλητα, προετοιμάζει την «άνοδο» εξωπολιτικών διαχειριστών της πολιτικής εξουσίας.
Μπορεί οι πολιτικές, κομματικές και προσωπικές ακόμη βλέψεις και σκοπιμότητες να εξασφαλίζουν μέχρι στιγμής ένα ελάχιστο σημείο ισορροπίας και να μην έχουμε ακόμη μαζική έκρηξη των υπουργών κατά των νέων αυτών μεθόδων που είναι τελείως διαφορετικές από ό,τι υπήρξαν στο παρελθόν σε κυβερνήσεις, είτε του ΠΑΣΟΚ είτε της Νέας Δημοκρατίας. Και για να μείνουμε στον πολιτικό χώρο που σήμερα ασκεί τη διακυβέρνηση, πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν μπορεί να γίνει καμία σύγκριση μεταξύ των σημερινών παρεμβάσεων και του συντονιστικού ρόλου του κ. Αντώνη Λιβάνη, ο οποίος είχε καθημερινή επαφή με σειρά υπουργών χωρίς ποτέ να μειώσει το κύρος κανενός.
Οι κυβερνητικές δυσλειτουργίες και το είδος παρεμβάσεως για την άρση τους εμφανίζονται με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια δράσεως στον πρωθυπουργό άλλα, παρά μόνον την πρωτοβουλία να ακυρώσει τη μέχρι τώρα πρακτική. Και ο δρόμος αυτός είναι υποχρεωτικός κατά το Σύνταγμα, το οποίο έχει πλέγμα ολόκληρο διατάξεων που κατοχυρώνει τη θέση και τον ρόλο του υπουργού. Από την απαραίτητη υπογραφή του για να ισχύει οποιαδήποτε –πλην των προβλεπομένων λίγων εξαιρέσεων– πράξη του Προέδρου της Δημοκρατίας, μέχρι την απόλυτα προσωπική πολιτική και ποινική ευθύνη για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση των υπουργικών του καθηκόντων και αρμοδιοτήτων. Αυτό το πλέγμα συνταγματικών διατάξεων ούτε αίρεται ούτε παρακάμπτεται από οποιαδήποτε επιλογή του πρωθυπουργού, που αμέσως ή εμμέσως οδηγεί σε παράκαμψη του υπουργού.
Το κακό είναι ότι μέσα στο πνεύμα γενικής απαξίωσης που τείνει να επικρατήσει, ενέργειες συνταγματικά απαράδεκτες εμφανίζονται ως «δραστικά μέτρα» για τη συντονισμένη και ταχύτερη δράση της κυβέρνησης. Παράδειγμα, ο «μηχανισμός» που έχει συγκροτήσει ο αντιπρόεδρος της κυβερνήσεως για τον έλεγχο του παραγομένου έργου σε κάθε υπουργείο της σφαίρας εποπτείας του.
Το είδος του «μηχανισμού» αυτού είναι παντελώς άγνωστο, όπως άγνωστη τελείως είναι και η σχέση του με τις αρμόδιες καθʼ ύλην υπηρεσίες των συγκεκριμένων υπό «συντονιστικό έλεγχο» τελούντων υπουργείων. Και φυσικά από τη μορφή της συνεργασίας και της συνυπάρξεως των επί μέρους μηχανισμών εξαρτάται και το επίπεδο της αποδοτικότητας ενός εκάστου, αλλά και της μεταξύ τους εμπιστοσύνης και σύμπνοιας. Μπορεί έτσι να λειτουργήσει η κρατική μηχανή και η κυβέρνηση, αυτή μάλιστα που διακηρύσσει ότι είναι αποφασισμένη και έτοιμη να κάνει πρωτοφανείς τομές;
Η απάντηση δεν χρειάζεται… τόμο διακοσίων σελίδων. Την έδωσαν τα όσα έγιναν στο άτυπο Υπουργικό Συμβούλιο της περασμένης εβδομάδος:
Η κυρία Διαμαντοπούλου έφθασε στο σημείο να ζητήσει δημόσια επαναβεβαίωση της πρωτοκαθεδρίας της στον χώρο στον οποίο «πολιτικώς προΐσταται». Και τούτο λόγω σειράς εκτός πολιτικής του υπουργείου Παιδείας «πρωτοβουλιών» και δηλώσεων του… υφυπουργού της κ. Πανάρετου, που είναι και αυτός παλαιός συνεργάτης του κ. Γ. Παπανδρέου. Και ο μεν πρωθυπουργός απάντησε ότι αυτό –η πρωτοκαθεδρία της κ. υπουργού– «είναι αυτονόητο». Το ακατανόητο είναι ότι η κυβέρνηση φτάνει σε τέτοιο επίπεδο «λειτουργίας» μέσα σε ένα μόλις εξάμηνο από τη συγκρότησή της.