Διεθνές Οικονομικό Βαρόμετρο

1 Το δημόσιο εξωτερικό χρέος, εάν προστεθεί και το εξωτερικό χρέος των τραπεζών, εξελίσσεται πλέον σε παγκόσμιο πρόβλημα. Και επιβαρύνει κυρίως τις οικονομίες της Δύσης, που σχεδόν όλες έχουν καταστεί υπερχρεωμένες. Αναφέρουμε μερικά σχετικά παραδείγματα για την πλήρη ενημέρωση των αναγνωστών μας. Το συνολικό εξωτερικό χρέος (Δημοσίου και τραπεζών) των ΗΠΑ έχει ήδη φτάσει στο 100% του ΑΕΠ. Και είναι ακόμη από τα μικρότερα ως ποσοστό του ΑΕΠ, αλλά το υψηλότερο ως αριθμητικό μέγεθος. Ακολουθεί η Γερμανία με συνολικό εξωτερικό χρέος 155% του ΑΕΠ και στη συνέχεια η Ελλάδα με ποσοστό 167% του ΑΕΠ. Στη Γαλλία το συνολικό εξωτερικό χρέος έφτασε στο 188%, στη Βρετανία στο 416% και στην Ολλανδία στο 470%! Με τη διαφορά ότι στις τρεις τελευταίες αυτές χώρες (Γαλλία – Βρετανία – Ολλανδία) το εξωτερικό χρέος των τραπεζών υπερβαίνει κατά πολύ το δημόσιο χρέος. Έξω από τον χορό των υπερχρεωμένων χωρών βρίσκονται μόνο οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, με μέσο όρο συνολικού εξωτερικού χρέους 40% του ΑΕΠ, ενώ την τελευταία εικοσαετία του 20ού αιώνα, δηλαδή την εικοσαετία 1980-2000, οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι περισσότερες, σχεδόν βρίσκονταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης ή είχαν δανειστεί από το ΔΝΤ με τη γνωστή συνταγή λιτότητας. Η Ελλάδα λοιπόν δεν είναι και τόσο υπερχρεωμένη χώρα ώστε να δικαιολογείται αυτή η αυστηρή λιτότητα που μας έχει επιβληθεί.

2 Μετά την ήττα που υπέστη ο Ομπάμα στις πρόσφατες εκλογές για μερική αναθεώρηση του Κογκρέσου, κατά τις οποίες η πλειοψηφία στα νομοθετικά σώματα των ΗΠΑ περιήλθε στους Ρεπουμπλικανούς, όλοι οι οικονομικοί αναλυτές προβλέπουν ότι η στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Ελλάδα θα παρουσιάσει ουσιαστικές αλλαγές. Και τούτο γιατί ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος και πιθανός υποψήφιος για την Προεδρία στις εκλογές του 2012 Μάικ Πενς, δημοσία κάλεσε την κυβέρνηση Ομπάμα να μη χρησιμοποιεί χρήματα των αμερικανών φορολογουμένων για τη διάσωση της Ελλάδας ή και άλλων σχετικά εύπορων ευρωπαϊκών χωρών. Και πρόσθεσε ότι δεν είναι ανεκτό οι αμερικανοί φορολογούμενοι να επιδοτούν μέσω του ΔΝΤ την ιατρική περίθαλψη, τα πάσης φύσεως επιδόματα που καταβάλλουν στους εργαζομένους οι ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και την πολυδάπανη κοινωνική πολιτική τους, όταν στις ΗΠΑ πολλοί εργαζόμενοι είναι ανασφάλιστοι και χωρίς καμία κοινωνική πρόνοια. Και προειδοποίησε ότι η ρεπουμπλικανική πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στη Γερουσία θα προωθήσει νομοσχέδια που θα μπλοκάρει τη συμμετοχή των ΗΠΑ σε δάνεια που θα χορηγήσει το ΔΝΤ στις χώρες της Ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν δημοσιονομικά προβλήματα. Οι ρεπουμπλικανοί ηγέτες ξεχνούν όμως ότι η αμερικανική βοήθεια προς τις άλλες χώρες χορηγείται με εκτύπωση ακάλυπτων δολαρίων και δεν έχει καμία σχέση με τη φορολόγηση των αμερικανών πολιτών.

3Η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας προς την ΕΕ, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της πάντα άμυαλης Ελλάδας, έχει βαλτώσει. Από τα 35 κεφάλαια των διαπραγματεύσεων ένταξης έχουν ανοίξει μόνο 13, χωρίς και αυτά να έχουν ολοκληρωθεί όλα. Αιτία των καθυστερήσεων είναι το ότι οι δύο ισχυροί ηγέτες της ΕΕ, δηλαδή η Μέρκελ και ο Σαρκοζί, δεν επιθυμούν την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ. Και οι διαπραγματεύσεις ένταξης βάλτωσαν με «αιτιολογία» ότι η Τουρκία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία. Δηλαδή δεν άνοιξε τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της στα ελληνοκυπριακά μέσα μεταφοράς. Ο αρμόδιος Επίτροπος για τη διεύρυνση Στέφαν Φούλε, θερμός υποστηρικτής της τουρκικής ένταξης, κάλεσε επιτακτικά την Τουρκία να τηρήσει τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Κύπρο, διαφορετικά δεν θα προχωρήσει η διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Η Τουρκία όμως αρνείται την ομαλοποίηση των σχέσεών της με την Κυπριακή Δημοκρατία, θέλοντας να μπει στην ΕΕ με τους δικούς της όρους, καθώς παίζει το παιχνίδι της ηγεμονίας στη Μέση Ανατολή. Θέλει να αξιοποιήσει πλήρως τα πλεονεκτήματα που διαθέτει. Κι αυτά είναι πολλά. Η νευραλγική γεωπολιτική της θέση, το κύρος της στις ισλαμικές χώρες που το έχτισε ο Ερντογάν, η απέραντη εσωτερική αγορά των 70 εκατομμυρίων Τούρκων και οι άριστες συνθήκες ανάπτυξης κάνουν την Τουρκία να αισθάνεται ισχυρή έναντι των ευρωπαίων μελλοντικών συνεταίρων της.