Ασχετοσύνη ή εξαπάτηση;
Αυτό το ερώτημα γεννήθηκε στη στήλη κατά την ανάγνωση απάντησης που έδωσε ο βουλευτής Πρέβεζας της ΝΔ Δ. Τσουμάνης, στην (ενδιαφέρουσα) ιστοσελίδα forologoumenos.gr, επιχειρώντας να δικαιολογήσει την άθλια και αναίσχυντη τροπολογία που συνέταξε, μαζί με άλλους βουλευτές, περί ορισμού της απιστίας τραπεζικών στελεχών.
Η τροπολογία, που ερμηνεύθηκε από πολλούς σαν «πλυντήριο» για τα δάνεια των κομμάτων, θυμίζουμε ότι όριζε τα εξής: «Δεν συνιστά απιστία, κατά την έννοια των άρθρων 256 και 390 του Ποινικού Κώδικα, για τον πρόεδρο, τα μέλη του ΔΣ και τα στελέχη των τραπεζών, η σύναψη δανείων πάσης φύσεως με νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται κατά νόμο, καθώς και η εν γένει παροχή πιστώσεων σε αυτά, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) υφίστανται αποφάσεις των θεσμοθετημένων εγκριτικών επιτροπών ή οργάνων κάθε τράπεζας και β) τηρήθηκαν, κατά τη χορήγησή τους, οι σχετικές κανονιστικές πράξεις της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤΠΔΕ)».
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς νομικός για να καταλάβει ότι η τροπολογία-έκτρωμα διαχωρίζει περιέργως τα δάνεια σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, από όλα τα υπόλοιπα δάνεια (προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά) και ορίζει ότι μόνο για αυτά τα δάνεια το αδίκημα της απιστίας ορίζεται με ειδικό τρόπο. Παρότι όλα αυτά είναι προφανή, ο κ. Τσουμάνης επιμένει στην απάντησή του να ισχυρίζεται ότι μόνος σκοπός της τροπολογίας του ήταν να διευκολύνει τη δανειοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που δεν παίρνουν δάνεια επειδή τα τραπεζικά στελέχη φοβούνται ότι θα διωχθούν για το αδίκημα της απιστίας! Αν αυτός ήταν ο σκοπός της τροπολογίας, κύριε βουλευτή, γιατί αυτή αναφέρεται μόνο σε δάνεια προς οργανισμούς του δημόσιου τομέα και δεν αναφέρεται γενικώς σε όλα τα χορηγούμενα δάνεια;
Απίθανες αρλούμπες!
Εντελώς απίθανοι είναι και οι ισχυρισμοί του βουλευτή σύμφωνα με τους οποίους, βάσει της τροπολογίας, «στο εξής δεν αρκεί (σ.σ.: για χορήγηση ενός δανείου) η απλή έγκριση της ίδιας της τράπεζας, αλλά απαιτείται, με υποχρεωτικό και απαράκαμπτο τρόπο, η κανονιστική πράξη της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία εγγυάται τη συνδιαλλαγή! Ποτέ ξανά δεν υπήρξε σε τέτοιο επίπεδο εγγύηση σύναψης δανείου εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος».
Προφανώς, ο κ. Τσουμάνης είναι βαθιά νυχτωμένος αν πιστεύει ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να αναμειχθεί, με τον τρόπο που υπαινίσσεται ο βουλευτής, στην έγκριση της χορήγησης δανείων ή να «εγγυηθεί» οτιδήποτε. Οι πράξεις διοικητού είναι τυπικά ρυθμιστικά-κανονιστικά κείμενα και, όσο πιστά κι αν εφαρμοσθούν, δεν μπορούν από μόνες τους να «εγγυηθούν» ότι ένα τραπεζικό στέλεχος δεν έκανε από δόλο τα «στραβά μάτια» στην αξιολόγηση των κινδύνων ενός δανείου, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί στο τέλος η τράπεζα, κάτι που θα μπορούσε να ορισθεί νομικά ως «απιστία».
Είναι θλιβερό, αν όχι εξοργιστικό, να νομοθετούν για τόσο σοβαρά θέματα άνθρωποι που από τα γραπτά τους προδίδεται παντελής άγνοια ή ολότελα στρεβλή αντίληψη των θεμάτων για τα οποία προτείνουν ρυθμίσεις. Εκτός αν όλες αυτές οι αρλούμπες δεν είναι προϊόν ασχετοσύνης, αλλά συνειδητής προσπάθειας εξαπάτησης των πολιτών. Όπως και να ‘χει, οι ψηφοφόροι του Νομού της Πρέβεζας, που έστειλαν στη Βουλή τον κ. Τσουμάνη, καλό θα είναι να μας προστατεύσουν από τέτοιους βουλευτές: Στις επόμενες εκλογές ας τον στείλουν σπίτι του, μήπως βρει τον χρόνο να διαβάσει… τραπεζικά για μαθητές λυκείου.
Άλλαξε ο Μανωλιός…
Στον απόηχο της συζήτησης του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Οικονομικών στη Βουλή, η στήλη διάβασε προσεκτικά την έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής και ιδιαίτερα όσα αναφέρει για το… αναβαπτισμένο «χαράτσι» στα ακίνητα. Γράφουν, λοιπόν, οι καλοί επιστήμονες του Κοινοβουλίου ότι, εν πολλοίς, το Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ακινήτων (ΕΕΤΑ) είναι το ίδιο «χαράτσι» που είχε εισαγάγει ο Ευ. Βενιζέλος, βαφτίζοντάς το αρχικά Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ).
Οι νομικοί της Βουλής υπενθυμίζουν ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε επιτρέψει μόνο προσωρινή εφαρμογή του ΕΕΤΗΔΕ, κρίνοντας ότι τυχόν μονιμοποίησή του θα προσέκρουε στη βασική αρχή του Συντάγματος για την προστασία της ιδιωτικής περιουσίας. Υπαινίσσονται σαφώς έτσι ότι θα είναι σφόδρα πιθανό να αμφισβητηθεί η συνταγματικότητα του «νέου» φόρου αν προσφύγουν και πάλι πολίτες στο ΣτΕ.
Όλα αυτά είναι ίσως «νομικές λεπτομέρειες» για πολλούς. Δυστυχώς, όμως, το πρόβλημα είναι βαθύτατα πολιτικό και εξαιρετικά σοβαρό για μια Δημοκρατία: Όταν οι πολιτικοί μας εισάγουν φόρους που θίγουν βασικά συνταγματικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην περιουσία, και τους εφαρμόζουν για τρία συναπτά έτη, παίζοντας απλώς με κακόηχα αρκτικόλεξα, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πόσο μικρή είναι η απόσταση από τη χρεοκοπία μιας χώρας ως τη βάναυση παραβίαση βασικών δικαιωμάτων των πολιτών της…