Σε μια εποχή όπου το επιχειρείν προσπαθεί να επιβιώσει, ένα αθόρυβο αλλά αποφασιστικό εμπόδιο φαίνεται να παραλύει την αγορά, χτυπώντας κυρίως τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Ο λόγος για τις εγγυητικές επιστολές, ένα εργαλείο που από απλό γραφειοκρατικό τυπικό για τη συμμετοχή σε έναν διαγωνισμό ή την υπογραφή μιας σύμβασης εξελίσσεται στον μεγαλύτερο πονοκέφαλο ρευστότητας.
Το πρόβλημα ξεκινά από το γεγονός ότι οι τράπεζες δεν αντιμετωπίζουν την εγγυητική ως μια τυπική βεβαίωση, αλλά ως ανάληψη πλήρους πιστωτικού κινδύνου. Αυτό σημαίνει πως μια επιχείρηση περνά από την ίδια αυστηρή και χρονοβόρα αξιολόγηση, όπως όταν αιτείται ένα τακτικό δάνειο.
Στην πράξη, η εγγυητική επιστολή λειτουργεί ως μια κρυφή χρηματοδότηση. Ακόμα κι αν δεν εισρέει ούτε ένα ευρώ στα ταμεία της εταιρείας, το ποσό της εγγύησης δεσμεύει πολύτιμο χώρο από το συνολικό πιστωτικό της όριο. Έτσι, μια επιχείρηση που χρειάζεται ταυτόχρονα κεφάλαιο κίνησης ή δάνειο για επενδύσεις βλέπει τις πόρτες του δανεισμού να κλείνουν, απλώς και μόνο επειδή κουβαλά τις απαραίτητες εγγυητικές.
Την ίδια στιγμή, οι απαιτήσεις της αγοράς αυξάνονται ραγδαία. Μεγάλες πολυεθνικές αλλά και εγχώριοι όμιλοι ζητούν πλέον επιτακτικά εγγυητικές από όλους τους προμηθευτές και συνεργάτες τους, μεταφέροντας την πίεση μέχρι τον τελευταίο κρίκο της αλυσίδας.
Δημιουργείται, έτσι, ένα οξύ παράδοξο, αφού οι μεγάλοι παίκτες εξαντλούν τα πιστωτικά τους όρια, ενώ οι μικρότεροι, παρά το ότι διαθέτουν αξιόλογα συμβόλαια στα χέρια τους, αδυνατούν να τα υπογράψουν επειδή δεν βρίσκουν την πολυπόθητη εγγύηση.
Όταν η τραπεζική πίστωση δεν είναι εφικτή, οι επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα σκληρό δίλημμα, δηλαδή την κάλυψη της εγγυητικής με δέσμευση μετρητών. Η λύση αυτή εκδίδεται μεν γρήγορα, αλλά στερεί από την επιχείρηση το ζωντανό της κεφάλαιο. Το χρήμα που θα πήγαινε στη μισθοδοσία, στην αγορά πρώτων υλών ή στην καθημερινή λειτουργία παγώνει σε έναν τραπεζικό λογαριασμό. Το φαινόμενο είναι εντονότερο σε κρίσιμους τομείς, όπως οι διαγωνισμοί για πράσινες επενδύσεις, όπου οι μικρές εταιρείες βλέπουν την εγγυητική να μετατρέπεται από εισιτήριο εισόδου σε ανυπέρβλητο εμπόδιο.
Μπροστά σε αυτό το αδιέξοδο, η αγορά αναζητά αναγκαστικά εναλλακτικές διαδρομές. Τα surety bonds, δηλαδή οι εγγυήσεις που παρέχονται από ασφαλιστικές εταιρείες, κερδίζουν σταδιακά έδαφος και στην Ελλάδα, προσφέροντας μια σημαντική ανάσα, καθώς δεν επιβαρύνουν τα τραπεζικά όρια.
Το ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει επιτακτικό. Για να μπορέσει μια βιώσιμη μικρομεσαία επιχείρηση να αναπτυχθεί στο σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον, η πρόσβαση σε εγγυητικές επιστολές δεν μπορεί να λειτουργεί ως θηλιά στη ρευστότητά της αλλά ως πραγματικό εργαλείο ανάπτυξης.
Φωτό: pixabay