ΠΟΛΙΤΙΚΗ 04/11/2026

Προχωράμε σε καταστροφικές επιλογές για να μην πούμε όχι!

Αφέλεια διακρίνει τους κυβερνητικούς χειρισμούς σε κρίσιμα θέματα

Kανένας –ούτε καν οι πιο σκληροί πολιτικοί του αντίπαλοι– δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εργατικότητα, τη μεθοδικότητα και την απόλυτη προσήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη στην επίτευξη των στόχων του. Διαθέτει μια τεχνοκρατική στοχοπροσήλωση, που συχνά λείπει από το ελληνικό πολιτικό σκηνικό.

Ωστόσο, στην πολιτική, η εργατικότητα από μόνη της είναι ανεπαρκής –αν όχι επικίνδυνη– όταν η στρατηγική πυξίδα είναι απορρυθμισμένη. Η εμμονή του πρωθυπουργού σε αγγελικές, σχεδόν αφελείς, αναγνώσεις επιφανειακών διεθνών τάσεων και «μοδών» τον έχει οδηγήσει ξανά και ξανά στο να κάνει επιλογές οι οποίες στην πράξη αποδεικνύονται καταστροφικές για τη χώρα.

Το πιο χαρακτηριστικό, ίσως, παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας εντοπίζεται στην πράσινη μετάβαση. Στην αγωνία του να εμφανιστεί ως διεθνής πρωτοπόρος και καλός μαθητής των ευρωπαϊκών κέ ντρων, οδήγησε την Ελλάδα στην πιο βίαιη, πρόωρη και απροετοίμαστη απολιγνιτοποίηση σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σήμερα, το άμεσο τίμημα αυτής της βιασύνης αποτυπώνεται στους πανάκριβους λογαριασμούς ρεύματος, που συνθλίβουν τα νοικοκυριά και την εγχώρια παραγωγή. Το εφιαλτικότερο σενάριο, όμως, είναι ότι δεν αποκλείεται μελλοντικά να πληρώσουμε αυτήν την επιλογή ακόμα ακριβότερα σε εθνικό επίπεδο.

Έχοντας κλείσει βεβιασμένα τα ορυχεία και τις μονάδες λιγνίτη, η χώρα δεν διαθέτει κανέναν ουσιαστικό τρόπο να σταθεί ενεργειακά αυτόνομη σε περίπτωση μιας σοβαρής, γενικευμένης εθνικής ή γεωπολιτικής κρίσης. Αντίστοιχη αφέλεια και ρομαντισμός διακρίνει και τον χειρισμό των εθνικών θεμάτων. Η εμμονή του στο θεωρητικό αφήγημα της «καλής γειτονίας» και των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο μας έχει οδηγήσει σε ένα μονοπάτι συνεχόμενων διπλωματικών και τακτικών υποχωρήσεων. Και όλα αυτά χωρίς η Τουρκία να κάνει ούτε μισό βήμα πίσω από τις αναθεωρητικές της διεκδικήσεις, επιβεβαιώνοντας πως η ψευδαίσθηση του κατευνασμού απλώς τρέφει την τουρκική προκλητικότητα.

Στο εσωτερικό μέτωπο, η πολυδιαφημισμένη ψηφιοποίηση του κράτους αποδεικνύεται καθημερινά ένα σαθρό οικοδόμημα. Στην πραγματικότητα, δεν άλλαξε ο πυρήνας του κρατικού μηχανισμού ούτε καταπολεμήθηκε η γραφειοκρατία. Απλώς ψηφιοποιήσαμε τη χαρτούρα. Αντί για αναδιάρθρωση δομών, δημιουργήθηκαν βιαστικές εφαρμογές. Μελλοντικά, θα βρούμε μπροστά μας το πόσο πρόχειρα στημένες είναι όλες αυτές οι υπηρεσίες, οι οποίες εν τω μεταξύ έχουν δημιουργήσει μια σωρεία κρατικοδίαιτων εταιρειών πληροφορικής. Αυτοί είναι οι νέοι, σύγχρονοι «εθνικοί εργολάβοι», χωρίς τη διαρκή υποστήριξη των οποίων τίποτα δεν θα μπορεί να λειτουργήσει. Το αποκορύφωμα της επιφανειακής προσέγγσης των ρευμάτων της εποχής ήρθε με την ενσωμάτωση της woke ατζέντας.

Ταυτιζόμενος με την ιδεολογία των Αμερικανών Δημοκρατικών, τους οποίους θεωρούσε προχωρημένους, πέρασε νομοσχέδια που αποξένωσαν την παραδοσιακή βάση της Νέας Δημοκρατίας και προκάλεσαν βαθιά ρήξη με την Εκκλησία. Όταν, όμως, η διεθνής τάση άλλαξε και υπό το βάρος της συντριπτικής επικράτησης του Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε στροφή 180 μοιρών αποκηρύσσοντας τη «δικτατορία του woke», το μόνο που κατάφερε ήταν να χάσει και το όποιο προοδευτικό ακροατήριο είχε προσωρινά κερδίσει. Παρόμοια μοτίβα συναντάμε και στην εμμονή με την επιδοματική πολιτική και τα διάφορα «passes», όπου, για να φανεί σύγχρονος Ευρωπαίος, αντικατέστησε τη δομική αντιμετώπιση των καρτέλ της αγοράς με μια κουλτούρα ψηφιακών κουπονιών.

Αυτή η πολιτική αφέλεια, η τάση του να «ερωτεύεται» θεωρίες και ρεύματα που εξυπηρετούν το αφήγημα ενός διεθνούς, πρωτοπόρου ηγέτη στα ξένα fora υποδαυλίζει και ακυρώνει την όποια σκληρή δουλειά κάνει καθημερινά. Το τραγικό, ωστόσο, είναι πως αυτή η εμμονή στην επιφάνεια των πραγμάτων δεν είναι απλώς ένα δικό του, προσωπικό ή πολιτικό πρόβλημα.

Το πρόβλημα όλων μας είναι το πόσο βαθιά και ανεπιστρεπτί αυτές οι επιλογές υποθηκεύουν το μέλλον της χώρας.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ



Διαβάστε επίσης