ΟΠΕΚΕΠΕ, Neuropublic και Ψηφιακή Υποτέλεια

ΟΠΕΚΕΠΕ, Neuropublic και Ψηφιακή Υποτέλεια


Του
ΒΑΣΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ
Διευθύνοντος Συμβούλου της Vision Labs R&D Team,
Υποψήφιου Διδάκτορος Επιστήμης Πληροφορικής και Δεδομένων,
BSc (Hons).CS, MBA.IB, MSc.DS, PhD.C.
[email protected]


Η ψηφιοποίηση της αγροτικής πολιτικής στην Ελλάδα παρουσιάστηκε ως βήμα θεσμικού εκσυγχρονισμού. Στην πραγματικότητα, όμως, εξελίχθηκε σε έναν μηχανισμό τεχνολογικής εξάρτησης, όπου ο ΟΠΕΚΕΠΕ λειτουργεί εντός ενός πληροφοριακού πλαισίου που έχει διαμορφώσει σχεδόν αποκλειστικά ένας ιδιωτικός πάροχος.

Η Neuropublic, μέσω των συστημάτων που αναπτύσσει επί χρόνια, έχει καταστεί ο μονοσήμαντος πυλώνας λειτουργίας του Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης και Ελέγχου. Το αποτέλεσμα δεν είναι η ενδυνάμωση του κράτους, αλλά η θεσμική του αποδυνάμωση.

Η εταιρεία έχει αναπτύξει μια σειρά κρίσιμων υποσυστημάτων:

• την Αίτηση Ενιαίας Ενίσχυσης Αγροτών (ΑΕΕ),
• το υποσύστημα Μεταβιβάσεων Δικαιωμάτων Βασικής Ενίσχυσης,
• τα Έντυπα Ελέγχων,
• την Καρτέλα Αγρότη,
• τις εφαρμογές για τον υπολογισμό πληρωμών,
• το υποσύστημα Κατανομής Βοσκοτόπων,
• το σύστημα των Συνδεδεμένων Ενισχύσεων που χρησιμοποιείται από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, τις μεταποιητικές επιχειρήσεις, τις ομάδες παραγωγών και τον ΕΛΓΑ.

Στην ουσία, όλα τα κρίσιμα λειτουργικά σημεία της αγροτικής διοίκησης περνούν μέσα από ένα λογισμικό το οποίο δεν ανήκει στο κράτος, αλλά στον ανάδοχο.

Αυτό δεν συνιστά απλώς περιορισμό, αλλά θεσμικό κίνδυνο. Η ψηφιακή κυριαρχία στον αγροτικό τομέα δεν βρίσκεται στα χέρια του Δημοσίου. Η πρόσβαση στα δεδομένα, η διαχείριση των γεωχωρικών πληροφοριών, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και η διασταύρωση των δηλώσεων πρωτογενούς παραγωγής εξαρτώνται από υποδομές που δεν ελέγχονται πλήρως από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η κυβέρνηση, αντί να διαμορφώσει εθνική αρχιτεκτονική δεδομένων και ανεξάρτητη πλατφόρμα cloud-first διοίκησης, αποδέχθηκε ένα μοντέλο ψηφιακής «μονοκαλλιέργειας», όπου η τεχνογνωσία και οι διαδικασίες δεν ανήκουν στον φορέα που διαχειρίζεται δισεκατομμύρια κοινοτικών πόρων.

Η αποδυνάμωση του κρατικού ελέγχου φάνηκε με τον πιο ηχηρό τρόπο στην υπόθεση του ζωικού κεφαλαίου και των βοσκοτόπων. Για χρόνια, το σύστημα καταγραφής και διασταύρωσης δεδομένων εμφάνιζε ανωμαλίες τέτοιας κλίμακας, που υπονόμευαν την αξιοπιστία του. Ο αριθμός των δηλωμένων ζώων εκτινάχθηκε σε εξωπραγματικά επίπεδα, πλήρως ασύμβατα με τη φυσική παραγωγική δυναμικότητα της χώρας. Οι αποκλίσεις δεν ήταν περιθωριακές, αλλά δομικές. Η διασταύρωση των στοιχείων δεν λειτουργούσε όπως θα όφειλε, καθώς το σύστημα δεν παρήγε επαρκή εργαλεία ελέγχου για να ανιχνεύσει ή να ανακόψει τις παραμορφώσεις.

Οι έλεγχοι ανέδειξαν δηλώσεις βοσκοτόπων σε εκτάσεις που δεν μπορούσαν να θεωρηθούν επιλέξιμες, όπως περιοχές κοντά σε αεροδρόμια, χωροθετημένες εγκαταστάσεις άλλης χρήσης, ακόμη και εκτάσεις που ανήκαν σε τρίτους ιδιοκτήτες ή βρίσκονταν σε νομικά αμφισβητούμενο καθεστώς. Σε κάθε οργανωμένη ευρωπαϊκή χώρα, οι γεωχωρικές αυτές ασυμβατότητες θα εντοπίζονταν από τον ίδιο τον δημόσιο φορέα. Ο ελληνικός ΟΠΕΚΕΠΕ δεν διέθετε το πλήρες φάσμα αυτόνομων εργαλείων επαλήθευσης, καθώς η τεχνική λειτουργία των χαρτογραφικών και διασταυρωμένων δεδομένων ήταν άρρηκτα δεμένη με τις υποδομές του αναδόχου.

Η κυβέρνηση διατήρησε και ενίσχυσε ένα μοντέλο όπου ο δημόσιος φορέας δεν έχει λόγο στην επαλήθευση των δεδομένων που καθορίζουν τις αγροτικές ενισχύσεις. Η «Ψηφιακή Ελλάδα» στον αγροτικό τομέα δεν υποδομήθηκε πάνω στην αρχή της κρατικής κυριαρχίας, αλλά στην πρακτική της ανάθεσης. Η εκχώρηση κρίσιμων λειτουργιών της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής δεν συνιστά τεχνική διεκπεραίωση, αλλά πολιτική πράξη στρατηγικής βαρύτητας, με άμεσες επιπτώσεις στη θεσμική αυτονομία και στην αγροτική κυριαρχία της χώρας.

Η υπόθεση δεν αποτελεί τεχνικό σφάλμα του λογισμικού, αλλά το αποτέλεσμα κρατικής ολιγωρίας και πολιτικής αδιαφορίας για το πώς λειτουργούν τα συστήματα που καθορίζουν τη ροή των δημόσιων πόρων. Το κράτος δεν δημιούργησε ποτέ ανεξάρτητο γεωχωρικό κέντρο δεδομένων, δεν εξασφάλισε διαλειτουργικότητα με άλλες κρατικές βάσεις και δεν επένδυσε στην τεχνική αυτονομία του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Αν η χώρα θέλει να αποκτήσει αξιοπιστία στην αγροτική πολιτική, χρειάζεται ανασυγκρότηση από μηδενική βάση, κρατική κυριαρχία στα δεδομένα, ενιαία εθνική πλατφόρμα, διαλειτουργικότητα, ανεξάρτητους ελεγκτικούς μηχανισμούς και πλήρη αποσύνδεση της λειτουργικής συνέχειας από εργολαβικές εξαρτήσεις. Χωρίς αυτά, η ψηφιακή μετάβαση παραμένει απλώς ένα επικοινωνιακό περιτύλιγμα που καλύπτει μια βαθιά θεσμική αδυναμία.

Η εξάρτηση που παρουσιάζεται ως καινοτομία αφήνει την αγροτική πολιτική εκτεθειμένη σε ένα σύστημα τεχνολογικής ομηρίας που δεν υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Η σύμμειξη θεσμικής χαλαρότητας και ιδιωτικής επιρροής, σε συνδυασμό με αγνοημένες τεχνικές προειδοποιήσεις και ασαφή διαχείριση κρίσιμων πληροφοριακών υποδομών, συσκοτίζει τη διάθεση κοινοτικών πόρων και υπονομεύει την αξιοπιστία του μηχανισμού ενισχύσεων. Εντέλει, η αγροτική διοίκηση καθίσταται εύθραυστη και θεσμικά ακάλυπτη.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Φωτο: Image by freepik