
Το Δόγμα Μονρόε, η Κίνα, η απαγωγή Μαδούρο και τα… ορφανά του Μπάιντεν – Του Ν. Στραβελάκη

Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η απαγωγή Μαδούρο, σε παραβίαση κάθε κανόνα διεθνούς δικαίου, έχει σοκάρει ολόκληρο τον κόσμο. Μετά από πολλά χρόνια, οι ΗΠΑ προχώρησαν σε μια απροκάλυπτη επέμβαση σε χώρα της Λατινικής Αμερικής, και μάλιστα χωρίς να έχουν σοβαρή στήριξη στο εσωτερικό της. Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Μαδούρο έχει διαδεχθεί, προσωρινά τουλάχιστον, η αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκεζ, μια πολιτικός που προέρχεται από το κόμμα του Μαδούρο. Κοντολογίς, αυτό που προσέφερε η όλη επιχείρηση ήταν η διάθεση μιας συμβολικής ποσότητας αργού πετρελαίου από τη Βενεζουέλα στις ΗΠΑ. Αμερικανοί πολιτικοί επιστήμονες, ειδικοί για τη Λατινική Αμερική, επισημαίνουν ότι το μόνο που μπορεί να πετύχει η επέμβαση είναι ίσως κάποια αποσταθεροποίηση στην Κούβα, λόγω της ανάσχεσης της ροής βενεζουελάνικου πετρελαίου, και κυρίως την πίεση στη Δανία και στην ΕΕ για παραχώρηση της Γροιλανδίας.
Σε κάθε περίπτωση, η επέμβαση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την προσπάθεια των Αμερικανών να καταπνίξουν τα λαϊκά κινήματα κοινωνικής χειραφέτησης των χωρών της Λατινικής Αμερικής, που ακολούθησαν την Κουβανική Επανάσταση το 1959. Η διαφορά έγκειται στο ότι αποβλέπει στην ανάσχεση της εμπορικής διείσδυσης της Κίνας και δευτερευόντως της Ρωσίας στη Λατινική Αμερική. Από τη σκοπιά αυτή, η προσπάθεια αναγωγής της συγκεκριμένης κίνησης, από την πλευρά Τραμπ, στο Δόγμα Μονρόε δεν είναι δόκιμη. Το Δόγμα Μονρόε, όπως διατυπώθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1823 από τον ομώνυμο Πρόεδρο των ΗΠΑ, αφορούσε την αποτροπή ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων από Ευρωπαϊκές χώρες στην αμερικανική ήπειρο. Επεδίωκε, τουλάχιστον στα λόγια, τη χειραφέτηση των χωρών του δυτικού ημισφαιρίου από τον αποικιοκρατικό ζυγό, όπως είχε συμβεί για τις ίδιες τις ΗΠΑ στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας (1775 – 1783).
Αλλά και η απαίτηση Τραμπ για παραχώρηση της Γροιλανδίας ουδεμία σχέση έχει με το Δόγμα Μονρόε, παρόλο που ο Μονρόε είχε ζητήσει να την αγοράσει από τη Δανία. Πίσω στον 19ο αιώνα, το αίτημα είχε να κάνει με τον φόβο στρατιωτικής επέμβασης της Αγγλίας στις ΗΠΑ με ορμητήριο τη Γροιλανδία. Βέβαια, ο Τραμπ είπε τελευταία ότι «χρειάζεται τη Γροιλανδία για λόγους εθνικής ασφάλειας». Όμως και οι πέτρες γνωρίζουν ότι αυτό που ενδιαφέρει τους αμερικανούς ολιγάρχες είναι οι σπάνιες γαίες που βρίσκονται στο υπέδαφος αυτής της νησιωτικής χώρας. Το τελευταίο δεν σημαίνει φυσικά ότι οι Αμερικανοί δεν θα επιχειρήσουν τη στρατιωτικοποίηση της Γροιλανδίας ως μια απειλή στην εδαφική ακεραιότητα τη Ρωσίας και δευτερευόντως της Κίνας. Εδώ, βέβαια, τα πράγματα δεν θα είναι διόλου απλά, καθότι η «φωτισμένη» ευρωπαϊκή ηγεσία έχει φροντίσει να οδηγήσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία σε οριακό σημείο και, ως εκ τούτου, εξαρτάται απόλυτα από την αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Σε αυτές τις συνθήκες, δεν θα προκαλέσει εντύπωση αν η Ευρώπη πιέσει τη Δανία να παραχωρήσει τη Γροιλανδία στις ΗΠΑ.
Το τελευταίο επιχείρημα σχετικά με την αναβίωση του Δόγματος Μονρόε βρίσκεται στην συχνή επίκλησή του από την αμερικανική ηγεσία σε συνθήκες λατινοαμερικανικής κρίσης. Συγκεκριμένα, στις αρχές του 20ού αιώνα (1904), ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Θίοντορ Ρούζβελτ, με αφορμή την κρίση χρέους της Βενεζουέλας (1902 – 1903), είχε εισηγηθεί την άμεση παρέμβαση των ΗΠΑ ώστε να μην τεθούν οι χώρες τις Λατινικής Αμερικής σε καθεστώς χρεοκοπίας από τις ευρωπαϊκές τράπεζες και απωλέσουν κρατικά έσοδα ή / και περιουσιακά στοιχεία. Το θέμα είναι ότι και το 1823 και το 1904, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει σήμερα, οι χώρες της Λατινικής Αμερικής βρίσκονταν υπό την απειλή ιμπεριαλιστικής επέμβασης από τρίτες χώρες. Σήμερα, η μοναδική απειλή που υφίστανται προέρχεται από τις ΗΠΑ και μόνο.
Το χειρότερο είναι ότι στην αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας για τις λατινοαμερικανικές αγορές, την πίεση, πέραν των χωρών της περιοχής, θα τη δεχθεί η Ευρώπη, ιδιαίτερα αν υπάρξει θέμα παραχώρησης της Γροιλανδίας. Αυτό φαίνεται να το έχουν αντιληφθεί οι περισσότερες ευρωπαϊκές ηγεσίες, εξαιρουμένων εκείνων της Γαλλίας και της Ελλάδας. Οι επικεφαλής αυτών (Μακρόν και Μητσοτάκης) προσπαθούν με αγωνία να πείσουν τον Τραμπ ότι τον υποστηρίζουν με φανατισμό. Ο λόγος είναι ότι αμφότεροι ήταν κολλητοί του προηγούμενου Προέδρου των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν και ο Τραμπ δεν θέλει ούτε να τους βλέπει. Πάντως, η προσπάθεια του Μητσοτάκη να δείξει στον Τραμπ πόσο καλό παιδί είναι καταντά επικίνδυνη για τη χώρα. Αρκεί να θυμίσω ότι η Ελλάδα επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο, που καταλύθηκε απροκάλυπτα στη Βενεζουέλα, στις διπλωματικές αντιπαραθέσεις της με τη Τουρκία στο Αιγαίο.