Σπ. Τσιτσίγκος: Η τρομοκρατία μετά την «απομυθοποίησή» της

Σπ. Τσιτσίγκος: Η τρομοκρατία μετά την «απομυθοποίησή» της

Του
Δρος ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Κ. ΤΣΙΤΣΙΓΚΟΥ
Καθηγητή Ψυχολογίας της Θρησκείας, ΕΚΠΑ


Η τρομοκρατία (ως σκόπιμη χρήση ή απειλή βίας εναντίον αμάχων για την επίτευξη πολιτικών, ιδεολογικών ή θρησκευτικών σκοπών), υπό όλες της τις μορφές (εθνικιστική, κρατική, αριστερή, δεξιά, θρησκευτική), όσο και αν έχει αναλυθεί (με τεράστια εγχώρια και ξένη βιβλιογραφία) και «απομυθοποιηθεί» και αποδυναμωθεί, δεν θα παύσει να υπάρχει, όπως δεν θα εξαλειφθεί ποτέ η ανθρώπινη επιθετικότητα και βία στην παρούσα ζωή. Απλώς, μετασχηματίζεται συνεχώς, διαθέτοντας την ικανότητα να προσαρμόζεται στις πολιτικές, κοινωνικές και τεχνολογικές (βλέπε cyberattacks) συνθήκες της κάθε εποχής (Hoffman 2006, Schmid 2011). Τη συναντάμε κοινωνικοπολιτικά ήδη από τον 1ο μ.Χ. αιώνα μέχρι σήμερα. Οι κοινωνίες πάντοτε, όπως και ο κάθε άνθρωπος, έχουν την ανάγκη για έναν εχθρό. Όπου υπάρχει δράση, θα υπάρχει και αντίδραση: αξία – απαξία, Lebenstrieb (ορμή ζωής) — Todestrieb (ορμή θανάτου). Η ανομία της ανθρωπότητας είναι δύσκολο να κατανοηθεί.

Η τρομοκρατία επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση συνήθως όταν υπάρχει αναζωπύρωση της πολιτικής πόλωσης, κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, αίσθηση κοινωνικής αδικίας ή αποκλεισμού και διεθνείς συγκρούσεις, που επηρεάζουν το εσωτερικό κλίμα. Γενικά, οι σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από τη λεγόμενη «κοινωνία της διακινδύνευσης» (risk society), όπου οι φόβοι και η διαχείριση απειλών καθίστανται κεντρικά πολιτικά ζητήματα (Beck, 1992). Μάλιστα, δε, στην Ελλάδα, η ιστορική μνήμη της «17 Νοέμβρη» παραμένει ισχυρή. Συνεπώς, κάθε σχετική υπόθεση ενεργοποιεί ένα ήδη υπάρχον κοινωνικό «απόθεμα φόβου». Ένα φαινόμενο μπορεί να παρουσιάζεται ως μια μεγάλη απειλή για την κοινωνία, ακόμα και όταν το μέγεθός του δεν δικαιολογεί μια τέτοια ανησυχία (Cohen, 1972). Η τρομοκρατία είναι –σε μεγάλο βαθμό– μια μορφή επικοινωνιακής βίας, δηλαδή δεν αφορά μόνο τα θύματα, αλλά και το ευρύτερο κοινό που την παρακολουθεί (Hoffman, 2006).

Οι πολιτικές ιδεολογίες της απεδαφικοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης ή του αναρχισμού, ευρύτερα, δεν είναι τίποτα άλλο, κατά την (ψυχοδυναμική και κοινωνική) Ψυχολογία, παρά μια απόδοση της σύγκρουσης –ή, αντίθετα, ταύτισης: η δίψα για πατέρα (Herzog, 2004)– με την πατρική εξουσία (οιδιπόδειο σύμπλεγμα), όπως και μια μεταφορά (ή sublimation) της ανάγκης για απόλυτο νόημα από ένα σύστημα αξιών (που αναγκαία διαθέτει κάθε άνθρωπος) σε ένα άλλο (Voegelin 1952, Aron 1955 / 1962, Billington 1980, Griffin 1991). Μια τρομοκρατική πράξη εμπεριέχει μια μυριάδα ασυνείδητων ατομικών και συλλογικών φαντασιώσεων, τραυματικών αναμνήσεων, ματαιώσεων, αμυνών και επιθυμιών, που το άτομο μπορεί να έχει μικρότερη ή μεγαλύτερη επίγνωση (Meloy και Yakeley, 2014).

Στην επιζήτηση αυτού του απόλυτου μπορούν να διαπραχθούν τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Προσυνειδητό ή ασυνείδητο ρόλο στην εμπλοκή στην τρομοκρατία παίζει, σε έναν βαθμό, η θρησκευτικότητα ή, αντίθετα, ο μαχητικός αθεϊσμός (π.χ. Μαρξισμός) των δραστών. Πολλοί θεωρητικοί ή και αρχηγοί τρομοκρατικών οργανώσεων προέρχονταν είτε από θρησκευτικά (αλλά extrinsic θρησκευτικότητας, τοξικά και φανατικά) οικογενειακά περιβάλλοντα (Bakunin, Кропоткин, Miguel Primo de Rivera, Mao Zedong, Rafael Trujillo, Mussolini, Hitler, τα τέσσερα αδέλφια-παπαδοπαίδια Ξηρού κ.ά.) είτε οι ίδιοι είχαν κάνει ιερατικές ή θεολογικές σπουδές (J. Stalin, Jorge Camilo Torres Restrepo κ.ά.). Κατά την Ψυχολογία τής Θρησκείας, η μετουσιωμένη αυτή κοσμική θρησκεία της επανάστασης, που συνήθως σκέφτεται και ενεργεί μανιχαϊστικά (απόλυτη διάκριση καλού και κακού), αξιώνει την πραγμάτωση της Βασιλείας του Θεού «εδώ και τώρα».

Η σύγχρονη Ψυχολογία δεν αποδέχεται ότι ο τρομοκράτης είναι απλώς ψυχικά ασθενής. Η ψυχολογία της τρομοκρατίας εξετάζει κυρίως το πώς κλειστές ομάδες οδηγούνται να αποδεχθούν, να δικαιολογήσουν και να πραγματοποιήσουν τρομοκρατικές ενέργειες. Ο στόχος μιας τρομοκρατικής πράξης συνήθως είναι η κοινωνία, το κράτος ή ένας πολιτικός σχηματισμός. Σε αυτούς επιδιώκεται να προκληθεί φόβος, αίσθημα ανασφάλειας και πολιτική πίεση. Και όλα αυτά, βέβαια, στο όνομα των αισθημάτων αδικίας ή αγανάκτησης, εκδίκησης, αναζήτησης ταυτότητας, ομαδικής σκέψης και δράσης, δαιμονοποίησης του αντιπάλου, μετατόπισης της ευθύνης και ενός ιερού σκοπού, που δικαιολογεί ακόμα και τον θάνατο του ίδιου του τρομοκράτη ως μάρτυρα (Tajfel & Turner 1979, Bandura 1990, McCauley & Moskalenko 2008, Kruglanski et al. 2014).

Αλλά, πώς ένας άνθρωπος, που συνήθως διαθέτει κάποιους ηθικούς κανόνες, μπορεί να φτάσει στο σημείο να θεωρεί τη δολοφονία αθώων ή την αυτοκαταστροφική θυσία ως ηθικά ορθή πράξη; Ο τρομοκράτης, κατά κανόνα, δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κακό άνθρωπο. Θεωρεί ότι υπερασπίζεται μια δίκαιη υπόθεση, ότι τιμωρεί μια αδικία, ότι προστατεύει την ομάδα του ή ότι υπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό. Πώς μπορεί, όμως, να κάνει το κακό πιστεύοντας ότι κάνει το καλό; Η καταστροφική δράση δεν απαιτεί πάντοτε σαδισμό ή μίσος, αλλά μπορεί να προκύψει από ιδεολογική τύφλωση, πειθήνια υπακοή και απώλεια κριτικής σκέψης (Arendt, 1951). Σε ένα τέτοιο πρόσωπο, η τρομοκρατία τού εξασφαλίζει ψυχική ταυτότητα, αίσθηση νοήματος ή / και αποστολής και μια ηθική δικαίωση των πράξεών του (Erikson 1968, Wuthnow 1987, Sageman 2004). Όλες αυτές οι ψυχικές λειτουργίες παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με ορισμένες θρησκειοψυχολογικές διεργασίες, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται (Bellah 1967, Juergensmeyer 2003, Horgan 2005).

Συμπέρασμα: Η τρομοκρατία συχνά αντανακλά την επιμονή συγκεκριμένων ιδεολογικών πεποιθήσεων, την αποξένωση ή απομόνωση από το ευρύτερο κοινωνικό σώμα ή την πεποίθηση ότι η βία μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πολιτικής έκφρασης, ακόμη και όταν η ιστορική εμπειρία και το κοινωνικό κλίμα δείχνουν το αντίθετο. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για τους οποίους ορισμένα άτομα ή μικρές ομάδες εξακολουθούν να επιμένουν: Ιδεολογική προσκόλληση, εύρεση ψυχικής ταυτότητας από τις νεότερες γενιές, διαμαρτυρία και απογοήτευση, γνωστικές στρεβλώσεις και αναζήτηση δημοσιότητας ή επιρροής.

Από την άλλη μεριά, τα ΜΜΕ πολλαπλασιάζουν κάποιες πολιτικές ευκαιριακά σκοπιμότητες, μηχανισμούς και στρατηγικούς τακτικισμούς προς χάρη προσωπικών ή κομματικών ωφελειών και συμφερόντων (Marthoz, 2017).

Σε γενικές γραμμές, το κοινό αίσθημα σε κοινωνίες όπου η τρομοκρατία έχει ιστορικά καταδικαστεί και απομυθοποιηθεί, αντιμετωπίζει συνήθως τέτοιες προσπάθειες με αποστροφή, φόβο και πολιτική απονομιμοποίηση. Παρ’ όλα αυτά, σε μια δημοκρατική χώρα και κοινωνία, απαιτείται πρόληψη, ετοιμότητα και ψυχραιμία, έχοντας ως γνώμονα ένα –όσο γίνεται– αποδεκτό επίπεδο ανοχής, αντοχής και καρτερίας της ασύμμετρης βίας. Με βάση το εργαλείο ανάλυσης και πρόληψης ατυχημάτων και τραυματισμών «Haddon Matrix», οι πολίτες, και κυρίως το οργανωμένο κράτος, οφείλουν: α) Να μεριμνούν, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να μη συμβεί ένα τρομοκρατικό χτύπημα (pre-event). β) Να μειώσουν τη σοβαρότητα των συνεπειών (event). γ) Να περιορίσουν τις επιπτώσεις, συμβάλλοντας στην αποκατάσταση (post-event). Τούτο, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει με τη νοηματοδότηση της τραυματικής εμπειρίας μέσω του αναστοχασμού.

Αγωνιζόμαστε, προσπαθούμε και κινούμαστε προς μια –όπως θέλουμε να πιστεύουμε– ανοιχτή, προοδεύουσα, ευνομούμενη, χρηστή, δημοκρατική, ώριμη και ειρηνική κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζουμε ότι ποτέ επί της γης δεν μπορούμε να επιτύχουμε το απόλυτα τέλειο ιδεώδες.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ