Θυσία στον βωμό του κέρδους και τα κάλαντα

Θυσία στον βωμό του κέρδους και τα κάλαντα

Οι παραμονές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων πάντα έχουν το δικό τους χρώμα. Τη δική τους μαγεία και τη μοναδική, την ιδιαίτερη ιδιότητα να μας πλημμυρίζουν με αναμνήσεις, να μας γεμίζουν νοσταλγία, να μας γυρίζουν πίσω στα χρόνια της αθωότητας, στα αξέχαστα παιδικά μας χρόνια.


Γράφει ο
Νίκος Παρασκευάς

Κυρίαρχη ανάμνηση, έντονη θύμηση, καταλυτική παρουσία στην αναπόληση εκείνων των εποχών είναι τα κάλαντα. Αυτό το εξαιρετικό έθιμο που μας έβγαζε στα πεζοδρόμια τις παραμονές των γιορτών, σπρωγμένους από τη δύναμη της παράδοσης και τη λαιμαργία της ηλικίας για να γίνουμε και εμείς μέρος της γιορτής, μέρος της κίνησης, του πανικού, της τρεχάλας της παραμονής των Χριστουγέννων και όχι τόσο για τα κέρδη, γιατί τότε μία δεκάρα ή το πολύ μία εικοσάρα ήταν οι απολαβές, το… μεροκάματο.

Και αυτό γιατί πολλοί δεν έδιναν χρήματα, αφού δεν υπήρχαν, υπήρχε όμως περίσσευμα καρδιάς, δοτικότητας και νοικοκυροσύνης και το κάθε σπίτι είχε τα δικά του παραδοσιακά γλυκά, τα μελομακάρονα, τις δίπλες, τους κουραμπιέδες.

Λεφτά δεν μαζεύαμε, αλλά τα γλυκά δεν τα χορταίναμε…
Τα κάλαντα ήταν η πεμπτουσία της παραμονής, η ιδιαιτερότητα, η κορύφωση.
Όχι για τα λεφτά, αλλά για την παρέα, για τη βόλτα, για τις επισκέψεις στις άλλες γειτονιές, για τα πρώτα ξεπετάγματα από την οικογενειακή εστία.
Αυτά ήταν τα Χριστούγεννα τότε. Αγνά, ανθρώπινα, αναλλοτρίωτα. Χωρίς ίντρι­γκες, δεύτερες σκέψεις και υστεροβουλίες. Και τα κάλαντα ήταν κανονικά κάλαντα. Μίλαγε η ψυχή και η παράδοση. Δεν ήταν ε­μπόριο, ευκαιρία για αρπαχτή, τρόπος για να βγάλουν μεροκάματο ορισμένοι.

Γιατί τώρα, δυστυχώς, τα κάλαντα δεν είναι κάλαντα. Είναι τρόπος βιοπορισμού για κάποιους, μέσο για να τα οικονομήσουν ορισμένοι άλλοι, ακόμα και επάγγελμα για μερικούς. Η σύγχρονη εποχή δεν αφήνει περιθώρια για συναισθηματισμούς. Η πραγματικότητα, όπως έχει διαμορφωθεί τουλάχιστον, δεν σηκώνει νοσταλγίες, αναμνήσεις, χρώματα και αρώματα από το παρελθόν.
Στο σήμερα χωράει ό,τι πουλάει. Και όλα κινούνται γύρω από το χρήμα. Και τα κάλαντα δεν μπορούσαν να ξεφύγουν από αυτήν τη μέγγενη, από αυτήν τη συνταγή. Έπρεπε να μπουν στον μύλο του κέρδους, να βρεθεί τρόπος να χρησιμοποιηθούν για να αποδώσουν, για να παραγάγουν χρήμα.

Οι παραδόσεις και τα έθιμα είναι για άλλες εποχές. Τότε που υπήρχαν άνθρωποι. Τώρα, που υπάρχουν μόνο λύκοι, μόνο αρπακτικά, δεν έχουν θέση. Χρειάζονται για να αποδίδουν και για τίποτε άλλο.
Γι’ αυτό και βλέπουμε να χάνονται σιγά σιγά οι παιδικές φωνούλες, να μην αντηχούν τα τρίγωνα, τα κάλαντα να μην είναι πια προνόμιο των παιδιών, που φοβούνται πλέον… να τα πουν, γιατί δεν είναι γι’ αυτά, είναι βιλαέτι και πεδίο δράσης άλλων. Το έθιμο δεν είναι πια έθιμο, έχει γίνει ένα στυγνό επάγγελμα. Γι’ αυτό και τα παιδιά έχουν αντικατασταθεί από οργανωμένες κομπανίες, που πηγαίνουν μελετημένα σε περιοχές που τις έχουν προκαθορίσει, όπου δεν τολμάει να πάει άλλος, μπαίνουν στα μαγαζιά, βγάζουν δίσκο στους πελάτες και κάνουν συγκεκριμένους τζίρους, και μάλιστα με μετρητά και αφορολόγητα χρήματα. Κανονική μπίζνα, δηλαδή.

Οι αδυσώπητοι κανόνες της αγοράς διέπουν πλέον και τα κάλαντα.
Που δεν είναι παράδοση, έθιμο, αλλά δουλειά. Κανονική δουλειά, μπίζνα, με συγκεκριμένες προδιαγραφές, αλλά χωρίς αποδείξεις και τιμολόγια.
Δεν μας παίρνει μόνο τις ζωές, τις αναμνήσεις η λεγόμενη «εξέλιξη». Μας παίρνει τις παραδόσεις και τα έθιμα.
Και ό,τι άλλο μας είχε απομείνει από τα χρόνια της αθωότητας, που έφυγαν, ανεπιστρεπτί, κάποια Πρωτοχρονιά, μαζί με τα τριγωνάκια, τα παιδιά με τα κοντά παντελόνια, τα κουρεμένα κεφάλια και τα ξύλινα σπαθιά…

ΤΟ ΠΑΡΟΝ