Ράμα και Σκόπια παίζουν με την αξιοπιστία της Ελλάδας

Ράμα και Σκόπια παίζουν με την αξιοπιστία της Ελλάδας

ΕΝΩ Η ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΒΟΥΛΙΑΖΕΙ ΚΑΙ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

–Ο ΡΑΜΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΥΧΙΕΤΑΙ ΟΤΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΧΕΡΙΟΥ ΤΟΥ

Η κυβέρνηση, έχοντας ήδη βρεθεί σε εξαιρετικά δύσκολη θέση στα ελληνοτουρκικά, όπου η πολιτική των «ήρεμων νερών» έχει αποχαλινώσει τις τουρκικές διεκδικήσεις, κινδυνεύει να βρεθεί τώρα σε ένα νέο αδιέξοδο σε ό,τι αφορά τη βαλκανική πολιτική της.

Του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ


Από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία η κυβέρνηση της ΝΔ είχε ένα χρόνιο σύνδρομο στα Βαλκάνια, που εκπηγάζει κυρίως από την αδυναμία της να διαχειριστεί το θέμα της Βόρειας Μακεδονίας και της Συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά και το διαχρονικό «κόμπλεξ» της παράταξης (και όχι μόνο) έναντι των Αλβανών. Αυτά τα δύο σύνδρομα καθοδηγούν την πολιτική της στα Βαλκάνια, η οποία μοιάζει με νέο Βατερλώ.

Έχοντας ξεχάσει τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων όλα αυτά τα χρόνια, τώρα, ξαφνικά, ο Γιώργος Γεραπετρίτης θέλει να βρει ατζέντα για την Ελληνική Προεδρία του 2027 και ανασύρει τα γνωστά χιλιοειπωμένα αφηγήματα της «ελληνικής ατμομηχανής για την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων».

Την ώρα που όλος ο κόσμος αλλάζει και η ίδια η ΕΕ βρίσκεται σε μια σοβαρή κρίση ταυτότητας και μετασχηματισμού, την ώρα που διχάζει τους Ευρωπαίους η δέσμευση για ενσωμάτωση της Ουκρανίας στην Ευρώπη, το μόνο που δεν θα ήθελε κανείς να ακούσει είναι η ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ. Μια κίνηση η οποία θα μεγάλωνε την παράλυση της θεσμικής διαδικασίας εντός της ΕΕ και θα απαιτούσε σημαντικούς πόρους, οι οποίοι θα πρέπει να αφαιρεθούν από τις αγροτικές ενισχύσεις και άλλα αναπτυξιακά προγράμματα που σήμερα κατευθύνονται στα κράτη-μέλη.

Κυρίως, όμως, θα έθετε μια σειρά κρίσιμων διλημμάτων στην ΕΕ, όπου οι όχι και τόσο ανεξάρτητοι και αδιάφθοροι ηγέτες της Βοσνίας, του Κοσόβου, του Μαυροβουνίου, της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας θα βρίσκο­νταν στο στρογγυλό τραπέζι των Συνόδων Κορυφής να συναποφασίζουν την τύχη της Ευρώπης μαζί με τους ηγέτες της Γαλλίας, της Γερμανίας και των άλλων μεγάλων δυνάμεων. Η αυταπάτη της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων θα μπορούσε να διαρκέσει μερικά χρόνια ακόμη και απλώς εκθέτει την ελληνική πλευρά αυτή η επιμονή.
Όμως, έρχεται ακριβώς να καλύψει το κενό της βαλκανικής πολιτικής της Ελλάδας, καθώς πλέον η χώρα μας δεν χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης και σεβασμού από τους βαλκάνιους γείτονες, αρκετοί εκ των οποίων διατηρούν στενότατες σχέσεις με την Τουρκία και απλώς επιχειρούν να επωφεληθούν από την Ελλάδα όπως μπορούν.

Στα αρνητικά της ελληνικής πολιτικής στα Βαλκάνια είναι φυσικά η αρνητική εικόνα που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια, και με ευθύνη και των προηγούμενων κυβερνήσεων, καθώς εξέλιπε η εικόνα της ισχυρής Ελλάδας, κάτι που οριστικοποιήθηκε με τα Μνημόνια και την επιβολή εκ μέρους των Ευρωπαίων της υποχρέωσης για κλείσιμο ή πώληση των υποκαταστημάτων των ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια, που αποτελούσαν έναν ισχυρό πόλο επιρροής.

Συγχρόνως, τόσο η Συμφωνία των Πρεσπών και ο τρόπος με τον οποίο παραβιάζεται από τα Σκόπια όσο και η εξευτελιστική για την Ελλάδα στάση του αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα σε μια σειρά ζητημάτων έχουν πλήξει καίρια το κύρος και την αξιοπιστία της χώρας μας. Διότι στα Βαλκάνια, για να σε σέβονται, δεν αρκεί να κερδίζουν απλώς, πρέπει και να σε φοβούνται. Με τα Σκόπια η κυβέρνηση δεν έχει ουσιαστικές επαφές και ο λόγος είναι βεβαίως ότι –εν όψει μάλιστα εκλογών και υπό τον φόβο της δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά– δεν θέλει να αναμετρηθεί με τις εξαγγελίες της προ του 2019 σχετικά με την ακυρότητα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Όμως, η κυβέρνηση, η οποία τώρα εμφανίζεται ως σημαιοφόρος της ευρωπαϊκής πορείας των Σκοπίων, έχει μέχρι στιγμής αποφύγει τη βασική υποχρέωση που έχει, δηλαδή την επιβολή του σεβασμού της Συμφωνίας των Πρεσπών, από την οποία ήδη τα Σκόπια έχουν κερδίσει πολλά, όπως η ένταξη στο ΝΑΤΟ αλλά και η σαφής ευρωπαϊκή προοπτική.

Αντιθέτως, η κυβέρνηση υπομένει και καταπίνει όλες τις συστηματικές παραβιάσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών, με την προσπάθεια της ηγεσίας της Βόρειας Μακεδονίας να επιβάλει και διά της θέσεως τον όρο «Μακεδονία», και αποφεύγει να ενεργοποιήσει το συγκεκριμένο άρθρο της Συμφωνίας και την καταγγελία στον ΟΗΕ.

Επίσης, έχει αφήσει σε μόνιμο λήθαργο τη διαδικασία των μεικτών επιτροπών για την εμπορική χρήση του όρου «Μακεδονία», για τα σχολικά βιβλία, ενώ υποκριτικά ανακοίνωσε ότι έγινε προ μερικών εβδομάδων η συνάντηση των επιτροπών για θέματα πολιτισμού, χωρίς φυσικά να ανακοινώσει τα αποτελέσματά της.

Και πώς να το κάνει αυτό, όταν, φυσικά, ακόμη και τα μικρά ταμπελάκια που είχαν τοποθετηθεί στα μεγάλα αγάλματα του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου και δήλωναν ότι αφορούν την αρχαία ελληνική κληρονομιά έχουν αφαιρεθεί εδώ και χρόνια;

Με την Αλβανία η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη και δυστυχώς πλήττει την εικόνα της Ελλάδας ως ισχυρής δύναμης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ο Έντι Ράμα, τα 13 τελευταία χρόνια που κυβερνά την Αλβανία, έχει αποδειχθεί ο πιο δεινός «χειριστής» των ελληνικών κυβερνήσεων. Πουλώντας τρέλα όταν τον βολεύει και κυρίως ασκώντας αποφασιστική πολιτική σε ό,τι αφορά τα ζητήματα της ελληνικής μειονότητας αλλά και των θαλάσσιων ζωνών, έχει επιτύχει τους στόχους του και μπορεί να καυχιέται ότι η Ελλάδα είναι του χεριού του.

Δύο περιστατικά τον τελευταίο μήνα έρχονται να επιβεβαιώσουν αυτήν τη θλιβερή κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στις ελληνοαλβανικές σχέσεις.

Ο Έντι Ράμα εμφανίζεται ως… σταρ στο Συνέδριο των Δελφών, πουλάει τρέλα ότι ολοκληρώνονται οι συνομιλίες για συνυποσχετικό για παραπομπή στη Χάγη όσον αφορά την οριοθέτηση της ΑΟΖ και μάλιστα δηλώνει ότι μέχρι το τέλος του χρόνου όλα τα ζητήματα θα έχουν λυθεί. Η αλήθεια, φυσικά, είναι ότι όχι μόνο δεν έχουν προχωρήσει οι συνομιλίες, αλλά, αντιθέτως, υπονομεύονται συστηματικά από την αλβανική πλευρά. Και παραμένει αυτή η εκκρεμότητα, που προέκυψε επειδή ο ίδιος ο Έντι Ράμα προσέφυγε εναντίον της συμφωνίας που είχε υπογραφεί μεταξύ των δύο χωρών το 2010 και πέτυχε την ακύρωσή της, με το αλβανικό Ανώτατο Δικαστήριο να υιοθετεί όλη την τουρκική επιχειρηματολογία για τις θαλάσσιες ζώνες.

Άλλωστε, μόλις την περασμένη εβδομάδα εμφανίστηκε απορημένος για την αντίδραση του ελληνικού ΥΠΕΞ στα όσα έγιναν εις βάρος μελών της μειονότητας στο Σβέρνετς από τρα­μπούκους των δήθεν επενδυτών, που περιέφραξαν μια τεράστια περιοχή, ε­ντός της οποίας, όμως, υπάρχουν και ελληνικές περιουσίες. Ο Ράμα υποκριτικά δήλωσε ότι «δεν ήξερε ότι υπάρχουν έλληνες κάτοικοι εκεί» και… καταδίκασε τη βίαιη συμπεριφορά των υπαλλήλων ασφαλείας που είχαν αναλάβει τη φρούρηση της έκτασης, η οποία προορίζεται για «τουριστική αξιοποίηση» από συμφέροντα που πιθανότατα έχουν σχέση και με τις εταιρείες του γαμπρού του Ντόναλντ Τραμπ, οι οποίες διεκδικούν να πάρουν για τουριστικό θέρετρο τη νήσο Σάσων.

Όπως αποκαλύφθηκε, φυσικά, οι ειρωνείες του Ράμα και το μέτωπο που άνοιξε με τον Αλέξη Τσίπρα, καθώς και η δήθεν έκπληξη για το γεγονός ότι το ελληνικό ΥΠΕΞ έσπευσε να καταδικάσει τα επεισόδια και να απευθύνει προειδοποιήσεις στην Αλβανία, ήταν απλώς για τα μάτια του κόσμου, καθώς η ουσία είναι ότι η ίδια η κυβέρνησή του είχε πιστοποιήσει στην Ευρώπη ότι στο Σβέρνετς ζουν 920 μέλη της ελληνικής μειονότητας. Και, επίσης, υπάρχουν τίτλοι ιδιοκτησίας από το 1994 (που ανανέωναν παλαιούς τίτλους), οι οποίοι σκόπιμα εδώ και 30 χρόνια δεν εγγράφονται στο Κτηματολόγιο, προκειμένου να είναι ευάλωτοι σε σφετεριστές, όπως συμβαίνει τώρα.

Δυστυχώς, με τις υποτιθέμενες «αυστηρές ανακοινώσεις και μηνύματα» η Αθήνα δεν οδηγείται πουθενά. Και ο Ράμα το κατάλαβε καλά αυτό όταν, επί δύο χρόνια, εξευτέλισε την Ελληνική Πολιτεία με την υπόθεση Χειμάρρας / Μπελέρη, και τελικά, χωρίς καμία συνέπεια για τον ίδιο και τη χώρα του, είδε να επιβάλλεται η δική του επιλογή.

Πριν η ελληνική κυβέρνηση προσπαθήσει να κάνει και πάλι σημαία της προεδρίας της στην ΕΕ την ενσωμάτωση των Δυτικών Βαλκανίων, οφείλει να διαμορφώσει μια ρεαλιστική και αποφασιστική βαλκανική πολιτική και κυρίως να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της στην περιοχή, απαγορεύοντας στον κ. Μιτσκόσκι στα Σκόπια και στον Έντι Ράμα στα Τίρανα να παίζουν με την αξιοπιστία και την αξιοπρέπεια της Ελλάδας.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ