
Στ. Παραστατίδης στο “Π”: Το επιδοματικό κράτος δεν είναι κοινωνικό κράτος: Η φτώχεια στην Ελλάδα του 2025
Του
ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΑΡΑΣΤΑΤΙΔΗ
Βουλευτή ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ Κιλκίς,
Τομεάρχη Παιδείας
Οι ανισότητες στον δυτικό κόσμο βρίσκονται στο επίκεντρο της συζήτησης, και όχι άδικα, καθώς έχουν καταφέρει να θρέψουν το τέρας του φασισμού και τη στροφή της κοινωνίας προς τα άκρα. Η υλική υστέρηση είναι ο χειρότερος πολιτικός σύμβουλος και η Ελλάδα του 2025 μοιάζει να θρέφεται από την όξυνση των ανισοτήτων, με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον κίνδυνο φτώχειας στην Ελλάδα δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για αισιοδοξία.
Όπως αναφέρει το δελτίο «Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα» (Απρίλιος 2026), το 2025, το 19,6% του πληθυσμού, δηλαδή σχεδόν ένας / μία στους πέντε Έλληνες και Ελληνίδες ζει κάτω από το κατώφλι φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της αποτυχίας, αρκεί μια σύγκριση με τη χώρα πριν την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη ΝΔ: Το 2019, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 17,9%. Με άλλα λόγια, σε έξι χρόνια, παρά την αύξηση των κοινωνικών δαπανών, παρά τα πολλαπλά επιδόματα και τις παρεμβάσεις που εξαγγέλλονταν διαδοχικά από τις κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο κίνδυνος φτώχειας όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε κατά 1,7 ποσοστιαίες μονάδες. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος του προβλήματος, σε απόλυτους αριθμούς, αυτό σημαίνει ότι περίπου 2 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ελλάδα ζουν σήμερα κάτω από το κατώφλι φτώχειας, και μάλιστα περισσότεροι από 130.000 μετακινήθηκαν κάτω από το όριο της φτώχειας σε σχέση με το 2019.
Γράφημα: Κίνδυνος φτώχειας μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, κατά φύλο και ομάδες ηλικιών

Πηγή: «Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα» (Απρίλιος 2026, σελ. 48-49).
Αν και αρχικά η αύξηση της ανισότητας μοιάζει να κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση από την επιδοματική πολιτική της ΝΔ ως αποτέλεσμα πολιτικής, η έλλειψη αποτελεσματικής κοινωνικής πολιτικής είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ενός λειτουργικού κοινωνικού κράτους και του ελληνικού μοντέλου, που θα μπορούσε να αποκαλείται ορθότερα επιδοματικό κράτος, δηλαδή ένα σύστημα που διανέμει πόρους όχι με βάση την πραγματική ανάγκη αλλά με βάση την πολιτική σκοπιμότητα, την πελατειακή λογική και την αδυναμία διαχείρισης στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας πολιτικής είναι πως τα επιδόματα δεν φτάνουν εκεί που πρέπει, αναδιανέμοντας το εισόδημα από τους έχοντες στα πιο αδύναμα κοινωνικά στρώματα της κοινωνίας, αλλά λειτουργούν ως παροχές με χαμηλή αναδιανεμητική αποτελεσματικότητα.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εξέλιξη με βάση το φύλο. Το 2019, ο κίνδυνος φτώχειας για τους άνδρες ήταν 17,7%, ενώ το 2025 ανέβηκε στο 18,2%. Για τις γυναίκες, η εικόνα είναι δραματικά χειρότερη, από 18% το 2019 στο 20,9% το 2025. Δηλαδή, πάνω από μία στις πέντε γυναίκες στην Ελλάδα σήμερα βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας. Η αύξηση αυτή δεν είναι τυχαία, καθώς οι γυναίκες υπερεκπροσωπούνται στην ανεπίσημη οικονομία, στη μερική απασχόληση, στις χαμηλόμισθες θέσεις του τριτογενή τομέα και στους κοινωνικούς ρόλους άμισθων φροντιστών της οικογένειας. Κανένα από τα τρέχοντα επιδοματικά σχήματα δεν αντιμετωπίζει δομικά αυτές τις ανισορροπίες, αλλά, αντίθετα, τις αναπαράγει, ακριβώς γιατί είναι πολιτική επιδομάτων και όχι στοχευμένου διχτυού ασφαλείας.
Η κατανομή των δαπανών κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, με στοιχεία από το ίδιο δελτίο της ΕΛΣΤΑΤ, αποκαλύπτει μια δομική ακινησία που εξηγεί εν πολλοίς γιατί τα επιδόματα δεν φτάνουν εκεί που χρειάζονται. Σύμφωνα με τα στοιχεία ESSPROS της ΕΛΣΤΑΤ, οι κατηγορίες της κοινωνικής πολιτικής που αφορούν τους πιο ευάλωτους –οικογένεια / τέκνα, ανεργία, στέγαση και κοινωνικός αποκλεισμός– εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται. Ειδικότερα, οι δαπάνες για οικογένεια / τέκνα μειώθηκαν από 5,4% το 2019 σε 4,9% το 2023, παραμένοντας σε χαμηλά επίπεδα. Οι κοινωνικές δαπάνες για στέγαση εμφανίζουν μηδενικές ή αμελητέες μεταβολές, παραμένοντας στο 0,7 – 0,8% έως το 2023, αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν το Νο1 κοινωνικό πρόβλημα των ημερών μας. Τέλος, οι δαπάνες που σχετίζονται με τον κοινωνικό αποκλεισμό, η κατηγορία που καλύπτει απόρους, μετανάστες, πρόσφυγες και εξαρτημένα άτομα, μειώθηκε από 1,7% το 2019 σε 1,3% το 2023. Η εικόνα αποσύνθεσης ενός λειτουργικού κοινωνικού κράτους ευθυγραμμίζεται με την εικόνα των πολιτών για την απουσία πολιτικών αντιμετώπισης των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών.
Η αναγκαία αλλαγή παραδείγματος είναι μια ανάγκη ιδεολογικής στροφής από πελατειακά επιδόματα σε καλύτερα σχεδιασμένο κοινωνικό κράτος, με αυστηρά κριτήρια χορήγησης, αξιολόγηση αποτελεσματικότητας και πραγματική σύνδεση με την αγορά εργασίας και τις υπηρεσίες κοινωνικής ένταξης. Η Ελλάδα χρειάζεται μετάβαση από ένα σύστημα που διαχειρίζεται την εξαθλίωση σε ένα που επενδύει στην έξοδο από αυτήν. Τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 δεν είναι απλώς στατιστικές, γιατί 2 εκατομμύρια ζωές δεν μπορεί να παραμένουν ένα νούμερο και 130 χιλιάδες φτωχοί ως αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής δεν μπορεί να είναι αμελητέα αύξηση, τη στιγμή που είναι ένα δελτίο αποτυχίας για μια κοινωνική πολιτική που, επί δεκαετίες, επιλέγει την πολιτική ανακούφιση έναντι της ουσιαστικής αντιμετώπισης της φτώχειας.