
Πολύ… καλό για το τίποτα!
ΝΗΝΕΜΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ
–Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ ΦΕΡΝΕΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ ΚΑΙ ΕΡΝΤΟΓΑΝ
Στον «τοίχο» του Ταγίπ Ερντογάν προσέκρουσε η προσπάθεια της κυβέρνησης να προσεγγίσει την Άγκυρα και να εξασφαλίσει τη ρωγμή του casus belli, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο το βέτο που έχει θέσει στο ευρωπαϊκό εξοπλιστικό Πρόγραμμα «SAFE», αλλά και μια παράταση των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, χωρίς τους όρους που θέτει η Τουρκία.
Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν, η πρώτη μετά από ενάμιση χρόνο, ήταν καλά προετοιμασμένη ώστε να αποφευχθούν δυσάρεστα απρόοπτα και είναι χαρακτηριστικό ότι οι δύο ηγέτες διάβασαν από κείμενο τις δηλώσεις τους μετά τη συνάντηση, που προφανώς είχαν συμφωνηθεί πριν από τους διπλωματικούς συμβούλους τους.
Μια συνάντηση η οποία αποτελούσε κορυφαίο δείγμα κατευνασμού, καθώς περίσσεψαν οι φιλοφρονήσεις και τα ευχολόγια για τη σχέση με την Τουρκία και τις προθέσεις του κ. Ερντογάν, με την Αθήνα να ξεχνά σχεδόν ότι υπάρχει η «Γαλάζια Πατρίδα», οι «γκρίζες ζώνες», το casus belli, η αποστρατιωτικοποίηση, τα τετελεσμένα που επιχειρούνται με ΝΟΤΑΜs και NAVTEXs και όλη η αναθεωρητική πολιτική που έχει στο στόχαστρό της την Ελλάδα.
Και, δυστυχώς, αυτό το ήπιο, σχεδόν ιδανικό κλίμα που περιέγραψαν οι δύο ηγέτες στις δηλώσεις τους φάνηκε και έξω από την Ελλάδα, έφτασε στις Βρυξέλλες και στην Ουάσινγκτον, αποκρύπτοντας έτσι την πραγματική εικόνα και δυσκολεύοντας τους χειρισμούς τόσο στην ΕΕ όσο και στη νέα αμερικανική διοίκηση.
Οι δύο ηγέτες έδειξαν πλέον τον τρόπο με τον οποίο προσαρμόζονται και τα ελληνοτουρκικά στο νέο σκηνικό που έχει δημιουργηθεί με την έλευση της εποχής Τραμπ στις διεθνείς σχέσεις, καθώς ο πρωταρχικός στόχος ήταν ακριβώς να εμφανιστούν ως «καλά παιδιά», που δεν θα δημιουργούν εντάσεις ενοχλητικές για τον αμερικανό Πρόεδρο, ο οποίος θέλει, όπως καυχάται, να είναι ειρηνοποιός και να επιλύσει κάθε κρίση που μπαίνει στο ραντάρ του. Κυρίως, όμως, είναι σαφές ότι κανείς δεν επιθυμεί να οδηγηθεί η περιοχή σε μια νέα κρίση, που θα αναγκάσει τον Ντόναλντ Τραμπ να παρέμβει με τον γνωστό σαρωτικό τρόπο, κάτι που απεύχεται κατ’ αρχάς η Ελλάδα, μιας και ο αμερικανός Πρόεδρος έχει δείξει την απέχθειά του για αρχές και κανόνες, αλλά και ο Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος θέλει να αξιοποιήσει τη σχέση του με τον Τραμπ σε άλλα ανοιχτά μέτωπα, πιο κρίσιμα για την τουρκική στρατηγική.
Οι δηλώσεις των δύο ηγετών έμοιαζαν σαν μια ευγενική αντιπαράθεση των διαμετρικά αντίθετων θέσεων των δύο χωρών για μια σειρά ζητημάτων, κάτι που αναδεικνύει το πόσο εύθραυστα είναι τα περί «ήρεμων νερών». Και αυτό διότι είναι σαφές το ότι η Τουρκία συνδέει τα «ήρεμα νερά» με τον αυτοπεριορισμό της Ελλάδας από την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Εννοείται πως το «καλό κλίμα» και η διάθεση επίλυσης των προβλημάτων, που εξέπεμψαν οι δύο ηγέτες από την Άγκυρα, δεν θα δοκιμαστούν σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά στην πράξη, εάν και όταν επιχειρηθεί, για παράδειγμα, η επανάληψη των ερευνών για την πόντιση του καλωδίου GSI της ηλεκτρικής διασύνδεσης Κύπρου – Κρήτης.
Μόνο τότε θα φανεί πόσο αξιόπιστο είναι αυτό το ήπιο κλίμα που θέλησαν να εκπέμψουν οι κ. Μητσοτάκης και Ερντογάν. Και φυσικά μέχρι την έκδοση της επόμενης NAVTEX ή ΝΟΤΑΜ, που θέτουν επί τάπητος τις τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, απαιτώντας την τουρκική άδεια για έρευνες ανατολικά του 25ου μεσημβρινού και απαιτώντας την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών. Το τελευταίο, μάλιστα, δεν συνιστά ένα απλό αίτημα για τον αφοπλισμό των νησιών, αλλά εδώ και τέσσερα χρόνια συνδέεται ευθέως με την ελληνική κυριαρχία, σύμφωνα με τη νέα και καινοφανή θεωρία, όπως την έχει καταθέσει με επιστολή της η Άγκυρα στον ΟΗΕ.
Ο κ. Ερντογάν, με «γλυκό ύφος» και μεταξύ φιλοφρονήσεων για τον «φίλο Κυριάκο», δήλωσε ότι στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο υπάρχουν προβλήματα «ακανθώδη», που δεν είναι, όμως, άλυτα με βάση το… διεθνές δίκαιο, σπεύδοντας βεβαίως να προσθέσει ότι τα προβλήματα αυτά είναι αλληλένδετα. Έτσι, διέλυσε τις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει οι διάφοροι καλοθελητές και τα διάφορα «βαποράκια» της τουρκικής προπαγάνδας, που ήθελαν να πείσουν την ελληνική κοινή γνώμη ότι έχει υπάρξει αλλαγή στάσης από την Τουρκία, όταν ο κ. Φιντάν, σε συνέντευξή του προ μερικών εβδομάδων, είχε αναφερθεί σε «πρόβλημα» και όχι σε «προβλήματα»… Ο τούρκος Πρόεδρος έθεσε και με έμφαση θέμα «τουρκικής» μειονότητας στη Θράκη, κάνοντας λόγο για την ανάγκη να γίνουν σεβαστές η θρησκευτική ελευθερία και η ελευθερία εκπαίδευσης.
Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, το ότι ο κ. Ερντογάν, απαντώντας με τον τρόπο του στις δηλώσεις της Αθήνας περί βέτο στο Πρόγραμμα «SAFE», δήλωσε ότι η συμμετοχή στις αμυντικές πρωτοβουλίες της ΕΕ είναι σημαντική για την αντιμετώπιση απειλών ασφαλείας και θα είναι προς όφελος και των δύο πλευρών… Είναι το επιχείρημα που ο κ. Ερντογάν χρησιμοποιεί αποτελεσματικά, απευθυνόμενος σε άλλους ευρωπαίους ηγέτες, οι οποίοι δυστυχώς δεν συμμερίζονται την ελληνική θέση ότι δεν μπορεί μια χώρα που διατηρεί απειλή πολέμου εναντίον κράτους-μέλους να χρηματοδοτηθεί στον εξοπλιστικό τομέα, και μάλιστα με κοινοτικό χρήμα…
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προσπάθησε να είναι συνεπής στη δέσμευσή του ότι θα έθετε στον κ. Ερντογάν το casus belli, αλλά το έκανε με διακριτικό τρόπο, καθώς αναφέρθηκε στην ανάγκη «άρσης κάθε απειλής, τυπικής και ουσιαστικής», χωρίς να αναφέρει την απαγορευμένη λέξη «απειλή πολέμου, casus belli», κάτι που προφανώς θα ανάγκαζε τον τούρκο Πρόεδρο να αντιδράσει και να απαντήσει.
Πάντως, ο πρωθυπουργός επανέλαβε τη θέση ότι η μόνη διαφορά είναι η οριοθέτηση, η οποία πρέπει να παραπεμφθεί σε διεθνή δικαιοδοτικό μηχανισμό, και ότι η μειονότητα είναι, βάσει της Λωζάννης, θρησκευτική και οι μουσουλμάνοι Έλληνες συμβιώνουν απολύτως ειρηνικά με τους χριστιανούς συμπολίτες τους…
Ο τούρκος Πρόεδρος απέφυγε, για πολλούς λόγους, να αναφερθεί στο Κυπριακό, καθώς εκεί θα έπρεπε να επαναλάβει τη θέση των δύο κρατών, κάτι που θα δημιουργούσε πρόβλημα στην τουρκική διπλωματία, που θέλει να πείσει ότι η Άγκυρα συμμετέχει εποικοδομητικά στις προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πάντως είδε «παράθυρο ευκαιρίας» για επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό από εκεί που έμειναν στο Κραν Μοντανά, αν και οι μέχρι τώρα διαδικασίες δείχνουν ότι κανένα παράθυρο ευκαιρίας δεν υπάρχει όσο η τουρκική πλευρά επιμένει σε συνομοσπονδιακή ή διχοτομική λύση…
Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν και το ΑΣΣ, στο οποίο συμμετείχαν σχεδόν δέκα υπουργοί από κάθε πλευρά και απέδωσε την υπογραφή μερικών μνημονίων συνεργασίας και δηλώσεων συνεργασίας χαμηλής πολιτικής, φαίνεται ότι εξυπηρέτησαν τον σκοπό τους, που ήταν να σπάσει ο πάγος που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των δύο ηγετών και να υπάρξει και πάλι αυτός ο δίαυλος επικοινωνίας.
Όμως, οι διαφορές, για μία ακόμη φορά, έγιναν πιο ορατές και είναι σαφές ότι η Ελλάδα βρίσκεται όλο και πιο επικίνδυνα βαθιά σε μια παγίδα, όπου η επιδίωξη κατευνασμού της Τουρκίας και ο διακαής πόθος για «ήρεμα νερά» εκλαμβάνεται από την Τουρκία ως παραίτηση από την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Και, δυστυχώς, η ίδια εικόνα δεν μεταδίδεται μόνο στην Τουρκία αλλά και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ…