Γεμίζουμε με… σερβιτόρους και εξαφανίζονται οι αγρότες

Γεμίζουμε με… σερβιτόρους και εξαφανίζονται οι αγρότες

–83.000 θέσεις εργασίας χάθηκαν μέσα σε έναν χρόνο από τον πρωτογενή τομέα

H ελληνική αγορά εργασίας μοιάζει με έναν καθρέφτη που α­ντανακλά μια μάλλον παραπλανητική εικόνα ευημερίας. Κοιτάζοντας κανείς τα γενικά νούμερα, όπως η αύξηση της συνολικής απασχόλησης κατά 79.000 άτομα μέσα σε έναν χρόνο, θα μπορούσε εύκολα να μιλήσει για μια οικονομία που ανακάμπτει δυναμικά.

Όταν, όμως, ξύσει κανείς την επιφάνεια των επίσημων στοιχείων του ΚΕΠΕ, αποκαλύπτεται μια βαθιά, δομική ανισορροπία που απειλεί την ίδια την παραγωγική ραχοκοκαλιά της χώρας. Η πραγματικότητα είναι ότι η Ελλάδα μετατρέπεται γρήγορα σε μια οικονομία αποκλειστικά προσανατολισμένη στις υπηρεσίες, την ίδια ώρα που ο πρωτογενής της τομέας καταρρέει με πάταγο, αφήνοντας πίσω του άδεια χωράφια και ερημωμένη ύπαιθρο.

Η απώλεια 83.200 θέσεων εργασίας στη γεωργία και στην κτηνοτροφία μέσα σε μόλις δώδεκα μήνες δεν είναι απλώς ένα ανησυχητικό στατιστικό αλλά μια ιστορικών διαστάσεων συρρίκνωση κατά 18%. Αυτό το κύμα φυγής έρχεται να προστεθεί σε μια μακροχρόνια αιμορραγία που ξεκίνησε με την κρίση του 2008, έχοντας πλέον εξαφανίσει το ένα τέταρτο του αγροτικού κόσμου. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η παραγωγική απογύμνωση συμβαίνει σε μια περίοδο έντονης έλλειψης εργατικών χεριών, γεγονός που χτυπά καμπανάκι για την επισιτιστική επάρκεια της χώρας και προμηνύει ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση από ακριβές εισαγωγές.

Αυτήν την τεράστια μαύρη τρύπα έρχεται να καλύψει η γιγάντωση των υπηρεσιών, η οποία απορρόφησε 163.200 νέους υπαλλήλους. Το εμπόριο, ο τουρισμός και οι τεχνικές δραστηριότητες συντηρούν μια πλασματική ανάπτυξη, ενώ την ίδια στιγμή η μεταποίηση καταγράφει και αυτή απώλειες. Μέσα σε αυτό το σκηνικό μεταβολών, οι γυναίκες κερδίζουν έδαφος, καλύπτοντας το 60% των νέων θέσεων, αν και η συνολική τους συμμετοχή παραμένει χαμηλή. Η μετάβαση σε ένα μοντέλο υπηρεσιών μπορεί να μας φέρνει πιο κοντά στα ευρωπαϊκά πρότυπα, όμως, χωρίς άμεσα κίνητρα για την επιστροφή των νέων στην περιφέρεια, η ελληνική οικονομία κινδυνεύει να μείνει χωρίς θεμέλια.

Η εικόνα της ελληνικής αγοράς εργασίας, όπως αποτυπώνεται στα πρόσφατα στοιχεία του ΚΕΠΕ, θυμίζει έντονα ένα οικοδόμημα που ψηλώνει γρήγορα, αλλά την ίδια στιγμή βλέπει τα θεμέλιά του να υποχωρούν επικίνδυνα. Από τη μία πλευρά, η βιτρίνα δείχνει μια αγορά που σφύζει από ζωή, με τη συνολική απασχόληση να αγγίζει τα 4,4 εκατομμύρια άτομα και να καταγράφει ετήσια άνοδο κατά 79.000 εργαζομένους. Από την άλλη πλευρά, πίσω από την αισιοδοξία των αριθμών, συντελείται μια βίαιη και ριζική μεταμόρφωση, η οποία αποδομεί την εγχώρια παραγωγική βάση και δημιουργεί μια οικονομία δύο ταχυτήτων, όπου οι υπηρεσίες ευημερούν και η πρωτογενής παραγωγή αργοπεθαίνει.

Το πιο σκοτεινό σημείο αυτής της εξέλιξης εντοπίζεται στα χωράφια και στις κτηνοτροφικές μονάδες της χώρας. Η γεωργία και η κτηνοτροφία βιώνουν μια άνευ προηγουμένου κρίση, καθώς μέσα σε ένα μόλις έτος χάθηκαν 83.200 θέσεις απασχόλησης. Η τρομακτική αυτή συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού κατά σχεδόν 18% δεν αποτελεί ένα τυχαίο ή παροδικό γεγονός αλλά το αποκορύφωμα μιας χρόνιας απαξίωσης.

Οι αναλυτές υπενθυμίζουν ότι από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης το 2008 μέχρι σήμερα το ένα τέταρτο των ανθρώπων που μόχθησαν στην ελληνική γη έχει εξαφανιστεί, σφραγίζοντας τη μόνιμη ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου. Το γεγονός ότι αυτή η παραγωγική απογύμνωση συμβαίνει σε μια εποχή που οι παραγωγοί κραυγάζουν για την έλλειψη εργατικών χεριών κάνει το πρόβλημα ακόμα πιο σύνθετο και απειλεί ευθέως την επάρκεια τροφίμων της χώρας, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα για νέες, ακριβές εισαγωγές αγαθών.

Η συνολική άνοδος της απασχόλησης, λοιπόν, δεν οφείλεται σε μια ισορροπημένη ανάπτυξη αλλά αποκλειστικά στην επέλαση του τομέα των υπηρεσιών. Ο τριτογενής τομέας γιγαντώθηκε κατά 5%, απορροφώντας 163.200 νέους υπαλλήλους και λειτουργώ­ντας ως ένας τεράστιος σπόγγος που κάλυψε το κενό των άλλων κλάδων. Η μερίδα του λέοντος στην εύρεση εργασίας αφορούσε επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο, καθώς και το γνώριμο δίδυμο των ξενοδοχείων και της εστίασης, που συνεχίζει να τροφοδοτείται από το τουριστικό προϊόν. Θετικό πρόσημο έδειξε και η οικοδομή, προσφέροντας ανάσα με 10.700 επιπλέον θέσεις. Αντίθετα, η βιομηχανία και η μεταποίηση, που θα έπρεπε να αποτελούν τον έτερο πυλώνα σταθερότητας, βρέθηκαν και αυτές στο κόκκινο, χάνοντας 3.400 θέσεις εργασίας.

Η στροφή προς τις υπηρεσίες μπορεί θεωρητικά να ευθυγραμμίζει την Ελλάδα με τα ευρωπαϊκά οικονομικά πρότυπα, όμως, οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι ο ρυθμός με τον οποίο διαλύεται ο αγροτικός ιστός είναι άκρως επικίνδυνος για τις εξαγωγές και την περιφερειακή συνοχή. Αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, όπως ο εκσυγχρονισμός των καλλιεργειών και η παροχή σοβαρών κινήτρων στους νέους για να παραμείνουν στην επαρχία, η χώρα κινδυνεύει να χάσει οριστικά την παραγωγική της ταυτότητα.

Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, μια ενθαρρυντική αλλά ημίτελη εξέλιξη αφορά το γυναικείο δυναμικό. Οι γυναίκες πρωταγωνίστησαν στις νέες προσλήψεις, καλύπτο­ντας το 60% των θέσεων, με τον ρυθμό απασχόλησής τους να τρέχει διπλάσια σε σχέση με τους άνδρες. Παρά την έντονη αυτή κινητικότητα, η συνολική τους συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό παραμένει καθηλωμένη στο χαμηλό 43,4%, αποδεικνύοντας ότι ο δρόμος για την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους είναι ακόμα μακρύς.

Η επόμενη μέρα απαιτεί γενναίες αποφάσεις, καθώς καμία οικονομία δεν μπορεί να ευημερήσει μακροπρόθεσμα στηριζόμενη μόνο σε υπηρεσίες, όταν η ίδια της η γη σταματά να παράγει.

Φωτό: EUROKINISSI-ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΟ ΠΑΡΟΝ