Οι οικονομικές συνέπειες ενός βρώμικου πολέμου

Οι οικονομικές συνέπειες ενός βρώμικου πολέμου

–Η σύγκρουση ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν και οι τιμές της ενέργειας


Του
ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΒΕΛΑΚΗ,
Οικονομολόγου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών


Στην κλασική και μαρξιστική ανάλυση, ο πόλεμος είναι το αποτέλεσμα της ρήξης ανάμεσα στις σχέσεις παραγωγής και στις σχέσεις επικοινωνίας. Από τη σκοπιά αυτή, δεν είναι μια ευθύγραμμη συνέχεια / συνέπεια ανταγωνιστικών οικονομικών συμφερόντων. Αυτό ισχύει ξεκάθαρα για τον πόλεμο ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν. Αν ήθελε να τον συνοψίσει κανείς, θα έλεγε ότι είναι μια προσπάθεια οι ΗΠΑ να καταστήσουν το Ισραήλ κυριαρχική δύναμη στη Μέση Ανατολή.

Το Ισραήλ και η ισραηλινή ακροδεξιά, από τη μεριά της, βλέπει σε αυτόν τον πόλεμο την εκπλήρωση του μεγαλοϊδεατισμού μιας μικρής χώρας που επιχειρεί να κυριαρχήσει και να καθορίσει τις τύχες μιας ολόκληρης περιοχής. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν, φυσικά, ότι αυτή η διένεξη δεν θα έχει άμεσες οικονομικές συνέπειες, και αυτές θα προσπαθήσω να θίξω στη συνέχεια.

Προφανώς, οι βασικές οικονομικές συνέπειες του πολέμου έχουν να κάνουν πρωτίστως με τις τιμές της ενέργειας και συγκεκριμένα τις τιμές του πετρελαίου και του αερίου. Όσον αφορά το πετρέλαιο, μια πιθανή επέκταση του πολέμου και το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ θα σημάνει την απώλεια του μεγαλύτερου μέρους από τα 25 εκατ. βαρέλια (25% της παγκόσμιας παραγωγής) που παράγουν από κοινού ημερησίως Σαουδική Αραβία, Ιράν, Ιράκ και Κουβέιτ.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι το πετρέλαιο αυτό έχει το χαμηλότερο κόστος εξόρυξης, κάπου 10 δολάρια το βαρέλι. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το ρωσικό πετρέλαιο έχει κόστος εξόρυξης 20 δολάρια το βαρέλι και το αμερικανικό 30 – 70 δολάρια το βαρέλι. Το χαμηλό κόστος εξόρυξης του πετρελαίου των χωρών του Κόλπου τις έχει καταστήσει τον βασικό αποδέκτη των επενδύσεων σε αυτόν τον κλάδο και, με αυτήν την έννοια, ρυθμιστικό κεφάλαιο για την αγορά στο σύνολό της. Αν ο πόλεμος διαρκέσει και κλιμακωθεί, η απώλεια αυτής της παραγωγής θα σημάνει ότι το ρωσικό, ίσως και το αμερικανικό πετρέλαιο θα καταστούν ο ρυθμιστικός παράγοντας των τιμών, και, ως εκ τούτου, οι τιμές του πετρελαίου θα εκτοξευθούν.

Ο χρόνος είναι σημαντική παράμετρος σε αυτήν την εξέλιξη, διότι, ακόμα και αν κλιμακωθεί η ένταση, τα εθνικά αποθέματα των εισαγωγέων πετρελαίου είναι σε υψηλά επίπεδα. Από τη σκοπιά αυτή, η εκτόξευση των τιμών αργού πετρελαίου από τα 65 στα 80 δολάρια το βαρέλι (αύξηση 23%) για το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου δεν αποκαλύπτει όλη την εικόνα. Αφορά περισσότερο κερδοσκοπικές κινήσεις, που ποντάρουν στη συνέχιση και κλιμάκωση του πολέμου. Αν αυτό συμβεί, το πετρέλαιο θα ανέβει αρκετά πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.

Η σοβαρότερη ενεργειακή απειλή, όμως, δεν αφορά το πετρέλαιο αλλά το φυσικό αέριο. Ο βασικός λόγος είναι ότι τα αποθέματα, κυρίως τα ευρωπαϊκά, είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Επιπλέον, η κρίσιμη παράμετρος δεν είναι το κόστος εξόρυξης, όπως με το πετρέλαιο, αλλά το κόστος επεξεργασίας και διακίνησης. Συγκεκριμένα, το κόστος εξόρυξης του φυσικού αερίου είναι 2 – 5 δολάρια το MMBtu (mega Btu). Αυτό που αλλάζει σημαντικά τα πράγματα είναι το κόστος διακίνησης και επεξεργασίας. Συγκεκριμένα, για το αιγυπτιακό αέριο η τιμή cif (χωρίς το κόστος μεταφοράς) είναι σήμερα 3 δολάρια το MMBtu, για το αμερικανικό LNG η αντίστοιχη τιμή είναι 7,6 δολάρια και η διαφορά προέρχεται από το κόστος επεξεργασίας (υγροποίησης) του τελευταίου. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι με τις τρέχουσες σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας μια πιθανή κλιμάκωση του πολέμου μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη εξάρτηση της πρώτης από το LNG, κάτι που θα σημάνει εκτόξευση του κόστους, και μάλιστα χωρίς αύξηση της τιμής της βασικής πρώτης ύλης.

Το τελευταίο θα είναι ένα εφιαλτικό σενάριο για την Ελλάδα, αφού το παραγόμενο από φυσικό αέριο ηλεκτρικό ρεύμα ρυθμίζει τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος συνολικά. Το ανησυχητικό είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει πάρει μέτρα για την αύξηση των αποθεμάτων, κυρίως μέσω εισαγωγών αιγυπτιακού αερίου, και δεν έχει κάνει κάποια προετοιμασία για την επαναλειτουργία των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ