
Ο Τραμπ ανάχωμα στο ουκρανικό στην Ευρωπαϊκή αφροσύνη

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Αναβάλλεται, όπως φαίνεται, η συνάντηση Τραμπ – Πούτιν στη Βουδαπέστη. Εφόσον δεν είχε καθορισθεί ακριβής ημερομηνία, η αναβολή δεν έχει επίσημο χαρακτήρα. Είναι φανερό όμως ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος επανεκτίμησε τη χρησιμότητα μιας συναντήσεως, εφόσον ο Ουκρανός Πρόεδρος Ζελένσκι παρέμεινε άκαμπτος στις θέσεις του, υποστηριζόμενος από το μέτωπο των προθύμων για την Ουκρανία Ευρωπαίων ηγετών.
Οι ηγέτες αυτοί είναι οι πολιτικοί προϊστάμενοι της Μ. Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και το γνωστό μπλοκ της Πολωνίας και των Βαλτικών κρατών, στο οποίο προσετέθη η Σουηδία και η Φινλανδία, μετά την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ.
Το αφήγημα των τελευταίων, όπως και του Ζελένσκι, είναι ότι ο Πούτιν δεν θέλει ειρήνη και είναι άκρως αδιάλλακτος. Πρέπει γι’ αυτό να πιεσθεί στρατιωτικά και στο πνεύμα αυτό οι ΗΠΑ να συμφωνήσουν για τη χρήση όπλων μακρού πλήγματος κατά της Ρωσίας και οι ίδιες να παράσχουν στην Ουκρανία τους εμβληματικούς πυραύλους Tomahawk.
Πάνω στη βάση του αφηγήματος αυτού, υποστηρίζουν μαζί με τον Ουκρανό Πρόεδρο τη θέση ότι πρέπει να επιβληθεί τώρα ανακωχή και όχι αναγκαστικά συμφωνία ειρήνης, εφόσον παραμένει αγεφύρωτο το χάσμα μεταξύ των δύο πλευρών στο εδαφικό.
Η Ρωσική πλευρά αντιτείνει ότι δεν έχει γι’ αυτήν κανένα νόημα μια ανακωχή, που θα έδινε την ευκαιρία στους Δυτικούς συμμάχους της Ουκρανίας να την ανεφοδιάσουν ελεύθερα και να την ενισχύσουν. Επιδιώκει μια συμφωνία ειρήνης, που θα κατοχυρώσει αφενός τα εδάφη που έχει ήδη καταλάβει ή, κατ’ αυτήν, «ελευθερώσει», εφόσον αυτά κατοικούνται κατά μεγάλη πλειοψηφία από Ρωσικούς πληθυσμούς, και αφετέρου θα εξαλείψει τις αιτίες του πολέμου. Ποιες είναι αυτές, κατά τη Ρωσική άποψη; Η επιδίωξη, πρώτον, της Ουκρανίας να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, που αποτελεί για τη Ρωσία κόκκινη γραμμή εθνικής ασφάλειας και γεωπολιτικής ισορροπίας με το ΝΑΤΟ και τη Δύση. Η λεγόμενη, δεύτερον, «αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας με αλλαγή καθεστώτος, που θα απομακρύνει από την εξουσία τους ακραίους εθνικιστές, τους οποίους η Μόσχα καταγγέλλει ως ζηλωτές και μιμητές των οπαδών του Μπαντέρα, που είχε συνταχθεί και συμπολεμήσει με τον Χίτλερ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Κατά τρίτο λόγο, που είναι συναφής με τον δεύτερο, η Μόσχα ζητά τον σεβασμό της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Ρωσικής γλώσσας και γενικά των δικαιωμάτων των Ρωσσοφώνων σε ολόκληρη την Ουκρανία.
Στην άρνησή της να δεχθεί μια απλή ανακωχή, που θα μπορούσε να παγώσει την πολεμική σύγκρουση, χωρίς την επίλυση της γενεσιουργού αιτίας, η Ρωσική πλευρά υπενθυμίζει τα δύο προηγούμενα, του 2014 και αργότερα του 2022. Το 2014, η Ρωσία δέχθηκε να περιορισθεί στην ανακατάληψη μόνο της Κριμαίας και πολύ περιορισμένων άλλων εδαφών, για να μην οδηγηθούν τα πράγματα σε πλήρη ρήξη με την «αδελφική» Ουκρανία και να μην επιδεινωθούν οι σχέσεις με τη Δύση.
Ο χρόνος όμως που διέρρευσε μέχρι το 2022 αξιοποιήθηκε από τους Δυτικούς για να ενισχύσουν την Ουκρανία και να καταστήσουν πολλαπλασίως πιο δύσκολη την κατάληψη εδαφών από τη Ρωσία. Η Ρωσική πλευρά αναφέρεται επίσης στις Συμφωνίες του Μινσκ, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν από τους εγγυητές τους, Γαλλία και Γερμανία, όπως ομολόγησαν η πρώην Καγκελάριος Μέρκελ και ο πρώην Γάλλος Πρόεδρος Ολάντ, για να κερδηθεί χρόνος υπέρ της αμυντικής προετοιμασίας της Ουκρανίας. Αναφέρεται παραλλήλως στον τορπιλισμό, με πρωταγωνιστή τη Μ. Βρετανία, της κατ’ αρχήν συμφωνίας που είχε επιτευχθεί στην Κωνσταντινούπολη και στην αποχώρηση των Ρωσικών στρατευμάτων από το Κίεβο και το Χάρκοβο ως χειρονομία καλής θελήσεως.
Με τα δεδομένα αυτά, η Ρωσική πλευρά δεν βλέπει κανένα νόημα σε μια απλή ανακωχή και θέτει ως όρο για οποιαδήποτε κατάπαυση του πυρός την άμεση προοπτική μιας συμφωνίας ειρήνης που θα αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες του πολέμου.
Στην τελευταία του διαμεσολαβητική προσπάθεια, ο Αμερικανός Πρόεδρος προσπάθησε να πείσει τον Ουκρανό Πρόεδρο ότι δεν υπάρχει ενδεχόμενο να επιτευχθεί ειρήνη με Ρωσική υποχώρηση στο θέμα των εδαφών, τα οποία η Μόσχα θεωρεί Ρωσικά λόγω ιστορίας και πλειοψηφίας του πληθυσμού, όπως το Ντονμπάς ή η Κριμαία. Προσέθεσε επίσης ότι είναι ανέφικτη η αλλαγή του ρου του πολέμου, αποκλείοντας την παραχώρηση στην Ουκρανία των πυραύλων Tomahawk, στους οποίους πρόσβλεπε ο Ουκρανός Πρόεδρος, κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ουάσινγκτον.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος εξήγησε στον Ζελένσκι ότι οι πύραυλοι αυτοί είναι απαραίτητοι για την Αμερικανική άμυνα και ότι αυτή έχει προτεραιότητα. Στην άρνησή του ο Αμερικανός Πρόεδρος έλαβε, προφανώς, υπ’ όψιν τις έντονες Ρωσικές αντιδράσεις, που υποδεικνύον ότι οι πύραυλοι Tomahawk είναι φορείς τόσο συμβατικών όσο και πυρηνικών κεφαλών. Η Ρωσική άμυνα δεν μπορεί να αναλάβει τον κίνδυνο της αντιμετωπίσεως των πυραύλων αυτών μόνο ως συμβατικών όπλων. Θα είναι υποχρεωμένη να αντιδράσει. Το ενδεχόμενο αυτό θα ενέπλεκε τις ΗΠΑ ως πρωταγωνιστή στον πόλεμο της Ουκρανίας, όπως ακριβώς επιδιώκουν Ζελένσκι και Ευρωπαίοι.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν θέλει να αναδεχθεί ως δικό του τον πόλεμο του Μπάιντεν στην Ουκρανία. Και εδώ αναδεικνύεται το παράδοξο. Να έχει αλλάξει πολιτική η ηγεμονική χώρα της Δύσεως, οι ΗΠΑ, και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί της να πλειοδοτούν και να υπερμαχούν υπέρ του πολέμου και της υστερίας κατά της Ρωσίας.
Είναι το ίδιο παράδοξο που παρατηρείται και με την παγκοσμιοποίηση και τα όσα αυτή συνεπάγεται. Η παγκοσμιοποίηση εκπορεύθηκε από τις ΗΠΑ. Ο νέος όμως Αμερικανός Πρόεδρος την καταγγέλλει ως καταστροφική για τη χώρα του και τον κόσμο και κάνει ό,τι μπορεί για να την ανατρέψει. Η Ευρώπη σηκώνει, αντιθέτως, ψηλά την σημαία της παγκοσμιοποίησης και της ατζέντας που υποστηρίζει, όπως και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Τον τελευταίο τον βλέπει ως σαφή ένδειξη της Ρωσικής επιθετικότητας, που απειλεί, υποτίθεται, ολόκληρη την Ευρώπη. Απέναντι στον παραλογισμό αυτό εξεγέρθηκε ακόμα και η πρώην Καγκελάριος Μέρκελ, η οποία κατήγγειλε ως υπευθύνους για τον πόλεμο την Πολωνία και τα Βαλτικά κράτη, που μαίνονται κυριολεκτικά κατά της Ρωσίας.
Η Ευρωπαϊκή πολιτική, τόσο για την παγκοσμιοποίηση όσο και για την Ουκρανία, είναι παράλογη και αντιμάχεται τα συμφέροντα της Ευρώπης. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τον πόλεμο στην Ουκρανία, καλλιεργεί ένα πολύ επικίνδυνο, φιλοπόλεμο πνεύμα και επιδιώκει μια κλιμάκωση άνευ ορίων, που μπορεί να οδηγήσει την Ευρώπη και τον κόσμο σε πολύ επικίνδυνες περιπέτειες και καταστροφές.
Το ιδεολόγημα ότι ενωμένες οι ΗΠΑ και η Ευρώπη μπορούν να νικήσουν τη Ρωσία, με καταλύτη την Ουκρανία, και μετά να τη διαχωρίσουν σε πολλά μικρά μέρη, ώστε να είναι ακίνδυνη, είναι νηπιακή σκέψη και παραλογισμός. Η Ρωσία είναι πυρηνική υπερδύναμη και, πέραν των αμυντικών δυνατοτήτων της με συμβατικά όπλα, που αποδεικνύονται επί του πεδίου, έχει και πυρηνικές δυνατότητες ισοδύναμες, αν όχι υπέρτερες των άλλων πυρηνικών δυνάμεων, λόγω της πρωτοπορίας της σε υπερ-υπερβαλλιστικούς πυραύλους.
Προκαλεί, επομένως, θλίψη, απογοήτευση και οργή το θέαμα που παρουσιάζει η σημερινή ηγεσία της Ευρώπης. Αποδεικνύεται πολύ κατώτερη των περιστάσεων και των προκλήσεων που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη για έναν στρατηγικό, υπεύθυνο και δημοκρατικό ρόλο στον κόσμο και άξιο της ιστορίας και του πολιτισμού των λαών της.