
Ο καύσωνας σκοτώνει πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους αναγνωρίζονται επίσημα
–Ο πληθυσμός χαμηλού εισοδήματος στις πόλεις αποτελεί το πρώτο θύμα της κλιματικής αλλαγής
Του
ΑΡΗ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗ
Σύμφωνα με την Επιτροπή Διαχείρισης Κινδύνων και Κρίσεων του ΕΚΠΑ, τα τελευταία χρόνια, έχουν ενταθεί τα φαινόμενα ακραίας ζέστης λόγω της κλιματικής αλλαγής, με δύο χαρακτηριστικές εκφάνσεις να ξεχωρίζουν: τον παρατεταμένο καύσωνα με ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες και το φαινόμενο του θερμικού θόλου (heat dome), κατά το οποίο σταθερά υψηλές πιέσεις παγιδεύουν θερμό αέρα στην κατώτερη ατμόσφαιρα, δημιουργώντας έναν θόλο που αποτρέπει την ψύξη και εντείνει τη ζέστη.
Αυτές οι καταστάσεις όχι μόνο αυξάνουν τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος σε κρίσιμο βαθμό, αλλά διατηρούν τη θερμική καταπόνηση για ημέρες ή και εβδομάδες, με σημαντικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνεχής έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες προκαλεί πολυσυστηματικές διαταραχές, αυξάνοντας τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, ιδιαίτερα στους ευπαθείς πληθυσμούς.
Οι καύσωνες έχουν ισχυρό αρνητικό αντίκτυπο στην υγεία των κατοίκων των πόλεων, ιδιαίτερα αυτών που ανήκουν στις περισσότερο ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Δεδομένα θνησιμότητας από καρδιαγγειακά και αναπνευστικά αίτια δείχνουν ότι, παγκοσμίως, η θνησιμότητα των ατόμων άνω των 65 αυξάνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα, καθώς και τις πρώτες εβδομάδες από τη λήξη του. Για τις ευρωπαϊκές πόλεις εκτιμάται ότι οι καύσωνες έχουν συμβάλει σε αρκετούς χιλιάδες θανάτους από τις αρχές του αιώνα. Για παράδειγμα, ο καύσωνας του 2003 υπολογίζεται ότι προκάλεσε 70.000 θανάτους στη Δυτική Ευρώπη (κυρίως στη Γαλλία), ενώ αντίστοιχα ο αριθμός των νεκρών που αποδίδονται στον καύσωνα του 2022 στη Δυτική Μεσόγειο υπολογίζεται στους 20.000.
Αξίζει να αναφερθεί ότι σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε στο ΕΚΠΑ μετρήθηκε η εσωτερική θερμοκρασία σε κατοικίες χαμηλού εισοδήματος, χωρίς μόνωση, διπλά τζάμια και κλιματισμό. Οι μετρήσεις το καλοκαίρι έδειξαν διαστήματα 145 διαδοχικών ωρών με εσωτερικές θερμοκρασίες άνω των 34°C, ενώ στο τέλος κάθε καύσωνα η εσωτερική θερμοκρασία έφτανε περί τους 38°C. Ουσιαστικά, ο πληθυσμός χαμηλού εισοδήματος στις πόλεις αποτελεί το πρώτο θύμα της κλιματικής αλλαγής.
Τριπλασιάστηκαν οι θάνατοι λόγω ζέστης στο φετινό κύμα καύσωνα
Στο μεταξύ, γενικότερα, τον Ιούνιο και τις πρώτες μέρες του Ιουλίου του 2025, η Ευρώπη βίωσε ένα από τα πιο πρόωρα και έντονα κύματα καύσωνα στην πρόσφατη ιστορία της. Πόλεις όπως το Παρίσι, το Μιλάνο, η Αθήνα και η Μαδρίτη κατέγραψαν θερμοκρασίες-ρεκόρ, ενώ οι υγειονομικές αρχές σε ολόκληρη την ήπειρο εξέδιδαν αλλεπάλληλες προειδοποιήσεις. Ωστόσο, πίσω από τις προβλέψεις για υψηλές θερμοκρασίες και τις κόκκινες προειδοποιήσεις κρύβεται μια αθόρυβη, υποεκτιμημένη τραγωδία: ο καύσωνας σκοτώνει πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους αναγνωρίζουμε επίσημα.
Η καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, παθολόγος Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα»), αναφέρουν ότι μια πρόσφατη ανάλυση του Imperial College του Λονδίνου κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο ανθρώπινος παράγοντας της κλιματικής αλλαγής σχεδόν τριπλασίασε τους θανάτους που σχετίζονται με τη ζέστη στο φετινό κύμα καύσωνα. Συγκεκριμένα, σε 12 ευρωπαϊκές πόλεις (όπως το Λονδίνο, η Ρώμη, η Βαρκελώνη και η Λισαβόνα), εκτιμήθηκαν 2.305 πλεονάζοντες θάνατοι λόγω υψηλών θερμοκρασιών μέσα σε μόλις δέκα μέρες, από τους οποίους οι 1.504 οφείλονταν αποκλειστικά στην ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή.
Οι αριθμοί αυτοί είναι ακόμα πιο ανησυχητικοί, αν λάβουμε υπόψη ότι η πραγματική καταγραφή αυτών των θανάτων δεν αποτυπώνεται επίσημα, καθώς δεν συνοδεύεται συστηματικά από τις απαραίτητες ιατρικές διαγνώσεις ή κωδικοποιήσεις. Δηλαδή, τα ιατρικά έγγραφα και τα πιστοποιητικά θανάτου σπανίως αναφέρουν τη ζέστη ως αιτία ή συνεισφέροντα παράγοντα.
Η απώλεια αυτών των δεδομένων σημαίνει και απώλεια προτεραιοποίησης. Όπως τονίζει η Άσλεϊ Γουόρντ, διευθύντρια του Heat Policy Innovation Hub στο Πανεπιστήμιο Duke, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα κύματα καύσωνα, αλλά κυρίως η χρόνια έκθεση σε θερμικές συνθήκες, η οποία επιδεινώνει υπάρχουσες παθήσεις, όπως καρδιοπάθειες, διαβήτη, άσθμα ή ακόμα και ψυχικές διαταραχές.
Σύμφωνα με τους ερευνητές του Imperial, οι ηλικιωμένοι πλήττονται ιδιαίτερα, καθώς πάνω από το 80% των εκτιμώμενων θερμικών θανάτων αφορούσε άτομα άνω των 65 ετών. Η Μαδρίτη κατείχε το πιο ανησυχητικό ποσοστό, με πάνω από το 90% των θερμικών θανάτων να αποδίδεται στην κλιματική αλλαγή, ενώ το Μιλάνο είχε τον μεγαλύτερο απόλυτο αριθμό (317 θάνατοι σε 10 μέρες).
Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη να δούμε διαφορετικά την πρόληψη και την αντιμετώπιση της ζέστης: Όχι ως φυσικό φαινόμενο (απλώς κάνει ζέστη), αλλά ως υγειονομική κρίση, με ξεκάθαρα αίτια και συνέπειες. Και όμως, παρά τα στοιχεία, οι περισσότεροι γιατροί δεν καταγράφουν τη ζέστη ως αίτιο στα ιατρικά τους αρχεία.
Αυτό το χάσμα μεταξύ πραγματικότητας και επίσημων δεδομένων αναδεικνύει και η έρευνα του ιατρικού περιοδικού «JAMA», που δημοσιεύθηκε τον φετινό Ιούλιο, η οποία καταγράφει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι γιατροί στις ΗΠΑ στο να κωδικοποιήσουν σωστά τις θερμικές επιπτώσεις στην υγεία των ασθενών. Στο σύστημα ICD-10 (που χρησιμοποιείται τόσο για διαγνώσεις όσο και για την κωδικοποίηση των συμβαμάτων υγείας παγκοσμίως) υπάρχει ο κωδικός X30 για «έκθεση σε υπερβολική φυσική θερμότητα», αλλά συχνά δεν χρησιμοποιείται, ακόμα κι όταν είναι εμφανές ότι ο καύσωνας έχει παίξει ρόλο.
Όπως τονίζει ο Τζέισον Άντλερ, γιατρός και πρόεδρος της επιτροπής κωδικοποίησης του American College of Emergency Physicians, «δεν μπορούμε να λύσουμε ένα πρόβλημα που δεν το βλέπουμε». Η καταγραφή της επίδρασης της ζέστης δεν αφορά μόνο την ατομική φροντίδα του ασθενή, αλλά είναι και εργαλείο δημόσιας υγείας.
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι για τους οποίους δεν καταγράφεται συστηματικά η θερμική έκθεση. Κατ’ αρχάς, είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί η αιτιακή σχέση, όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι γιατροί. Για παράδειγμα, ένας ασθενής μπορεί να εισαχθεί με νεφρική ανεπάρκεια. Αν συμβεί αυτό σε μια μέρα καύσωνα, ήταν η ζέστη ο καταλύτης ή όχι; Ποιος είναι ο βαθμός ευθύνης;
Ακόμα και όταν υπάρχει υποψία, οι γιατροί πιέζονται χρονικά, ειδικά στα τμήματα επειγόντων περιστατικών, αφού η προτεραιότητα είναι να σωθεί ο ασθενής και όχι να ερευνηθούν όλα τα κοινωνικά ή περιβαλλοντικά αίτια. Από την άλλη πλευρά, η ζέστη μπορεί να επιδείνωσε την κατάσταση, αλλά, αν δεν το καταγράψουμε, αυτό το στοιχείο χάνεται από τα τελικά δεδομένα.
Έχουν γίνει προτάσεις για να ενισχυθεί η κωδικοποίηση, όπως η ενσωμάτωση ειδοποιήσεων στο ηλεκτρονικό σύστημα του νοσοκομείου που να ρωτούν τους γιατρούς εάν ο ασθενής έχει εκτεθεί σε ζέστη ή εργάζεται σε εξωτερικούς χώρους.
Για να γεφυρωθεί το χάσμα, οι ειδικοί ζητούν να ενταχθεί η κλιματική αλλαγή και οι επιπτώσεις της στην υγεία στην εκπαίδευση των γιατρών. Αυτό περιλαμβάνει την εκμάθηση των σωστών κωδικών ICD-10, καθώς και την ευαισθητοποίηση γύρω από τις χρόνιες επιπτώσεις της θερμότητας – όχι μόνο τις οξείες (π.χ. θερμοπληξία) αλλά και την επιδείνωση ήδη υπαρχουσών παθήσεων.
Σύμφωνα με το επιστημονικό περιοδικό «JAMA», η Άσλει Γουόρντ το συνοψίζει εύστοχα: «Ξέρω ότι είναι μεγάλη απαίτηση να ζητάμε από τους γιατρούς να αλλάξουν τον τρόπο που σκέφτονται για την κωδικοποίηση. Όμως, χωρίς αυτά τα δεδομένα, πώς θα πείσουμε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής ότι χρειάζονται μέτρα;».
«Καθώς τα κύματα καύσωνα εντείνονται, αρχίζουν νωρίτερα και χτυπούν όλο και πιο πολλές περιοχές, ακόμα και ‘‘παραδοσιακά δροσερές’’, το κόστος της αδράνειας μεγαλώνει. Δεν είναι πια μόνο θέμα αδρής καταγραφής ή στατιστικής, αλλά συνολικής επιβίωσης σε ένα περιβάλλον υπερθέρμανσης του πλανήτη», καταλήγουν οι ιατροί του ΕΚΠΑ.
Ο καύσωνας βοηθά στην ανάπτυξη των κουνουπιών
Παράλληλα, σε άλλη έρευνα –που δημοσίευσε το έγκριτο διεθνές περιοδικό «Nature»– αναφέρεται ότι οι υψηλότερες θερμοκρασίες επιτρέπουν στα κουνούπια ή στους κρότωνες και στα παράσιτα που μεταφέρουν ασθένειες να επεκταθούν σε περισσότερες περιοχές και υποκινούν την ανάπτυξη πληθυσμών κροτώνων. Ένα παθογόνο που θα γίνεται πιο συχνό λόγω της κλιματικής αλλαγής είναι το μονοκύτταρο παράσιτο Leishmania Infantum. Το παράσιτο συνήθως προκαλεί έλκη στο δέρμα σε όλο το σώμα, τα οποία μπορεί να είναι εξουθενωτικά, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις μπορεί να είναι θανατηφόρο.
Ερευνητές εκτίμησαν ότι οι θερμότερες και πιο υγρές συνθήκες σε όλη την Ευρώπη επέτρεψαν σε διαβιβαστές, όπως κουνούπια, κρότωνες και παράσιτα, να εξαπλωθούν βόρεια, σε νέες περιοχές, και να φέρουν σταδιακά νέες ασθένειες στην ήπειρο. Το εύρος τους ήταν μεγαλύτερο τη δεκαετία του 2010 σε σχέση με τη δεκαετία του 2000. Διαπιστώθηκε επίσης ότι οι υψηλότερες θερμοκρασίες έχουν κάνει την Ευρώπη πιο κατάλληλη για το τσιμπούρι Ixodes Ricinus, το οποίο μπορεί να μεταδώσει μια σειρά από ασθένειες όταν δαγκώνει ανθρώπους. Οι ασθένειες που μεταδίδονται με κρότωνες, όπως η νόσος του Lyme και η εγκεφαλίτιδα, προκαλούν συμπτώματα που κυμαίνονται από γριπώδη ασθένεια έως σοβαρές νευρολογικές και καρδιαγγειακές επιπλοκές, οδηγώντας σε απώλεια εργασίας, μακροχρόνια αναπηρία και σημαντικό κόστος υγειονομικής περίθαλψης.