
Ο ΕΟΠΥΥ αποκλείει τους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη από την πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες
–Έως και 2,6 φορές υψηλότερες οι δαπάνες υγείας των πασχόντων από διαβήτη
Του
ΑΡΗ ΜΠΕΡΖΟΒΙΤΗ
Οι νέες τεχνολογίες δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απαραίτητο εργαλείο στην εξατομικευμένη θεραπεία, στη μείωση των υπογλυκαιμιών και επιπλοκών και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των πασχόντων από σακχαρώδη διαβήτη. Παρ’ όλα αυτά, ο ΕΟΠΥΥ, στον προϋπολογισμό του, υποχρηματοδοτεί τα νέα ιατροτεχνολογικά προϊόντα, αποκλείοντας έτσι τους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη από την πρόσβαση σε αυτά.
Το Εργαστήριο Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) και ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Ιατρικών και Βιοτεχνολογικών Προϊόντων (ΣΕΙΒ) παρουσίασαν σε ειδική εκδήλωση σημαντικά δεδομένα σχετικά με την υποχρηματοδότηση των ιατροτεχνολογικών προϊόντων στην κατηγορία του διαβήτη και τις επιπτώσεις που επιφέρει στην πρόσβαση των ατόμων με διαβήτη στην τεχνολογία.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με αφορμή τον Δημόσιο Πολιτικό Διάλογο (Policy Dialogue) που οργανώθηκε με πρωτοβουλία του ΣΕΙΒ και του Εργαστηρίου Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας του ΕΚΠΑ, με συμμετοχή όλων των φορέων που δραστηριοποιούνται στη χρήση ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων για τη βελτίωση της ρύθμισης των ατόμων με διαβήτη (υπουργείο Υγείας, ΕΟΠΥΥ, ΕΟΦ, Διαβητολογική και Ενδοκρινολογική Εταιρεία, Ομοσπονδίες Ατόμων με Διαβήτη, ΣΕΙΒ).
Στόχος ήταν να αναζητηθούν προτάσεις και λύσεις για την αύξηση του Προϋπολογισμού του Διαβήτη, προκειμένου να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες με βάση τον επιπολασμό και τη χρήση τεχνολογίας στα άτομα με διαβήτη.
Η Δάφνη Καϊτελίδου, καθηγήτρια του Τομέα Δημόσιας Υγείας στο Τμήμα Νοσηλευτικής του ΕΚΠΑ, διευθύντρια Εργαστηρίου Οργάνωσης και Αξιολόγησης Υπηρεσιών Υγείας και πρόεδρος του Οργανισμού Διασφάλισης της Ποιότητας στην Υγεία (ΟΔΙΠΥ), περιέγραψε τη μεθοδολογία και την αξία του Δημόσιου Πολιτικού Διαλόγου και παρουσίασε τα συμπεράσματα που προέκυψαν.
Σκιαγραφώντας το πρόβλημα διεθνώς, η κ. Καϊτελίδου σημείωσε ότι περίπου 8% – 18% των εθνικών δαπανών υγείας δαπανώνται στις διάφορες χώρες για την αντιμετώπιση του διαβήτη. Το βάρος της νόσου για τις κοινωνίες είναι πολύ μεγάλο, κυρίως λόγω των επακόλουθων συννοσηροτήτων (επιπλέον 3.000 – 10.000 ευρώ ανά ασθενή), ενώ η απώλεια παραγωγικότητας είναι κοντά στο 26% του συνολικού κόστους (λόγω απουσιών από εργασία, ανεργίας λόγω χρόνιας αναπηρίας, πρόωρη θνησιμότητα). Επίσης, οι ασθενείς με ΣΔ καταγράφουν 2,6 φορές υψηλότερες δαπάνες υγείας σε σχέση με τα άτομα χωρίς ΣΔ και χρειάζεται να δοθεί έμφαση στην πρόληψη και στην αποτελεσματικότερη διαχείριση της νόσου διαγνωστικά και θεραπευτικά.
Αναφερόμενη στον Δημόσιο Πολιτικό Διάλογο, τόνισε πως στόχος είναι η συνδιαμόρφωση μιας δέσμης ρεαλιστικών και βιώσιμων προτάσεων για τη βελτίωση της προσβασιμότητας των ασθενών στα σύγχρονα μοντέλα αποτελεσματικής διαχείρισης της νόσου.
Τα συμπεράσματα ανέδειξαν την αναγκαιότητα στόχευσης των πολιτικών υγείας σε δύο άξονες.
Στον πρώτο άξονα:
• Αύξηση της χρηματοδότησης των ιατροτεχνολογικών προϊόντων για τον ΣΔ, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό κόστος διαχείρισης του διαβήτη και των επιπλοκών του.
• Συστηματική ανάπτυξη και βελτίωση των διαδικασιών αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας, ενδυνάμωση του εθνικού πλαισίου και εναρμόνισή του με το νέο Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2021/2282.
• Μετεξέλιξη του υφιστάμενου μητρώου ασθενών με ΣΔ σε Εθνικό Αρχείο Καταγραφής των Ασθενών με ΣΔ (Registry), με τη συμπερίληψη κλινικών δεδομένων και αναλυτικών οικονομικών δεδομένων.
• Διερεύνηση της δυνατότητας συμψηφισμού της αξίας προϊόντων και υπηρεσιών (δωρεάν συσκευών, υπηρεσιών εκπαίδευσης και υποστήριξης), το clawback να λειτουργήσει ως κίνητρο προς τη βιομηχανία, για την ενίσχυση της κοινωνικής της συνεισφοράς.
Στον δεύτερο άξονα:
• Βελτίωση των υπηρεσιών στην κοινότητα, με την αναβάθμιση του ρόλου των διαβητολογικών κέντρων και της λειτουργίας διεπιστημονικής ομάδας (συμπεριλαμβανομένων των γιατρών, νοσηλευτών, διατροφολόγων, ψυχολόγων, ποδολόγων κ.λπ.) και την αναβάθμιση του ρόλου νοσηλευτή διαβήτη (nurse diabetes educator), για την αποτελεσματικότερη διαχείριση και εκπαίδευση των ασθενών με ΣΔ.
Ο πρόεδρος του ΣΕΙΒ Δημήτρης Νίκας παρουσίασε δεδομένα σχετικά με τις ανάγκες στην Ελλάδα, όσον αφορά τη διάθεση και την πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες για τη διαχείριση του διαβήτη. Εστίασε δε στην υποχρηματοδότηση της Κατηγορίας Λ4, που αφορά τα υλικά του διαβήτη, και στο πώς αυτή περιορίζει την πρόσβαση των ατόμων με διαβήτη σε σύγχρονες τεχνολογίες που επιτρέπουν την καλύτερη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Ο ελλειμματικός προϋπολογισμός, ως συνέπεια, αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών της νόσου και τελικά επιβαρύνει δραματικά το κόστος της θεραπείας. Αυτό ήταν το πρώτο συμπέρασμα του Δημόσιου Πολιτικού Διάλογου, στο οποίο συμφώνησαν όλοι οι συμμετέχοντες φορείς.
Ο κ. Νίκας αναφέρθηκε και στις τρεις υποκατηγορίες Λ4α (Αναλώσιμα Συμβατικής Τεχνολογίας), Λ4γ (Αντλία Ινσουλίνης και Αναλώσιμα) και Λ4δ (Συστήματα Καταγραφής Γλυκόζης), που παρουσιάζουν από τον πρώτο μήνα εκκαθάρισης clawback μεγαλύτερο από 20%, με τάση ισχυρής αύξησης σε απαγορευτικά επίπεδα, πάνω από 40%, έως το τέλος του 2025.
Ο ΣΕΙΒ προτείνει αύξηση του Προϋπολογισμού του Διαβήτη για το 2025 στην κατηγορία Λ4 κατά τουλάχιστον 18 εκατ. ευρώ, με κατανομή 5 εκατ. ευρώ στην υποκατηγορία Λ4α, 6 εκατ. ευρώ στη Λ4γ και 7 εκατ. ευρώ στη Λ4δ, ενώ στις προτάσεις του Συνδέσμου περιλαμβάνεται και η δημιουργία μίας νέας κατηγορίας Λ4ε, με προϋπολογισμό 25 εκατ. ευρώ, για την αποζημίωση Συστημάτων Καταγραφής Γλυκόζης σε επιλεγμένες ομάδες ατόμων με διαβήτη τύπου 2.
Κλείνοντας, ο πρόεδρος του ΣΕΙΒ τόνισε για ακόμα μια φορά το πάγιο αίτημα για την αντικατάσταση του μηχανισμού του clawback με ένα σύστημα αποζημίωσης, βασισμένο στην αποτελεσματικότητα της θεραπείας (Value Based Healthcare – VBHC), και την αφαίρεση επενδυτικών δαπανών –όπως ισχύει και στα φάρμακα– από το ποσό του clawback.
Από πλευράς συλλόγων ασθενών, ο Χρήστος Δαραμήλας, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σωματείων Συλλόγων Ατόμων με Σακχαρώδη Διαβήτη (ΠΟΣΣΑΣΔΙΑ), σημείωσε πως, για τη διαχείριση του διαβήτη τύπου 1 και τύπου 2, είναι αναγκαία η πρόσβαση τόσο στα νέα φάρμακα όσο και στα νέα ιατροτεχνολογικά προϊόντα (Ι/Π), καθώς «με τη χρήση των νέων τεχνολογιών θα επιτευχθεί η ποιοτική διαβίωσή μας χωρίς επιπλοκές».
Επίσης, ενημέρωσε ότι τα δεδομένα της ΗΔΙΚΑ για το πλήθος των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη στη χώρα μας το 2024 οδηγούν στην αξιολόγηση των αυξήσεων στον προϋπολογισμό της Λ4 του ΕΟΠΥΥ τα τελευταία χρόνια ως πενιχρές. Αυξήσεις που δεν επιτρέπουν σε κανέναν να μιλά για υποστήριξη στον χώρο του σακχαρώδους διαβήτη, την ώρα που οι άνθρωποι που λαμβάνουν τα απαραίτητα μηνιαία Ι/Π με ιατρικές συνταγές δεν ξεπερνούν τους 90.000 πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και 2.
Κλείνοντας, δήλωσε ότι «πρέπει οι δεσμεύσεις του υπουργού Υγείας άμεσα να γίνουν πραγματικότητα, διαθέτοντας τα 37 εκατ. ευρώ που περισσεύουν από τον ετήσιο προϋπολογισμό του υπουργείου για το 2025, εξαιτίας των διαπραγματεύσεων των Ι/Π του ΕΚΠΥ».

ΤΟ ΠΑΡΟΝ