Άρθρο της αναπληρώτριας Γραμματέα της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και διευθύντριας της Κ.Ο., Νατάσας Γκαρά στην εφημερίδα Documento
«Είμαστε φασίστες». Αυτή τη φράση φέρονται να είπαν οι δράστες της επίθεσης στην Ελευσίνα, όπου ένας νέος άνθρωπος δέχθηκε επίθεση με μαχαίρι. Αυτή η φράση, για τους περισσότερους μπορεί να είναι σοκαριστική, αλλά για τους φερόμενους ως δράστες ήταν προφανώς μια κραυγή βίας που εκστόμισαν με περηφάνια. Μετά την επέτειο της ιστορικής καταδίκης της Χρυσής Αυγής και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, η βία αυτή υπενθυμίζει ότι ο φασισμός δεν αποτελεί μια σκοτεινή παρένθεση του παρελθόντος. Παραμένει απειλή για ανθρώπινες ζωές, δικαιώματα και δημοκρατικές κατακτήσεις.
Ο φασισμός δεν εμφανίζεται, όμως, πάντα με μαχαίρια και τάγματα εφόδου. Άλλοτε φορά το προσωπείο μίας δήθεν κοινωνικής προσφοράς, άλλοτε παρουσιάζεται ως αντισυστημική αμφισβήτηση ή ως τρόπος ζωής. Επιδεικτικές δωρεές σε σχολεία, καλοστημένες εικόνες στα κοινωνικά δίκτυα και επικοινωνιακές δράσεις φιλανθρωπίας επιστρατεύονται για να εξωραΐσουν ακροδεξιές αντιλήψεις. Να κρύψουν πίσω από μια φωτογραφία τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τον αυταρχισμό.
Αυτή η προσπάθεια κανονικοποίησης δεν εξελίσσεται στο περιθώριο. Τμήματα του πολιτικού και μιντιακού συστήματος προσφέρουν προβολή και νομιμοποίηση, μετατρέποντας την πρόκληση σε θέαμα, τη μισαλλοδοξία σε τηλεοπτικό προϊόν και τον αυταρχισμό σε δήθεν πολιτική πυγμή. Ο φασισμός δεν χρειάζεται πάντα να κατακτήσει την εξουσία για να διαβρώσει τη δημοκρατία. Αρκεί οι ιδέες και οι πρακτικές του να γίνουν ανεκτές και σταδιακά να αντιμετωπίζονται ως κανονικότητα.
Η άνοδος της Ακροδεξιάς συνδέεται και με βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες. Με τις ανισότητες που διευρύνονται, την ανασφάλεια που γενικεύεται, την υποχώρηση του κοινωνικού κράτους. Όταν η εργασία δεν εξασφαλίζει αξιοπρεπή διαβίωση, η κατοικία μετατρέπεται σε απρόσιτο αγαθό και οι νέοι στερούνται προοπτικής, η απογοήτευση μπορεί να μετατραπεί σε φόβο και οργή. Η Ακροδεξιά επιχειρεί να στρέψει αυτή την οργή εναντίον των πιο αδύναμων, αφήνοντας ανέγγιχτες τις πραγματικές σχέσεις οικονομικής και πολιτικής ισχύος.
Γι’ αυτό η απάντηση δεν μπορεί να εξαντλείται σε καταγγελίες και διακηρύξεις. Χρειάζεται αποφασιστικό προοδευτικό πολιτικό σχέδιο, πολιτικές που να απαντούν στις κοινωνικές ανάγκες. Με δημόσιες πολιτικές για τη στήριξη της κοινωνικής κατοικίας. Με ουσιαστικές παρεμβάσεις απέναντι στην ακρίβεια και την αισχροκέρδεια. Με ισχυρή δημόσια, δωρεάν παιδεία, που εξασφαλίζει ίσες ευκαιρίες και καλλιεργεί την κριτική σκέψη και τη δημοκρατική συνείδηση. Με προστασία της εργασίας, συλλογικά δικαιώματα, ασφάλεια, αναδιανομή του πλούτου και ισχυρό κοινωνικό κράτος.
Η δημοκρατική απάντηση χρειάζεται, επίσης, καθημερινή παρουσία εκεί όπου γεννιούνται οι αγωνίες κι ανασφάλειες των ανθρώπων. Στη γειτονιά που χάνει το σχολείο της, στην οικογένεια που δεν μπορεί να πληρώσει το ενοίκιο, στον εργαζόμενο που βλέπει τον μισθό του να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας. Εκεί δοκιμάζεται η αξιοπιστία της πολιτικής. Όχι στις εύκολες διακηρύξεις, αλλά στην ικανότητα να οργανώνει λύσεις, να ενώνει διαφορετικές κοινωνικές εμπειρίες και να μετατρέπει την ατομική αγωνία σε ουσιαστική κοινή διεκδίκηση.
Σε αυτή την προσπάθεια, τα κόμματα της Αριστεράς και του ευρύτερου δημοκρατικού τόξου έχουν ιδιαίτερη ευθύνη. Γιατί, από τη μάχη ενάντια στο σκοτάδι του φασισμού δεν μπορεί να λείπει κανείς. Να διαμορφώσουν συγκροτημένο πολιτικό λόγο, χωρίς μισόλογα, να συνδεθούν με τα κοινωνικά κινήματα, τη νεολαία και τις συλλογικές διεκδικήσεις. Να υπερβούν περιχαρακώσεις και διαχωρισμούς, συγκροτώντας ένα ευρύ δημοκρατικό και κοινωνικό μέτωπο, με προοδευτικό και ριζοσπαστικό περιεχόμενο. Η ενότητα δεν σημαίνει κατάργηση των διαφορών, αλλά ανάληψη κοινής ευθύνης απέναντι στις προκλήσεις της εποχής.
Γιατί απέναντι στον φασισμό δεν αρκεί η άμυνα. Χρειάζεται οργανωμένη συλλογικότητα, κοινωνική συμμετοχή και πολιτική δράση. Ένα τείχος δημοκρατίας που δεν θα περιορίζεται στην απόκρουση της Ακροδεξιάς, αλλά θα ανοίγει τον δρόμο για μια κοινωνία ισότητας, αλληλεγγύης και δικαιοσύνης.