–ΔΕΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕ ΜΕ ΣΟΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΑ ΚΑΜΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΠΡΕΣΒΕΩΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΝΟΧΛΗΘΕΙ Ο ΤΡΑΜΠ
Σοβαρά εκτεθειμένη αφήνει την κυβέρνηση η ατυχής και επεισοδιακή κατάληξη της «σαπουνόπερας Κίμπερλι Γκίλφοϊλ», καθώς η καρατόμησή της από τον ίδιο τον Πρόεδρο Τραμπ –ο οποίος την είχε διορίσει στη θέση της πρέσβεως στην Ελλάδα– δείχνει παραδοχή των καταγγελιών εις βάρος της για διαφθορά και ανάρμοστη συμπεριφορά, οι οποίες σε σημαντικό βαθμό αφορούσαν την υπηρεσία της στη χώρα μας.
Ανάλυση του
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΑΚΑΛΟΥ
Όταν ανακοινώθηκε η επιλογή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ για τη θέση της πρέσβεως στην Αθήνα, η κυβέρνηση σχεδόν πανηγύριζε, ελπίζοντας ότι, ερχόμενη εδώ, η φανατική υποστηρίκτρια του Τραμπ και όλου του συρφετού του «MAGA» θα της προσέφερε την πολυπόθητη απευθείας πρόσβαση στον αμερικανό Πρόεδρο. Επίσης, ήταν έτοιμη όχι μόνο να… καταπιεί αλλά και να συνδράμει στη γελοιοποίηση –πολύ συχνά– του θεσμού του αμερικανού πρεσβευτή στην Ελλάδα, με τις κοσμικές εμφανίσεις της κ. Γκίλφοϊλ. Δεν ξεχνάμε, άλλωστε, ότι αμέσως μετά την άφιξή της στην Αθήνα, και πριν ακόμη δώσει τα διαπιστευτήριά της στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, φρόντισε να δώσει… διαπιστευτήρια, παρουσία και μελών της κυβέρνησης, στον τραγουδιστή Κωνσταντίνο Αργυρό.
Όμως, η αγωνία της κυβέρνησης να βρει επαφή με τον Πρόεδρο Τραμπ την εμπόδισε να δει και να κατανοήσει ποιοι ήταν οι λόγοι για τους οποίους η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ τοποθετήθηκε στην Αθήνα και ότι, τελικά, τα καλά λόγια που είχε πει ο Πρόεδρος Τραμπ στον εορτασμό της επετείου της 25ης Μαρτίου στον Λευκό Οίκο δεν ήταν τίποτε περισσότερο από τις γνωστές κοινοτοπίες. Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ ουσιαστικά διορίστηκε στην Αθήνα –όπως από την πρώτη στιγμή παρατήρησαν τα αμερικανικά ΜΜΕ– για να βρίσκεται μακριά από την οικογένεια Τραμπ, μετά τον χωρισμό της από τον γιο του Προέδρου, με την επαγγελματική αποκατάστασή της στην πρεσβεία στην Αθήνα να θεωρείται μια μορφή «αποζημίωσης».
Οι καταγγελίες που οδήγησαν στην καρατόμησή της ξεκίνησαν με μια πραγματικά μεγάλη δημοσιογραφική έρευνα της «WSJ» η οποία, προφανώς, είχε στόχο τον ίδιο τον Τραμπ. Οι πρώτες καταγγελίες, που δημοσιεύθηκαν στα τέλη Σεπτεμβρίου, προκάλεσαν σάλο, καθώς η κ. Γκίλφοϊλ φέρεται εμμέσως να απειλούσε –παρουσία του Σταύρου Παπασταύρου, κατά τη διάρκεια δείπνου–, ότι οι ΗΠΑ έχουν τρόπο να ρίχνουν κυβερνήσεις που αντιδρούν στα σχέδιά τους, με παραπέμποντας σε όσα έγιναν στη Ρουμανία. Ο έλληνας υπουργός δεν διέψευσε κατηγορηματικά τη συζήτηση αυτή, δηλώνοντας ότι «δεν θα μπορούσε να ασκηθεί πίεση στην Ελλάδα…».
Ήδη από εκείνη τη στιγμή όφειλε το υπουργείο Εξωτερικών να έχει καλέσει για εξηγήσεις την κ. Γκίλφοϊλ , κάτι που δεν έκανε, φυσικά, γιατί ήταν σε εξέλιξη η προετοιμασία της επίσκεψης Ρούμπιο στη χώρα μας.
Όμως, υπήρξαν και ορισμένες καταγγελίες που προσπάθησαν να συνδέσουν την κ. Γκίλφοϊλ με την επιλογή συγκεκριμένης ελληνικής εταιρείας ενέργειας. Οι εν λόγω αναφορές έκαναν λόγο για ανταλλάγματα που εξασφάλιζε από την εταιρεία, τα οποία αφορούσαν την κάλυψη ενός πολυτελούς τρόπου διαβίωσης, όπως η μετακίνησή της με ιδιωτικά τζετ κ.ά. Επίσης, αποκαλύφθηκε ότι στενός συνεργάτης της είχε ήδη προσληφθεί ως λομπίστας της ελληνικής εταιρείας. Αυτά, βεβαίως, έδωσαν την ευκαιρία σε ανταγωνιστές όχι μόνο της εταιρείας αλλά και του ίδιου του έργου του Κάθετου Διαδρόμου, τον οποίο επιβουλεύονται αρκετές δυνάμεις, να διακινήσουν τις πληροφορίες από τα δημοσιεύματα.
Όμως, αυτό που επιβάρυνε τη θέση της και οδήγησε στην τελική απόφαση για την απομάκρυνσή της ήταν η αποκάλυψη ότι ζήτησε από χρηματοδότη του Τραμπ και πρώην υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών να πληρώσει την κάρτα της με 100.000 δολάρια, προκειμένου να διευκολύνει επαφές του με κυβερνητικά στελέχη…
Στη διάρκεια της παρουσίας της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην Ελλάδα υπήρξε μια σημαντική εξέλιξη που ήρθε να συμπληρώσει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, ενισχύοντας σημαντικά τον ρόλο της Ελλάδας ως κόμβου για τη μεταφορά ενέργειας προς την Ευρώπη, και μάλιστα αμερικανικού LNG: Το έργο του Κάθετου Διαδρόμου. Ένα έργο του οποίου ο σχεδιασμός είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν, αλλά η συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία επικαιροποίησε τη στρατηγική σημασία του. Η επιλογή της κοινοπραξίας ΔΕΠΑ – ΑΚΤΩΡ, που ανέλαβε το έργο, στοχοποιείται από τα δημοσιεύματα –χωρίς, πάντως, να γίνεται επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων– με τον ισχυρισμό ότι ήταν έργο της κ. Γκίλφοϊλ, ενώ υπάρχουν υπαινιγμοί για ανταλλάγματα. Η πραγματικότητα, πάντως, είναι ότι οι διεργασίες είχαν ξεκινήσει πριν φτάσει η ίδια στην Αθήνα. Γεγονός είναι ότι με τις επαφές της με τους αρμόδιους αμερικανούς υπουργούς στήριξε την ανάληψη του έργου από την ελληνική κοινοπραξία και η ίδια, κατόπιν, ανέλαβε την προώθησή του και σε γειτονικές βαλκανικές χώρες. Όμως, αυτό δεν αρκεί για να κατηγορηθεί ότι λειτούργησε ως εντεταλμένη της ελληνικής κοινοπραξίας, μιας και το έργο εξυπηρετεί καθαρά τα αμερικανικά συμφέροντα.
Η κυβέρνηση, όμως, επέτρεψε όλο αυτό το διάστημα μια συμπεριφορά εκ μέρους της αμερικανίδας πρέσβεως, η οποία προκαλούσε σοβαρό πρόβλημα όχι μόνο με την εικόνα της αλλά και με το περιεχόμενο της αποστολής της. Προφανώς, δεν μπορούσε η Αθήνα να ζητήσει την απομάκρυνσή της, όμως θα μπορούσε, με διακριτικό τρόπο, να δείξει στην αμερικανίδα πρέσβη ότι με τη στάση της υπονόμευε όχι μόνο τη θέση της αλλά και την αξιοπιστία της ως εκπροσώπου των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Αντ’ αυτού, οι υπουργοί έτρεχαν με κάθε ευκαιρία να συνωστίζονται σε κοσμικές εκδηλώσεις ελλήνων εφοπλιστών και επιχειρηματιών, ώστε να φωτογραφηθούν στο πλευρό της.
Η Αθήνα οφείλει, μόλις προχωρήσει η διαδικασία έρευνας από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ή –αργότερα ίσως– από το Κογκρέσο, να ζητήσει όλα τα στοιχεία που αφορούν τις καταγγελίες εις βάρος της και σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων της στην Ελλάδα. Διότι, εάν πρόκειται απλώς για θέματα «ανάρμοστης συμπεριφοράς», αυτό αφορά τους Αμερικανούς. Αν υπάρχουν στοιχεία για άλλου είδους δραστηριότητες, που αφορούν και την ελληνική έννομη τάξη, τότε είναι υποχρεωμένη να ερευνήσει και η ίδια τα στοιχεία που πιθανόν θα περιέλθουν στην κατοχή της.
Η κυβέρνηση, μετά το φιάσκο της παρουσίας της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην Αθήνα, οφείλει να είναι περισσότερο συγκρατημένη στον ενθουσιασμό της για κάθε επιλογή του Προέδρου Τραμπ και να διαμηνύσει ότι θα πρέπει αυτήν τη φορά να γίνει μια ορθολογική και συμβατική επιλογή για τον διάδοχό της, ώστε να μη θεωρηθεί η πρεσβεία της Αθήνας τόπος βολέματος ημετέρων, που δεν έχουν τα προσόντα για την άσκηση των δύσκολων καθηκόντων σε ιδιαίτερα κρίσιμες στιγμές για ολόκληρη την περιοχή.
Για αρκετούς μήνες, η κυβέρνηση έζησε τον μύθο της με την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, η οποία, μεταξύ των εξόδων στην νυχτερινή Αθήνα και των πολυτελών διακοπών που της εξασφάλιζαν έλληνες αλλά και κύπριοι επιχειρηματίες και εφοπλιστές, υποσχόταν ότι θα φέρει στην Ελλάδα πότε τον Τραμπ, πότε τον αντιπρόεδρο Βανς, πότε τον υπουργό Άμυνας Χέγκσεθ, με το απλό επιχείρημα ότι είναι… φίλοι της.
Η κυβέρνηση, προφανώς, δεν είναι αυτή που θα διορίσει τον νέο αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα, οφείλει, όμως, να στείλει τα μηνύματά της με καθαρό τρόπο στην Ουάσινγκτον. Και επίσης να ζητήσει από τις αρμόδιες αμερικανικές αρχές να διερευνήσουν όλες τις υποθέσεις σε βάθος, ώστε να μη μείνει καμία σκιά στην αμερικανική παρουσία και στα έργα που υλοποιούνται στο πλαίσιο της στρατηγικής σχέσης των δύο χωρών.
Διαφορετικά, σε έναν χρόνο από τώρα, θα βρεθούμε και πάλι αντιμέτωποι με τις ίδιες εκπλήξεις, εφόσον ο Πρόεδρος Τραμπ επιλέξει τον επόμενο πρέσβη με τα ίδια κριτήρια που επέλεξε την Γκίλφοϊλ, δείχνοντας με έναν τρόπο και το πόσο υπολογίζει τη χώρα μας ως στρατηγικό εταίρο και σύμμαχο.
Φωτό: ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI