
Πώς ο πρωτογενής και δευτερογενής τομέας θα «αναστήσουν» την ελληνική οικονομία
Του
ΜΑΝΟΥ ΚΡΑΝΙΔΗ
Πολιτικού Μηχανικού ΕΜΠ, MSc,
CEO «Krama Property» (www.kramaproperty.com),
Γραμματέα Ενημέρωσης και Μέλους ΔΣ ΠΟΜΙΔΑ
Προέδρου ΕΝΙΒΟΠΑ, Δημοτικού Συμβούλου Χαλανδρίου
Πρωτογενής και δευτερογενής τομέας: Η επένδυση πρώτης βαθμίδας για τη νέα ελληνική οικονομία και την ακίνητη περιουσία
Η ενίσχυση του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα αποτελεί σήμερα απόλυτη αναπτυξιακή προτεραιότητα για την ελληνική οικονομία και ταυτόχρονα μια επένδυση ακινήτων πρώτης βαθμίδας με ισχυρό αναπτυξιακό αποτύπωμα. Σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα επιδιώκει να μεταβεί σε ένα πιο παραγωγικό και εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης, οι επενδύσεις που συνδέονται με την αγροτική παραγωγή, τη μεταποίηση, τη βιομηχανία και τις υποστηρικτικές υποδομές μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό πυλώνα βιώσιμης οικονομικής μεγέθυνσης.
Ο πρωτογενής τομέας διαθέτει σημαντικές προοπτικές λόγω της ποιότητας των ελληνικών προϊόντων, της γεωγραφικής θέσης της χώρας και της αυξανόμενης διεθνούς ζήτησης για προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Παράλληλα, ο δευτερογενής τομέας μπορεί να μετατρέψει αυτήν την παραγωγική δυναμική σε εξαγώγιμο πλούτο μέσω της μεταποίησης, της βιομηχανικής επεξεργασίας και της δημιουργίας ολοκληρωμένων αλυσίδων αξίας. Η ανάπτυξη σύγχρονων βιομηχανικών μονάδων, αποθηκευτικών χώρων, logistic centers και αγροδιατροφικών εγκαταστάσεων δημιουργεί ένα νέο επενδυτικό πεδίο με σημαντικές αποδόσεις και μακροπρόθεσμη αξία.
Οι συγκεκριμένες επενδύσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως παραγωγικές δραστηριότητες αλλά και ως στρατηγικές επενδύσεις ακινήτων πρώτης βαθμίδας. Τα βιομηχανικά κτίρια, οι αποθήκες, τα επιχειρηματικά πάρκα, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας και οι υποδομές logistics αποτελούν ακίνητα υψηλής αξίας που παράγουν σταθερές ταμειακές ροές, ενισχύουν την τοπική οικονομία και αυξάνουν την παραγωγική βάση της χώρας.
Για να επιτευχθεί, όμως, η αναγκαία επενδυτική έκρηξη απαιτούνται ισχυρά και ουσιαστικά κίνητρα από την Πολιτεία. Η θέσπιση φορολογικών απαλλαγών και μειωμένων συντελεστών για επενδύσεις στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, η παροχή γενναίων επιδοτήσεων για την κατασκευή και αναβάθμιση βιομηχανικών εγκαταστάσεων, η λύση των πολεοδομικιών εκκρεμοτήτων και η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες ανάπτυξης. Παράλληλα, η επέκταση του θεσμού της «Golden Visa» σε στρατηγικές επενδύσεις βιομηχανικών και παραγωγικών ακινήτων θα μπορούσε να προσελκύσει σημαντικά ξένα κεφάλαια, συνδέοντας την αγορά ακινήτων με την πραγματική οικονομία και όχι αποκλειστικά με την κατοικία.
Εξίσου σημαντική είναι η εφαρμογή μιας ουσιαστικής πολιτικής αποκέντρωσης. Η μεταφορά επενδύσεων, βιομηχανικών δραστηριοτήτων και παραγωγικών υποδομών στην περιφέρεια μπορεί να συμβάλει στην αποκέντρωση της οικονομίας, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στη συγκράτηση του πληθυσμού εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται η περιφερειακή ανάπτυξη, μειώνονται οι ανισότητες και δημιουργούνται νέοι αναπτυξιακοί πόλοι σε ολόκληρη τη χώρα, με επιρροή και σε λοιπά θέματα, όπως το Δημογραφικό και Στεγαστικό.
Οι επενδύσεις αυτές αποτελούν επενδύσεις ακινήτων πρώτης βαθμίδας, καθώς συνδέονται άμεσα με την παραγωγή, την εξωστρέφεια και τη δημιουργία νέου πλούτου. Για τον λόγο αυτό απαιτούνται ισχυρά και ουσιαστικά κίνητρα, όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, επιδοτήσεις, επέκταση της «Golden Visa» σε βιομηχανικά ακίνητα και πολιτικές αποκέντρωσης που θα ενισχύσουν την περιφερειακή ανάπτυξη και την αποκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει τον πρωτογενή και τον δευτερογενή τομέα σε βασικούς μοχλούς ανάπτυξης, συνδέοντας την παραγωγή με επενδύσεις ακινήτων υψηλής στρατηγικής αξίας. Με τα κατάλληλα κίνητρα, την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και μια ισχυρή πολιτική αποκέντρωσης μπορεί να οικοδομηθεί ένα νέο, ανθεκτικό και παραγωγικό οικονομικό μοντέλο για τις επόμενες δεκαετίες.