
Μ. Χριστοδουλάκης στο “Π”: Η τοπικότητα δεν είναι προνόμιο, είναι δικαίωμα
Του
ΜΑΝΩΛΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΑΚΗ
Βουλευτή ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ Ανατολικής Αττικής
Υπάρχει κάτι που χάνεται σιγά σιγά από την καθημερινότητα της χώρας μας. Δεν είναι εύκολο να το αντιληφθεί κανείς, μέχρι να βρεθεί μπροστά σε ένα ακόμη λουκέτο, σε ένα άδειο γραφείο, σε μια ταμπέλα που ενημερώνει ότι «μεταφέρεται η αρμοδιότητα» και απομακρύνει τον πολίτη από μια κοινωνική υπηρεσία.
Αυτό που χάνεται είναι η τοπικότητα – η αντίληψη ότι οι άνθρωποι έχουν τη δύναμη και τη φωνή για να πάρουν αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή τους στον τόπο τους.
Στην Ελλάδα των τελευταίων ετών, βλέπουμε μια επικίνδυνη τάση συγκέντρωσης εξουσιών. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κεντρικά, οι υπηρεσίες μεταφέρονται σε απρόσωπους μηχανισμούς και οι τοπικές κοινωνίες αποδυναμώνονται. Ό,τι κάποτε ήταν δίπλα στον πολίτη σήμερα βρίσκεται κάπου αλλού.
Το παράδειγμα των Ελληνικών Ταχυδρομείων είναι χαρακτηριστικό. Η καθολική ταχυδρομική υπηρεσία –ένα δίκτυο που διασφάλιζε ισότιμη πρόσβαση για κάθε πολίτη, από το πιο ακριτικό χωριό του Έβρου ως το πιο απομακρυσμένο νησί του Αιγαίου ή του Ιονίου Πελάγους– απαξιώθηκε μεθοδικά. Χωρίς σχέδιο, χωρίς διαβούλευση, με διαδοχικά λουκέτα σε δεκάδες τοπικά καταστήματα, η κυβέρνηση οδήγησε έναν δημόσιο οργανισμό με κοινωνική αποστολή σε μαρασμό. Και όλα αυτά, την ίδια στιγμή που διορισμένες διοικήσεις μοίραζαν γενναιόδωρες αμοιβές, αύξαναν μισθούς στελεχών και προχωρούσαν σε αδιαφανείς αναθέσεις έργων εκατομμυρίων ευρώ – σε γνωστά… γαλάζια δίκτυα που είχαν μάθει να ευημερούν από την εγγύτητα με την εξουσία. Είναι η άλλη όψη των «Φραπέδων» και των «Φεράρι».
Πρόκειται για ένα παράδειγμα κακοδιοίκησης, που δεν είναι όμως μεμονωμένο. Είναι απλά η κορυφή ενός μοντέλου εξουσίας που αντιμετωπίζει το κράτος ως λάφυρο και τις τοπικές κοινωνίες ως περιττή λεπτομέρεια. Αντί να ενισχύει την αυτοδιοίκηση και τις τοπικές υπηρεσίες, επιλέγει να συγκεντρώνει, να αποδυναμώνει, να ελέγχει από το κέντρο.
Το ίδιο μοτίβο το βλέπουμε στις Πολεοδομίες, που αφαιρούνται από τους δήμους και συγκεντρώνονται στο Κτηματολόγιο. Το βλέπουμε στα σχολεία, που μένουν με κενά, και στις κοινωνικές δομές, που λειτουργούν οριακά. Το κράτος λειτουργεί πλέον σαν ένας υδροκέφαλος μηχανισμός, που βλέπει τη χώρα από ψηλά και όχι μέσα από τις ανάγκες του ανθρώπου που ζει στην περιφέρεια, στο χωριό, στη νησιωτική κοινότητα. Η τοπικότητα, όμως, δεν είναι διοικητική ευκολία, είναι πυλώνας δημοκρατίας. Όταν ο πολίτης χάνει τη δυνατότητα να συναποφασίζει για τον τόπο του, η δημοκρατία γίνεται φτωχότερη. Γιατί, πολύ απλά, η συμμετοχή, η λογοδοσία και η εγγύτητα δεν είναι πολυτέλεια, είναι προϋποθέσεις για μια ζωντανή κοινωνία.
Παλιότερα, οι σχέσεις κράτους και πολίτη είχαν ανθρώπινο πρόσωπο. Ο υπάλληλος του ταχυδρομείου, ο γιατρός του κέντρου υγείας, ο υπεύθυνος της κοινότητας, όλοι, γνώριζαν τον πολίτη με το όνομά του. Αυτές οι σχέσεις εμπιστοσύνης έχτιζαν την κοινωνική συνοχή. Σήμερα, η απρόσωπη ψηφιοποίηση και η συγκέντρωση εξουσιών απειλούν να διαρρήξουν αυτόν τον δεσμό, αντί να φέρουν τα κέντρα λήψης των αποφάσεων και την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών πιο κοντά στον πολίτη. Ο εκσυγχρονισμός είναι αναγκαίος και επιβεβλημένος, όχι όμως για να συρρικνώσουν το κοινωνικό κράτος, αλλά για να το διευρύνουν με βιώσιμο τρόπο.
Σε αυτήν τη νέα κοινωνική, οικονομική και τεχνολογική συνθήκη η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα ισορροπία: Χρειάζεται ένα κράτος που εμπιστεύεται την Αυτοδιοίκηση, που δίνει στους δήμους ουσιαστικές αρμοδιότητες και σταθερούς πόρους, που δεν φοβάται να μοιραστεί την εξουσία με τους πολίτες. Ένα κράτος που αναγνωρίζει ότι η ανάπτυξη ξεκινά από τη βάση, από την κοινωνία και όχι από τα υπουργικά γραφεία.
Η αποκέντρωση δεν είναι απλώς διοικητική μεταρρύθμιση, είναι πράξη δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Αν θέλουμε μια Ελλάδα δίκαιη, με ίσες ευκαιρίες, με αυτοπεποίθηση και συμμετοχή, πρέπει να επιστρέψουμε την εξουσία εκεί όπου ανήκει, στους τόπους και στους ανθρώπους τους.
Γιατί, τελικά, τοπικότητα σημαίνει αποτέλεσμα απέναντι στην υδροκέφαλη αδράνεια, σημαίνει δημοκρατία ενάντια στον συγκεντρωτισμό. Δεν είναι προνόμιο. Είναι δικαίωμα. Και είναι ώρα να το διεκδικήσουμε ξανά.