Η δύσκολη πορεία προς την ειρήνη στην Ουκρανία και ο πολεμοκάπηλος υπερθεματισμός της Ευρώπης

Η δύσκολη πορεία προς την ειρήνη στην Ουκρανία και ο πολεμοκάπηλος υπερθεματισμός της Ευρώπης


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Προκαλεί κατάπληξη η εμμονή των Ευρωπαίων ηγετών σε μια πολιτική στην Ουκρανία που υποστηρίζει τη συνέχιση του πολέμου, με πρόσχημα την καταγγελλόμενη Ρωσική επιθετικότητα, που αποτελεί δήθεν απειλή και για ολόκληρη την Ευρώπη.

Από το στερεότυπο αυτό αφήγημα παραλείπονται δύο πολύ σημαντικά δεδομένα, που δεν είναι, δυστυχώς, άσχετα με τις αιτίες του πολέμου και την επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Το πρώτο είναι η συνεχής επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, παρά τις δεσμεύσεις που είχαν αναληφθεί από τους δυτικούς ηγέτες, κατά την επανένωση της Γερμανίας, ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτεινόταν πέρα από τα Γερμανικά σύνορα.

Ο ίδιος ο Χένρι Κίσινγκερ είχε προειδοποιήσει από το 2014, εναντίον οποιασδήποτε σκέψεως για ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Μια τέτοια κίνηση, είχε πει, θα αποτελούσε πρόκληση για τη Ρωσία, η οποία θα αντιδρούσε με πόλεμο. Το γιατί είναι προφανές για οποιονδήποτε που θα εξέταζε το θέμα μέσα από το πρίσμα της γεωπολιτικής και των στρατηγικών ισορροπιών, που συνδέονται με την ασφάλεια της Ρωσίας.

Το ΝΑΤΟ, σε μια τέτοια περίπτωση, θα εγκαθίστατο στην Κριμαία και στην παραδοσιακή Ρωσική ναυτική βάση της Σεβαστουπόλεως και θα κυριαρχούσε στη Μαύρη Θάλασσα. Θα διείσδυε, επίσης, στη θάλασσα του Αζόφ, στον μυχό της οποίας βρίσκεται το Ροστόφ, σε απόσταση 500 περίπου χλμ. από τη Μόσχα.

Για όσους έχουν στοιχειώδεις γνώσεις πυραυλικής και αντιπυραυλικής τεχνολογίας, είναι φανερό ότι ενδεχόμενη εγκατάσταση εχθρικών πυραυλικών συστημάτων σε μικρή απόσταση από τους χώρους εκτοξεύσεως των διηπειρωτικών πυραύλων μιας πυρηνικής δυνάμεως αποτελεί άμεση απειλή, γιατί μπορεί να πλήξει τους πυραύλους αυτούς στη φάση της ανόδου, που είναι και η πιο ευαίσθητη και τρωτή. Η ενέργεια αυτή θα αποτελούσε επομένως άμεση απειλή στο σύστημα πυρηνικής ισορροπίας και άμυνας μιας υπερδυνάμεως.

Ο Χένρι Κίσιγνκερ, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το δεδομένο αυτό, υπεστήριξε δημοσίως και επανειλημμένα ότι η Ουκρανία πρέπει να παραμείνει ουδέτερη μεταξύ Ανατολής και Δύσεως και, συνεργαζόμενη και με τα δύο μέρη, να κατοχυρώσει την ανάπτυξη και την ευημερία της.

Το δεύτερο δεδομένο που παραλείπεται συστηματικά από το Ευρωπαϊκό αφήγημα είναι η ιδιομορφία της Ουκρανίας και οι σχέσεις που έχει ιστορικά με τη Ρωσία. Η Ουκρανία δημιουργήθηκε ως χωριστή Σοβιετική Δημοκρατία το 1923 από τον επικεφαλής της Ρωσικής Επαναστάσεως Λένιν. Στη νέα Δημοκρατία παραχωρήθηκαν και τα εδάφη ανατολικά του Δνειπέρου, που αποκαλούνται «Νέα Ρωσία» και κατοικούνταν κυρίως από Ρωσικούς πληθυσμούς, όπως και σήμερα. Η πρόσδεσή τους στην Ουκρανία έγινε από τα πάνω, χωρίς οι ίδιοι να ερωτηθούν και να δώσουν τη συγκατάθεσή τους.

Το ίδιο έγινε αργότερα, το 1954, όταν ο Νικήτα Κρούτσιεφ προσέδεσε την Κριμαία στην Ουκρανία, που ήταν Σοβιετική Δημοκρατία και η πράξη αυτή είχε χαρακτήρα εσωτερικής διοικητικής μεταρρυθμίσεως. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, προσετέθησαν στην Ουκρανία η Ανατολική Πολωνία, αποζημιωνόμενη η ίδια με Γερμανικά εδάφη μέχρι τους ποταμούς Όντερ – Νάισσε, όπως επίσης μικρότερα εδάφη της Ουγγαρίας και της Ρουμανίας.

Το ίδιο το Κίεβο, πρωτεύουσα της Ουκρανίας, υπήρξε η πρωτεύουσα του πρώτου Ρωσικού κράτους και εκεί οι Ρώσοι δέχθηκαν τον Χριστιανισμό από το Βυζά­ντιο. Ο εκχριστιανισμός των Ρώσων αποτελεί ουσιαστικά και την αρχή του πολιτισμού τους, γιατί αυτό συμβάδισε με τη δημιουργία του Σλαβικού αλφαβήτου και την πνευματική και καλλιτεχνική επιρροή του Βυζαντίου στο νέο χριστιανικό κράτος.

Η ανατροπή Γιαννουκόβιτς και η επικράτηση ακραίων εθνικιστών το 2014 στην Ουκρανία δεν έγινε, δυστυχώς, χωρίς ξένες επεμβάσεις. Ήταν η πρώτη φάση μιας υπολογισμένης επεμβάσεως, που εμπνεόταν από τις γεωπολιτικές θεωρίες του Αμερικανο-Πολωνού στρατηγιστή Μπρεζίνσκι και τη νεόκοπη τότε παγκοσμιοποίηση που είχε αφετηρία τις ΗΠΑ.

Το νέο Ουκρανικό καθεστώς, με επικεφαλής τον Ζελένσκι, άρχισε μια εκστρατεία απο-Ρωσοποιήσεως της Ουκρανίας, με μέτρα κατά της Ρωσικής γλώσσας, κατά της Ορθόδοξης Ρωσικής Εκκλησίας και γενικά κατά των σχέσεων με τη Ρωσία και την ελεύθερη έκφραση των Ρωσικών πληθυσμών. Στο εξωτερικό επίπεδο, η νέα Ουκρανική ηγεσία δεν απέκρυβε τους στόχους της να εντάξει την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αντιδρώντας, η Ρωσία του Πούτιν έκανε μια πρώτη περιορισμένη επέμβαση το 2014, μη θέλοντας να χωρίσει με αίμα και πόλεμο τα θεωρούμενα ως δύο αδελφικά έθνη και κρατώντας ανοιχτή την πόρτα για το μέλλον.

Η στάση αυτή του Πούτιν κατακρίθηκε, αργότερα, από πολλούς στη Ρωσία. Έδωσε, έλεγαν, χρόνο στους Δυτικούς να οργανώσουν αμυντικά, με πόλεις-φρούρια, την Ανατολική Ουκρανία και να καταστήσουν πολύ δυσχερέστερη και αιματηρή τη Ρωσική επέμβαση του 2022.

Η μαζική Δυτική επέμβαση στην Ουκρανία έγινε με πρόσχημα την ελευθερία της Ουκρανίας και με πραγματικό σκοπό την κατάρρευση και τον διαχωρισμό της Ρωσίας σε τέσσερα ή πέντε κράτη, ώστε να παύσει να υπάρχει ως μεγάλη δύναμη, ικανή να ανταγωνίζεται τις ΗΠΑ.

Ο Πρόεδρος Μπάιντεν των Δημοκρατικών εμπνεόταν πλήρως από την παγκοσμιοποίηση, την οποία συνέχεε με την Αμερικανική ηγεμονία σ’ έναν μονοπολικό κόσμο. Στο πλαίσιο αυτό, συνεργαζόταν στενά με τους Ευρωπαίους, οι οποίοι πίστευαν ότι η συνασπισμένη ισχύς ΗΠΑ και Ευρώπης μπορούσε εύκολα να υπερισχύσει της Ρωσίας. Υποτιμούσε ο ίδιος, όπως και οι Ευρωπαίοι, τη Ρωσική καρτερία και αντοχή σ’ έναν πόλεμο τον οποίον έβλεπαν ως πατριωτικό υπέρ της υπάρξεως της ίδιας της Ρωσίας. Υποτιμούσαν επίσης το γεγονός ότι η Ρωσία είναι μια πυρηνική υπερδύναμη που δεν υστερεί σε ισχύ και ενδεχομένως να υπερέχει η ίδια στον κρίσιμο τομέα των υπερ-υπερηχητικών πυραύλων.

Τέσσερα χρόνια μετά, η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία είναι προφανής, για όσους τουλάχιστον, δεν θέλουν να βλέπουν τα γεγονότα μέσα από φαντασιώσεις και ψευδαισθήσεις. Τα Ρωσικά στρατεύματα προελαύνουν αργά αλλά σταθερά. Ένας λόγος για την αργή προέλαση είναι το γεγονός ότι αποφεύγεται, στο μέτρο του δυνατού, μια πλήρης κατεδαφιστική τακτική, γιατί θα πλήττονταν και οι Ρωσικοί πληθυσμοί των πόλεων.

Η αλλαγή Προέδρου στις ΗΠΑ έφερε αλλαγή και στην Αμερικανική πολιτική στην Ουκρανία. Ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος δεν έχει απλώς μια άλλη πολιτική. Έχει αναλάβει εκστρατεία κατά της πα­γκοσμιοποιήσεως και της woke ατζέντας. Το δεύτερο τον φέρνει σε σύγκρουση με τους σημερινούς Ευρωπαίους ηγέτες, που εξακολουθούν να υποστηρίζουν φανατικά την παγκοσμιοποίηση και την καταγγελία της από τις ΗΠΑ, που ήταν η αφετηρία της.

Στο πνεύμα αυτό, οι Ευρωπαίοι ηγέτες υπερθεματίζουν στο θέμα της Ουκρανίας, προτάσσοντας την καταγγελλόμενη Ρωσική επιθετικότητα και δήθεν απειλή για ολόκληρη την Ευρώπη.

Η θέση αυτή έγινε ο πυρήνας για την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής άμυνας και τη χρησιμοποίηση των αμυντικών δαπανών ως καταλύτη και κινητήρα για την οικονομική ανάπτυξη, που αποτελματώθηκε μετά τη ζηλωτική πολιτική για τη λεγόμενη πράσινη ενέργεια και την υστερική αντι-Ρωσική πολιτική, που αποκλείει την ενεργειακή συνεργασία.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, αντί να πρωτοπορούν, όπως άλλοτε, για την ειρήνη και την οικονομική συνεργασία στην Ευρώπη, αντιμάχο­νται τη νέα πολιτική Τραμπ και προσπαθούν να την εκθέσουν ως φιλορωσική, που βλάπτει τα γενικότερα Δυτικά συμφέροντα.

Η πολιτική αυτή έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη γεωπολιτική περιθωριοποίηση της Ευρώπης αλλά και την καλλιέργεια ενός πολεμοκάπηλου κλίματος, που αντιφάσκει με τις επαγγελίες που πρυτάνευσαν για την Ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, εμπνεόμενη από τις ίδιες άκρως νεο-φιλελεύθερες και νεο-ταξικές αρ­χές της παγκοσμιοποίησης συντάσσεται ανεπιφύλακτα με την πολιτική αυτή και επιδιώκει αυτάρεσκα να είναι μέρος του σκληρού Ευρωπαϊκού πυρήνα, έστω και αν η πολιτική αυτή έρχεται σε αντίθεση με την πολιτική των ΗΠΑ, που είναι για την Ελλάδα ο σημαντικότερος στρατηγικός εταίρος.

Παραγνωρίζει επίσης το γεγονός ότι η υστερική αντι-Ρωσική Ευρωπαϊκή πολιτική θεωρεί την Τουρκία ως απαραίτητο μέρος του αντι-Ρωσικού συνασπισμού και είναι πρόθυμη γι’ αυτό να δώσει ρόλο για την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια.

Η Ελλάδα έχει υπαρξιακούς λόγους ασφάλειας στις σχέσεις με την Τουρκία. Έχει γι’ αυτό κάθε λόγο να επιδιώκει την αποτροπή κάθε συνδέσεως της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια. Έχει όμως επίσης κάθε λόγο να μην προκαλεί, με την πολιτική της, μια φιλική μεγάλη δύναμη, που θα μπορούσε να βλάψει την Ελλάδα, αντεκδικούμενη, όπως έγινε, άλλωστε, στο πρόσφατο παρελθόν.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ