
Η διπλή ανακωχή, παράθυρο ελπίδας στον πόλεμο Ιράν – Λιβάνου

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Oι επικείμενες νέες συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στο Πακιστάν και η προταθείσα δεκαήμερη εκεχειρία στον Λίβανο από τον Αμερικανό Πρόεδρο Τραμπ ανοίγουν ένα παράθυρο ελπίδας για σύντομο τερματισμό του πολέμου στις δύο αυτές χώρες.
Στην πρώτη περίπτωση, η αναμονή ενός δεύτερου γύρου διαπραγματεύσεων συνοδεύεται από μια νέα εξέλιξη, που, αν επιβεβαιωθεί επισήμως στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, θα αποτελέσει ένα μεγάλο βήμα προς μια συμφωνία ειρήνης. Πρόκειται για την παρουσιαζόμενη από την Αμερικανική πλευρά αποδοχή από το Ιράν της «παραδόσεως» του εμπλουτισμένου ουρανίου που διαθέτει, στο πλαίσιο μιας φόρμουλας για το λεγόμενο πυρηνικό πρόβλημα, που είναι ένα από τα κύρια αντικείμενα διαμάχης του πολέμου αυτού.
Το Ιράν, ήδη πριν από την έναρξη του πολέμου, είχε δείξει τη διάθεσή του για συμβιβασμό στο θέμα του πυρηνικού του προγράμματος. Επικρατούσαν, όμως, τότε μεγάλες ψευδαισθήσεις στον συνασπισμό ΗΠΑ – Ισραήλ. Ότι, δηλαδή, ήταν εφικτή και αναμενόμενη η πτώση του καθεστώτος, μετά από ισχυρά πλήγματα στην πολιτική και στη στρατιωτική του ηγεσία και στις στρατηγικές του υποδομές.
Ο στόχος αυτός απεδείχθη στην πορεία του πολέμου ανέφικτος. Αναμενόταν όμως ότι το τίμημα το οποίο κατεβλήθη από το Ιράν μετά την έκρηξη του πολέμου και την αντοχή που επέδειξε θα καθιστούσε το Ιράν πιο αδιάλλακτο και στο θέμα του πυρηνικού του προγράμματος. Εάν επιβεβαιωθούν τα όσα εξαγγέλλονται, θα πρόκειται για ένα μεγάλο βήμα προς μια ειρηνευτική συμφωνία.
Σημειώνεται σχετικά ότι, πέρα από την τύχη του υπάρχοντος ήδη εμπλουτισμένου ουρανίου, τίθεται επίσης θέμα moratorium στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η διάρκεια του οποίου αποτελεί θέμα διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών.
Τα άλλα τρία ακανθώδη ζητήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο της διαμάχης είναι τα Στενά του Ορμούζ και ο έλεγχός τους, το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν και η συνεργασία του τελευταίου με δορυφορικές περιφερειακές οργανώσεις, όπως οι Σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, η Χεσμπολάχ στον Λίβανο, οι Χούθι στην Υεμένη και, βεβαίως, η Χαμάς στη Γάζα.
Σε ό,τι αφορά τα Στενά του Ορμούζ, υπήρχε πριν από τον πόλεμο μια κατάσταση πραγμάτων που ήταν αποδεκτή από όλους. Η κατάσταση αυτή ανετράπη από τη μετατροπή ή τον φόβο μετατροπής των Στενών σε εργαλείο πολέμου, με όλες τις συναφείς επιπτώσεις στην παγκόσμια ενεργειακή και οικονομική κατάσταση.
Ένας τρόπος επιλύσεως του προβλήματος, εάν υπήρχε καλή θέληση σε όλες τις πλευρές, θα ήταν η επιστροφή στο status quo ante, στο προηγούμενο δηλαδή καθεστώς. Μετά, όμως, από τα όσα έχουν συμβεί, οι άμεσα εμπλεκόμενοι επιζητούν εγγυήσεις και διεκδικούν νέες ρυθμίσεις, όπως, μεταξύ άλλων, την επιβολή τελών από το Ιράν στη διέλευση των πλοίων. Η διεκδίκηση αυτή απορρίπτεται όχι μόνο από την Αμερικανική πλευρά αλλά και από σύσσωμη τη διεθνή κοινότητα. Η τελευταία θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς θαλασσίου δικαίου και ως δημιουργία ενός επικίνδυνου προηγούμενου.
Οι ΗΠΑ προχώρησαν στην επιβολή ναυτικού αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, ως αντίδραση στο καταγγελλόμενο κλείσιμο των Στενών από το Ιράν και ως τρόπο ασκήσεως οικονομικής πιέσεως σ’ αυτό, εφόσον ο αποκλεισμός εμποδίζει τις Ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Με την πράξη αυτή, οι ΗΠΑ προσπάθησαν να μετατρέψουν σε δικό τους όπλο τα Στενά του Ορμούζ και να υποκαταστήσουν μια ενδεχόμενη επέμβαση στην νήσο Χαργκ, όπως ήταν τα αρχικά Αμερικανικά επιχειρησιακά σχέδια. Η ιδέα αυτή εγκατελείφθη όταν διεπιστώθη ότι θα ήταν η απαρχή μιας μεγάλης αεροναυτικής και στη συνέχεια χερσαίας επιχειρήσεως. Ο έλεγχος της νήσου Χαργκ θα απαιτούσε και τον έλεγχο των παρακείμενων Ιρανικών ακτών και θα αντιπροσώπευε μια τεράστια κλιμάκωση του πολέμου και μαζική Αμερικανική εμπλοκή.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος εκτίμησε ότι το ίδιο αποτέλεσμα, ο έλεγχος δηλαδή των Ιρανικών εξαγωγών, μπορεί να επιτευχθεί με τον ναυτικό αποκλεισμό, που δεν παρουσιάζει τους άλλους κινδύνους που θα συνεπαγόταν μια επιχείρηση στη νήσο Χαργκ. Ο Αμερικανικός, όμως, ναυτικός αποκλεισμός παρουσιάζει τα ίδια προβλήματα που δημιουργεί το κλείσιμο των Στενών από το Ιράν. Τις δυσάρεστες και επικίνδυνες, δηλαδή, επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και ενέργεια.
Το Ιράν ισχυριζόταν ότι δεν προχωρούσε σε κλείσιμο των Στενών, αλλά ότι αυτό μπορούσε να συμβεί ως αποτέλεσμα Αμερικανικών επιθετικών επεμβάσεων. Διέκρινε, στο πλαίσιο αυτό, φίλους και εχθρούς που είχαν το δικαίωμα ή όχι να διέλθουν από τα Στενά, διαφυλάσσοντας με τον τρόπο αυτό και τις δικές του εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ο οικονομικός πνιγμός που επιχειρούν οι ΗΠΑ να επιβάλουν στο Ιράν με τον ναυτικό αποκλεισμό μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματικός σ’ ένα ορισμένο μάκρος χρόνου. Αντιμάχονται, όμως, τον στόχο αυτό οι αναπόφευκτες συνέπειες από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ στην παγκόσμια ενεργειακή και οικονομική κατάσταση. Η προσπάθεια των ΗΠΑ να διαφοροποιήσουν τους όρους του ναυτικού αποκλεισμού για να διευκολύνουν τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό δεν θα γίνει ανεκτή από το Ιράν, στην περίπτωση που συνεχισθεί ο πόλεμος. Το Ιράν έχει τα μέσα για να δημιουργήσει χάος στον Περσικό Κόλπο, εάν πιστέψει ότι δεν έχει άλλη επιλογή. Εκφράζεται, επομένως, η ελπίδα ότι οι διαπραγματεύσεις στο Πακιστάν θα ευδοκιμήσουν και ότι τα πράγματα δεν θα οδηγηθούν σε μια νέα χαώδη κλιμάκωση.
Σε ό,τι αφορά το βαλλιστικό πρόγραμμα, το Ιράν θα παραμείνει άτεγκτο στη διατήρηση του δικαιώματός του να αναπτύσσει βαλλιστικούς πυραύλους, χωρίς περιορισμούς, εφόσον αυτοί αποτελούν τη σπονδυλική στήλη της ασύμμετρης άμυνάς του.
Το τελευταίο μεγάλο θέμα που αποτελεί αντικείμενο διαμάχης είναι η υποστήριξη που παρέχει το Ιράν στις συμμαχικές περιφερειακές οργανώσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω. Το θέμα αυτό συνδέεται, προφανώς, και με τον πόλεμο στον Λίβανο, που ενδιαφέρει αμεσότερα το Ισράηλ.
Η Χεσμπολάχ είναι πολιτικο-στρατιωτική οργάνωση που έχει βαθιές ρίζες και δεσμούς με τη Σιιτική κοινότητα του Λιβάνου. Η τελευταία αντιπροσωπεύει το ένα τέταρτο περίπου του πληθυσμού. Λόγω του πρωταγωνιστικού ρόλου που διαδραματίζει στον πόλεμο κατά του Ισραήλ, παρουσιάζεται ως εθνική δύναμη που υπερασπίζεται τον Λίβανο. Αντιθέτως, όμως, άλλες κοινότητες της χώρας και η κυβέρνηση θεωρούν ότι η δράση της Χεσμπολάχ εμπλέκει τον Λίβανο σε πόλεμο και καταστροφές. Οι εσωτερικές αυτές διαμάχες έχουν μακρύ ιστορικό. Πρωταγωνιστές ήταν αρχικά οι Παλαιστίνιοι, με τις Αντιστασιακές τους οργανώσεις. Η κατάσταση εκφυλίσθηκε τότε σε πολυετή εμφύλιο πόλεμο. Υπήρξε, στη συνέχεια, παρέμβαση της Συρίας, που επέβαλε στον Λίβανο τη δική της επιρροή. Η στρατηγική συμμαχία Συρίας – Ιράν και η ενεργός ανάμειξη του Ιράν στο Μεσανατολικό άνοιξαν τον δρόμο για την άνοδο στον Λίβανο της Χεσμπολάχ.
Το Ισραήλ αντιμετωπίζει ως υπαρξιακή απειλή τη Χεσμπολάχ στον Λίβανο και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει καταστροφικά πρότυπα Γάζας για να την πλήξει. Ζητά, παραλλήλως, από την κυβέρνηση του Λιβάνου να αναλάβει τις ευθύνες της και να ελέγξει τη Χεσμπολάχ. Η Λιβανική κυβέρνηση όμως δεν έχει αυτήν τη δυνατότητα, γιατί η Χεσμπολάχ είναι ισχυρότερη του Λιβανικού στρατού και γιατί, επίσης, οποιαδήποτε δυναμική επέμβαση εναντίον της θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέο εμφύλιο.
Το Ισραήλ στέλνει μήνυμα από την πλευρά του ότι, εάν η Λιβανική κυβέρνηση δεν μπορεί να ελέγξει τη Χεσμπολάχ, θα το κάνει το ίδιο, μέσα από ένα σχέδιο ελέγχου του Νοτίου Λιβάνου μέχρι τον ποταμό Λιτάνι και με επεμβάσεις σε όλο τον Λίβανο κατά υποδομών και στελεχών της Χεσμπολάχ.
Η παρεμβολή του Αμερικανού Προέδρου και η πρότασή του για δεκαήμερη ανακωχή αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις από το Ισραήλ. Η πρόταση, όμως, Τραμπ έγινε κατ’ αρχήν αποδεκτή. Το ζητούμενο από την πλευρά των ΗΠΑ και του Ισραήλ είναι η πίεση προς την κυβέρνηση του Λιβάνου και ταυτοχρόνως η στήριξή της για ανάληψη της ευθύνης σ’ ολόκληρη τη χώρα, με παραμερισμό της Χεσμπολάχ και με εξομάλυνση των σχέσεων του Λιβάνου με το Ισράηλ. Ο στόχος αυτός δεν είναι καθόλου εύκολος, εάν δεν συντρέξει μια γενικότερη συμφωνία που θα καθιστούσε εφικτή μια μορφή συνεργασίας της Χεσμπολάχ και της Σιιτικής κοινότητας του Λιβάνου.
Με τα δεδομένα αυτά, η πορεία προς την ειρήνη τόσο στο Ιράν όσο και στον Λίβανο είναι δύσκολη και επισφαλής.
Το κρίσιμο στοιχείο που θα κλίνει την πλάστιγγα είναι η προφανής επείγουσα ανάγκη των ΗΠΑ να απεμπλακούν από μια επικίνδυνη δίνη, που τους δημιουργεί ήδη πολύ μεγάλα προβλήματα στο εσωτερικό και απειλεί με τη δημιουργία μεγάλων διεθνών περιπλοκών.
Στην περίπτωση συνεχίσεως και κλιμακώσεως του πολέμου, υπάρχει ενδεχόμενο πολύ αμεσότερης και μεγαλύτερης εμπλοκής σ’ αυτόν της Κίνας και της Ρωσίας. Εάν το Ιράν, χωρίς μεγάλη βοήθεια από τους συμμάχους του, μπορεί και επιδεικνύει μια τέτοια αντοχή στα πλήγματα και διατηρεί την ικανότητα ανταποδόσεως, αναλογίζεται κανείς τι θα μπορούσε να κάνει εάν Ρωσία και Κίνα προσέφεραν σ’ αυτό άλλες, πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες.
Υπάρχει γι’ αυτό καλή ελπίδα ότι βρισκόμαστε κοντά σε μια ειρηνευτική συμφωνία. Η τελευταία δεν θα επιλύει όλα τα προβλήματα, θα περιλαμβάνει όρους διπλής αναγνώσεως και θα αφήνει για το μέλλον αιτίες και αφορμές για νέες επεμβάσεις και συγκρούσεις.
Οι συνέπειες ήδη του πολέμου δεν είναι ευκαταφρόνητες και οδηγούν σε μεγάλες ανακατατάξεις. Οι σημαντικότερες από αυτές θα λάβουν χώρα στην περιοχή του Κόλπου, τόσο σε ό,τι αφορά τη μεταφορά της ενέργειας όσο και σε ό,τι αφορά την άμυνα και την ασφάλεια.
Η ειρηνευτική συμφωνία θα έχει επιπτώσεις και στο θέμα της Γάζας, που μπήκε στο περιθώριο κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά είναι πάντα στο προσκήνιο.
Οι ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και στην περιοχή του Κόλπου επηρεάζουν, προφανώς, και την κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο, τις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Επηρεάζουν εμμέσως και τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Άγκυρα, που επιδιώκει να διαδραματίσει ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή και να προωθήσει τα επεκτατικά της σχέδια, βλέπει με μεγάλη ανησυχία τη στρατηγική συνεργασία της Ελλάδος και της Κύπρου με το Ισραήλ και πολλαπλασιάζει τις επιθέσεις της κατά της συνεργασίας αυτής.
Ας ελπίσουμε ότι θα έχουν θετική έκβαση οι προσδοκίες για ειρηνευτική συμφωνία και ότι δεν θα συνεχισθεί η διολίσθηση προς μια μεγαλύτερη ακόμη διεθνή σύγκρουση.