Η Άγκυρα φορά την προβιά του ΝΑΤΟ για να συγκαλύψει τις Οθωμανικές επιδιώξεις της

Η Άγκυρα φορά την προβιά του ΝΑΤΟ για να συγκαλύψει τις Οθωμανικές επιδιώξεις της


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Ως απάντηση στην ανατροπή σε βάρος της των στρατηγικών ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο και παρουσιαζόμενη ως αντίβαρο στο Ιράν, η Άγκυρα ανέσυρε πάλι την πανοπλία του ΝΑΤΟ και προσπαθεί να εργαλειοποιήσει τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Τουρκία για να εξυπηρετήσει τις δικές τις επιδιώξεις.

Επαναλαμβάνει το γνωστό τροπάριο του δεύτερου μεγαλύτερου στρατού του ΝΑΤΟ που διαθέτει η Τουρκία και της μεγάλης γεωστρατηγικής σημασίας του γεωγραφικού της χώρου. Στο πνεύμα αυτό, διεκδικεί προνομιακές στρατηγικές σχέσεις με τις ΗΠΑ και θεαματική αναβάθμιση στις σχέσεις της με την Ευρώπη, ιδιαίτερα στον τομέα της κοινής Ευρωπαϊκής Άμυνας, στον οποίο ζητά πλήρη συμμετοχή.

Το Τουρκικό παιχνίδι βρίσκει, δυστυχώς, ανταπόκριση τόσο από την πλευρά των ΗΠΑ όσο και από την πλευρά της Ευρώπης. Ο Αμερικανός Πρόεδρος Τραμπ, μετά τη στρατηγική αποτυχία του να κάμψει το Ιράν και να το οδηγήσει σε συνθηκολόγηση, βλέπει την Τουρκία ως ένα αντίβαρο στο Ιράν. Θεωρεί γι’ αυτό σκόπιμο να ενισχύσει τον ρόλο της στην περιοχή και τον ρόλο του ΝΑΤΟ, παρά το γεγονός ότι η Άγκυρα δεν κρύβει τους δικούς της, αυτόνομους στρατηγικούς σκοπούς.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Αμερικανός Πρόεδρος εξήγγειλε ότι κατά την επίσκεψή του στην Τουρκία για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ θα κάνει δώρα στον «φίλο» του Ερντογάν. Τα δώρα για τα οποία γίνεται λόγος είναι η αποδέσμευση για την Άγκυρα 80 κινητήρων F-110 για το υπό ανάπτυξη Τουρκικό αεροσκάφος KAAN και η ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των αεροσκαφών 5ης γενεάς F-35. Οι προθέσεις του Αμερικανού Προέδρου προκαλούν μεγάλη αντίδραση στο Κο­γκρέσο και ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη συλλογή υπογραφών για την ανάσχεση της πολιτικής αυτής. Δεν είναι ακόμη σαφές ποια θα είναι η έκβαση της αντιδράσεως του Κογκρέσου. Είναι όμως πολύ πιθανόν η επιστροφή τουλάχιστον της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 να ματαιωθεί επ’ αόριστον, μέχρι την εκπλήρωση των όρων που θέτει η νομοθεσία CAATSA.

Το πιο επικίνδυνο στο Αμερικανικό άνοιγμα προς την Τουρκία είναι το ενδεχόμενο η Αμερικανική πλευρά να επιδείξει μεγαλύτερη «κατανόηση» και «ανοχή» στις Τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο και στην Κύπρο και στη ρητορική της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Η Αμερικανική πλευρά διατηρεί το σχήμα 3+1 (δηλαδή Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ συν ΗΠΑ) ως αντιστάθμισμα στο άνοιγμα προς την Τουρκία. Το τι σημαίνει όμως το καθετί θα αποδειχθεί στην πράξη.

Το άνοιγμα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προς την Τουρκία με αφορμή τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ εμπνέεται από την επικρατούσα σήμερα κατάσταση στην Ευρώπη, που χαρακτηρίζεται από υστερικό αντι-Ρωσισμό, λόγω του πολέμου της Ουκρανίας. Δεν είναι τυχαίο από την άποψη αυτή ότι πρωταγωνιστεί στο άνοιγμα προς την Άγκυρα η Ύπατη Εκπρόσωπος για την εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Κάγια Κάλας. Η πρώην πρωθυπουργός της Εσθονίας αντιπροσωπεύει, μαζί με τις άλλες Βαλτικές χώρες, την Πολωνία και τις Σκανδιναβικές χώρες τον πιο ακραίο αντι-Ρωσισμό, που υποστηρίζεται, δυστυχώς, σήμερα και από τις τρεις μεγαλύτερες Ευρωπαϊκές δυνάμεις: Γερμανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία.

Με κυρίαρχο στην Ευρώπη το αφήγημα του ακραίου αντι-Ρωσισμού, η Τουρκία υπολαμβάνεται ως ο αναγκαίος, έστω και δύστροπος εταίρος στον αντι-Ρωσικό συνασπισμό. Πολύ περισσότερο όταν και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες (Ιταλία, Ισπανία) αναπτύσσουν προνομιακές σχέσεις με την Άγκυρα στον τομέα των οπλικών συστημάτων και της αμυντικής βιομηχανίας.

Προφανώς, η Τουρκική πολιτική έχει ισχυρά ερείσματα και στρατηγικά χαρτιά, λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, του μεγάλου Μουσουλμανικού πληθυσμού της και της ραγδαίως αναπτυσσόμενης αμυντικής της βιομηχανίας. Αυτά όμως δεν είναι επαρκής λόγος ώστε Ευρώπη και ΗΠΑ να κλείνουν τα μάτια μπροστά στον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει η αναβίωση μιας νέας Οθωμανικής ισχύος στις πόρτες της Ευρώπης. Το νέο Οθωμανικό όραμα Ερντογάν δεν κρύβει τους στόχους του. Επιδιώκει μια νέα μεγάλη Τουρκία, πέρα από τα σημερινά της σύνορα, αυτόνομη και αυτοδύναμη, που θα διαδραματίζει ρόλο μεγάλης δυνάμεως στην ευρύτερη περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η επεκτατική πολιτική στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, με τη «Γαλάζια Πατρίδα», η πολιτική γεωπολιτικού ε­λέγχου ολόκληρης της Κύπρου, μέσα από μια δήθεν «λύση» που θα στηρίζεται πάνω σε δύο «ίσα» μέρη, και ο έλεγχος της Συρίας.

Η τελευταία έχει τεράστια σημασία για την Άγκυρα γιατί δεσπόζει αφενός στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου και αφετέρου στην καρδιά της Μέσης Ανατολής, στο πλευρό του Λιβάνου, της Ιορδανίας και του Ιράκ. Εξασφαλίζει επιπλέον ένα μοναδικό πλεονέκτημα για την Ά­γκυρα, γιατί αποτελεί την αναγκαία δίοδο προς την Τουρκία εμπορικών οδών και διαδρόμων από τη βαθύτερη Ανατολή. Η Άγκυρα επιδιώκει ειδικότερα να υπονομεύσει τον εμπορικό διάδρομο ΙMEC (Ινδία, Μέση Ανατολή, Ευρώπη), που υποστηρίζεται από την Ινδία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ισραήλ, την Κύπρο και την Ελλάδα, και να τον αντικαταστήσει με έναν άλλον διάδρομο, που θα διέρχεται από την Τουρκία. Στο πνεύμα αυτό και εκμεταλλευόμενη το αίσθημα ανασφάλειας που επικράτησε μετά τον πόλεμο στον Κόλπο, προτείνει εναλλακτικούς ενεργειακούς διαδρόμους και την κατασκευή μιας μεγάλης σιδηροδρομικής γραμμής, που θα ενώνει την Κωνσταντινούπολη με το Χετζάζ, τη Σαουδική Αραβία και την Υεμένη.

Για τον ίδιο σκοπό, η Άγκυρα εργάζεται εντατικά με το Ιράκ για τη μεταφορά του Ιρανικού πετρελαίου, μέσω Συρίας, στις Τουρκικές ακτές, στον Κόλπο της Αλεξανδρέττας. Στρατηγικός στόχος της Άγκυρας είναι να καταστήσει την Τουρκία κόμβο των εμπορικών σχέσεων και των επικοινωνιών της Ευρώπης με τη Μέ­ση και τη Μεγάλη Ανατολή (Κίνα). Επιδιώκει παραλλήλως να επαναβεβαιώσει τη Νατοϊκή της ταυτότητα και υπό το πρόσχημα του σημαντικού και αναγκαίου εταίρου του ΝΑΤΟ να καταστήσει πιο ανεκτές και αποδεκτές τις δικές της επιδιώξεις και να αναπτύξει χωρίς εμπόδια τις σχέσεις και τη συνεργασία της με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Αναπτύσσει ταυτόχρονα τις σχέσεις της και με τη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα.

Η Τουρκία και η πολιτική της είναι ένα θέμα που υπερβαίνει κατά πολύ το πλαίσιο των Ελληνο-Τουρκικών σχέσεων. Αφορά όμως καίρια την Ελλάδα. Πρώτ’ απ’ όλα γιατί η διαδηλούμενη νέα μεγάλη Τουρκία στρέφεται ευθέως κατά της Ελληνικής εθνικής κυριαρχίας. Η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι η σύνοψη των Τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδος και της Κύπρου. Όταν γίνεται επισήμως λόγος για ανακήρυξη της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε νόμο του κράτους, ισοδυναμεί με επέκταση του casus belli σε όλο τον χώρο της αυθαίρετης «Γαλάζιας Πατρίδας». Με απλά λόγια, είναι μια άμεση και απροκάλυπτη διεκδίκηση του Ανατολικού Αιγαίου, πέραν του 25ου Μεσηβρινού, αμφισβήτηση της κυριαρχίας Ελληνικών νήσων και αρπαγή Ελληνικής ΑΟΖ, κατά παράβαση κάθε πρόνοιας του διεθνούς θαλάσσιου δικαίου. Ο Ερ­ντογάν ζητά από την Ελλάδα να του παραδώσει αμαχητί το Ανατολικό Αιγαίο, Ελληνικά νησιά και ΑΟΖ, απειλώντας με πόλεμο και επιβολή, διά της ισχύος, επί του πεδίου των Τουρκικών αξιώσεων. Θα είχε πολλά να πει κανείς για την αδράνεια, αν όχι τον ενδοτισμό και τη φοβικότητα που επέδειξε η Ελληνική πλευρά επί δεκαετίες, αρχής γενομένης επί της αλήστου μνήμης κυβερνήσεως Σημίτη του 1995, και δεν προχώρησε στην εφαρμογή των διατάξεων του διεθνούς δικαίου για την επέκταση των χωρικών υδάτων και την ανακήρυξη ΑΟΖ.

Η Σύμβαση του Montego Bay είχε λήξει το 1984. Χρειάσθηκαν μερικά χρόνια για την επικύρωση της από τα 2/3 των χωρών-μελών για να τεθεί σε ισχύ. Η Ελλάδα επικύρωσε τη Σύμβαση, με σημαντική καθυστέρηση, το 1994. Θα έπρεπε λογικά να ακολουθήσει η εφαρμογή στην πράξη των προνοιών της. Η Τουρκική Εθνοσυνέλευση, για να αποτρέψει την εφαρμογή της, έσπευσε να ανακηρύξει το γνωστό casus belli. Η κυβέρνηση Σημίτη, με τον αξιοθρήνητο χειρισμό της κρίσεως των Ιμίων, έστρωσε τον δρόμο για να παραμείνουν μετέωρα τα Ελληνικά δικαιώματα, χωρίς να μειώνονται οι ευθύνες γι’ αυτό των κυβερνήσεων που ακολούθησαν.

Οι Τουρκικές διεκδικήσεις εν τω μεταξύ μεγαλύνθηκαν. Το Τουρκικό casus belli επεκτάθηκε σιωπηρά σε όλο το εύρος της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας». Η σημερινή κυβέρνηση, με την πολιτική των «ήρεμων νερών» και του ψευδοδιαλόγου, άφησε ουσιαστικά αναπάντητη την Τουρκική επεκτατική πολιτική, η οποία προσθέτει συνεχώς και νέα κεφάλαια αμφισβητήσεων και διεκδικήσεων. Με εγκλωβισμένη την Ελλάδα στα 6 μίλια χωρικών υδάτων, η Άγκυρα αλωνίζει κυριολεκτικά στο Αιγαίο, αποκλείοντας περιοχές στο Κέντρο του Αιγαίου για πολύμηνες «ασκήσεις» και εξωθώντας τα Τουρκικά αλιευτικά να φτάνουν μέχρι τα Κύθηρα και να εισβάλλουν στις Κυκλάδες.

Τι συνέπειες θα έχει για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο η δημιουργία νέων Στρατηγείων του ΝΑΤΟ στην Τουρκία; Γιατί παραμένει σιωπηρή η κυβέρνηση για τα νέα Στρατηγεία του ΝΑΤΟ στην Τουρκία; Έδωσε τη συγκατάθεσή της για τη δημιουργία τους; Γιατί δεν προβάλλει κανέναν αντίλογο στην Τουρκική προπαγάνδα και δεν καταγγέλλει την Άγκυρα για τις ανεπίτρεπτες και ιταμές αξιώσεις που εγείρει κατά της Ελλάδος και για την Τουρκική κατοχή στην Κύπρο;

Παρά τις εντυπώσεις που δημιουργεί η στρατηγική αποτυχία των ΗΠΑ στο Ιράν, η στρατηγική κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο εξακολουθεί να προσδιορίζεται από την Αμερικανική ισχύ και τον στενό σύμμαχό της, το Ισραήλ. Το ερώτημα στη συγκυρία αυτή είναι αν θα επιδιωχθεί από τις ΗΠΑ η έ­νταξη και της Τουρκίας ως «συμμάχου» στην εξίσωση αυτής, μαζί με την Ελλάδα και την Κύπρο. Η οξύτατη κρίση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ, πέραν των Ελληνο-Τουρκικών διαφορών, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για υποκατάσταση του ανταγωνισμού με συμπόρευση.

Στο πλαίσιο αυτό, η Άγκυρα επιδιώκει να υπονομεύσει τον άξονα Ισραήλ, Ελλάδα, Κύπρος. Διαπιστώνοντας ουσιαστικές στρατηγικές μεταβολές στην Κύπρο (σχέσεις με Ισραήλ, Γαλλία, ΗΠΑ, αμυντική θωράκιση), σπεύδει να στείλει μηνύματα ότι είναι έτοιμη να συνεργασθεί για «λύση» του Κυπριακού, επιδιώκο­ντας την κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την υποκατάστασή της από ένα δικέφαλο κράτος δύο ίσων μερών, που θα επέτρεπε στην Άγκυρα να το ποδηγετεί και να θέτει έτσι υπό τον γεωπολιτικό της έλεγχο το σύνολο της Κύπρου.
Στέλνει επίσης μηνύματα προς την Αθήνα, υπολογίζοντας στα γνωστά ανακλαστικά της, ότι είναι έτοιμη να συζητήσει για το Αιγαίο και την Κύπρο.

Η τακτική αυτή έχει αποδώσει για την Άγκυρα και έχει αποτρέψει την Αθήνα επανειλημμένα να πράξει το αυτονόητο. Η ορθή ανάγνωση μιας γεωπολιτικής και στρατηγικής πραγματικότητας είναι, μαζί με την αποφασιστικότητα για δράση, η λυδία λίθος για την αποτελεσματική αποτροπή των επικρεμάμενων κινδύνων.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ