
ΠΑΓΙΔΕΣ στο Κυπριακό
–ΣΕ ΣΥΓΧΥΣΗ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΣΑΦΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ Η ΑΘΗΝΑ
–ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ
Λευκωσία και Αθήνα φλερτάρουν με το να πέσουν σε μία ακόμη παγίδα που στήνεται από ορισμένους κύκλους του ΟΗΕ και τη σκληρή γραφειοκρατία της ΕΕ για το Κυπριακό, με στόχο να ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα η Τουρκία με την υπόσχεση και μόνο για συμβολή στην επίλυση του ζητήματος, ενώ Βρυξέλλες και Ουάσινγκτον ελπίζουν ότι έτσι θα απαλλαχθούν και από ένα μεγάλο εμπόδιο για μια «αμοιβαία επωφελή σχέση» με την Τουρκία.
O ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτιέρες, ο οποίος ολοκληρώνει τη θητεία του στο τέλος του χρόνου, κατά την οποία διακρίθηκε για την απόλυτη απαξίωση του διεθνούς οργανισμού και την περιθωριοποίησή του στα μεγάλα ζητήματα ασφάλειας σε όλο τον κόσμο, έχει επιλέξει το Κυπριακό ως πεδίο άσκησης μιας εντατικής διπλωματίας, προκειμένου να αφήσει ως παρακαταθήκη ότι κατόρθωσε την επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό.
Ο διεθνής παράγοντας βλέπει με ενδιαφέρον αυτήν την προσπάθεια του Αντόνιο Γκουτιέρες, θεωρώντας ότι η επανέναρξη των συνομιλιών θα υποχρεώσει και τους Ελληνοκυπρίους σε συναινέσεις, λόγω της πίεσης που συνεχίζει να ασκείται με το επιχείρημα ότι οι Ελληνοκύπριοι απέρριψαν το Σχέδιο Ανάν.
Οι Αμερικανοί, ειδικά επί θητείας Τραμπ, δεν έχουν καμιά ευαισθησία για ζητήματα όπως το Κυπριακό. Πιθανόν, μάλιστα, να είναι από τα θέματα που αγνοεί πλήρως ο Πρόεδρος Τραμπ, καθώς είναι εντελώς έξω από την πολιτική του κουλτούρα. Ο αμερικανός Πρόεδρος έχει δείξει ότι αγνοεί περιφρονητικά οτιδήποτε έχει σχέση με το διεθνές δίκαιο, ακόμη και με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, και θεωρεί ότι όλα τα προβλήματα μπορούν να επιλυθούν με τη συναλλακτική πολιτική κουλτούρα του.
Επίσης, οι Ευρωπαίοι, τόσο στις Βρυξέλλες όσο και σε μεγάλες πρωτεύουσες, θα ήθελαν να ξεπεραστεί το εμπόδιο του Κυπριακού, ώστε να προχωρήσουν οι σχέσεις με την Τουρκία και –έστω και με μεγάλο τίμημα για την Ευρώπη και τις αρχές που πρεσβεύει– να αποκατασταθεί μια λειτουργική σχέση, η οποία θα απέχει λίγο πριν από την πλήρη ένταξη.
Αυτό φάνηκε και στην τελευταία επίσκεψη υψηλόβαθμου κλιμακίου –με επικεφαλής την Ύπατη Εκπρόσωπο Κάγια Κάλας– στην Άγκυρα την περασμένη Δευτέρα, όπου η αντιπροσωπεία εξήρε με υπερβολικό τρόπο τη σημασία της Τουρκίας για την Ευρώπη. Η Τουρκία έχει διαπιστώσει εδώ και καιρό αυτήν την… αδυναμία σημαντικού τμήματος των Ευρωπαίων και το εκμεταλλεύεται, καθώς παζαρεύει σκληρά ώστε να αποσπάσει τα μέγιστα ανταλλάγματα και οφέλη από την ΕΕ, χωρίς να προσφέρει οτιδήποτε και χωρίς να αναλαμβάνει καμία δέσμευση.
Και χωρίς ακόμη να δεσμεύεται ότι θα συμπορευθεί με τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ, αλλά, αντιθέτως, να ισχυρίζεται ότι θα διατηρεί τη δική της αυτονομία όταν πρόκειται για μείζονα ζητήματα, στα οποία έχει διακριτές και, πολύ συχνά, συγκρουόμενες επιδιώξεις με την ΕΕ.
Από υποχρέωση περισσότερο, η Κάγια Κάλας, πριν πάει στην Άγκυρα, αναφέρθηκε και στο Κυπριακό, εκφράζοντας την ελπίδα ότι θα φέρουν αποτελέσματα οι προσπάθειες του ΟΗΕ.
Διότι είναι σαφές ότι, όσες πιέσεις κι αν ασκηθούν στη Λευκωσία, δεν υπάρχουν περιθώρια για κανέναν κύπριο Πρόεδρο να αποδεχθεί αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων χωρίς χειροπιαστά δείγματα προόδου στο Κυπριακό.
Δυστυχώς, οι διεθνείς μεσολαβητές, επενδύοντας στην επιθυμία του Προέδρου Χριστοδουλίδη να προβάλει –εν όψει και των επερχόμενων προεδρικών εκλογών– ότι η πολιτική του για την αναθέρμανση του Κυπριακού αποδίδει αλλά και στην ιδιαίτερα χαλαρή και επιφανειακή ενασχόληση της Αθήνας με το Κυπριακό, προκειμένου να διατηρήσει ανοικτούς τους δήθεν διαύλους με την Άγκυρα και να μην ταραχθούν «τα ήρεμα νερά», βρίσκουν πρόσφορο πεδίο για να στήσουν μία ακόμη παγίδα για την Κύπρο.
Λευκωσία και Αθήνα είναι έτοιμες να προσέλθουν σε μια νέα Πενταμερή, την οποία προτίθεται να συγκαλέσει ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ –μετά και τις επαφές της απεσταλμένης του, Μαρίας-Άνχελα Ολγκίν, σε Κύπρο, Ελλάδα, Τουρκία και Βρυξέλλες–, χωρίς να έχει διασφαλισθεί εκ των προτέρων, και ως βασική προϋπόθεση, ότι στην πρόσκληση του Αντόνιο Γκουτιέρες προς τα μέρη θα υπάρχει ρητή δήλωση για τη βάση επί της οποίας θα διεξαχθεί η όποια συζήτηση. Δηλαδή, στη βάση της λύσης της διζωνικής – δικοινοτικής ομοσπονδίας και του κοινοτικού κεκτημένου.
Η Τουρκία, εδώ και καιρό, έχει θέσει βέτο στη χρήση αυτού του όρου, θέλοντας έτσι να ξεκινήσει μια συζήτηση η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει και εκτός του πλαισίου των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ώστε να εγκλωβιστούν οι Ελληνοκύπριοι και πάλι σε αντίστοιχα διλήμματα, όπως εκείνα του Σχεδίου Ανάν.
Και έτσι να είναι εύκολο να παίξει, για μία ακόμη φορά, η Τουρκία με επιτυχία το blame game και να επικαλεστεί την «αδιαλλαξία» των Ελληνοκυπρίων.
Δεν είναι τυχαίο το ότι ένας από τους όρους που θέτει η Άγκυρα είναι να προβλεφθεί εκ των προτέρων η αναβάθμιση του ψευδοκράτους, εφόσον αποτύχουν οι συνομιλίες. Αυτό, φυσικά, αποκαλύπτει τις προθέσεις της, καθώς δεν θα δυσκολευθεί καθόλου η τουρκική πλευρά να τορπιλίσει τις συνομιλίες και να επιρρίψει μάλιστα τις ευθύνες στην ελληνοκυπριακή πλευρά, η οποία δεν είναι… ανοικτή σε νέες ιδέες για την επίλυση του προβλήματος.
Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγήσει την ίδια τη γραφειοκρατία της ΕΕ αλλά και τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σε ευθεία, και χωρίς προσχήματα, αναζήτηση τρόπων παράκαμψης των κυπριακών αντιρρήσεων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια ειδική σχέση με την Τουρκία. Η κ. Ολγκίν, σύμφωνα με πληροφορίες, αναζητά μια φόρμουλα ώστε να δοθεί ένα γενναιόδωρο πακέτο προς την Τουρκία, ως κίνητρο για την επίλυση του Κυπριακού. Αυτό, φυσικά, ενέχει έναν τεράστιο κίνδυνο:
Η Τουρκία και η γραφειοκρατία των Βρυξελλών να θεωρήσουν ότι αρκεί η συμμετοχή της σε μια Πενταμερή Διάσκεψη για την αναζήτηση λύσης, τη μορφή της οποίας προσπαθεί να αλλοιώσει η Τουρκία.
Και έτσι τα ευρωπαϊκά δώρα να δοθούν στην Τουρκία όχι με την επίλυση του Κυπριακού, αλλά απλώς με την επίδειξη βούλησης για την επίλυσή του και την έναρξη διαπραγματεύσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, και η Αθήνα δείχνει να πελαγοδρομεί, καθώς η κυβέρνηση Μητσοτάκη και ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται πλήρως τη σημασία του κυπριακού προβλήματος και, λανθασμένα, θεωρούν ότι δηλητηριάζει τις προσπάθειες εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Επικρατεί, μάλιστα, και ένα κλίμα ωραιοποίησης της κατάστασης, με τον υπουργό Εξωτερικών να δηλώνει συχνά ότι επίτευγμά του είναι η επανέναρξη των συνομιλιών για το Κυπριακό επί θητείας του, όταν είναι γνωστό ότι ουσιαστικές συνομιλίες για το Κυπριακό δεν έχουν υπάρξει από το Κραν Μοντανά και εντεύθεν και ότι οι Πενταμερείς που συγκλήθηκαν αφορούσαν απλώς και μόνο τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης.
Οι υποστηρικτές της Τουρκίας στην Ευρώπη είναι σαφές ότι αναζητούν τρόπο για να παρακάμψουν το Κυπριακό, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια ειδική σχέση με την Τουρκία. Ας μην τους δώσουν αυτήν την ευκαιρία οι κυβερνήσεις Χριστοδουλίδη και Μητσοτάκη.