Γρ. Κωνσταντέλλος στο “Π”: Όταν η πολιτική παύει να εμπνέει

Γρ. Κωνσταντέλλος στο “Π”: Όταν η πολιτική παύει να εμπνέει

Του
ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΕΛΛΟΥ
Δημάρχου Βάρης – Βούλας – Βουλιαγμένης,
Α’ Αντιπροέδρου Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ)


Ο δημόσιος διάλογος στη χώρα μας δείχνει να έχει εισέλθει σε μια βαθιά περίοδο πολιτικής κόπωσης. Οι πολίτες παρακολουθούν ένα πολιτικό σύστημα που συχνά μοιάζει εγκλωβισμένο στη διαχείριση της φθοράς του, χωρίς να μπορεί να εμπνεύσει, να κινητοποιήσει ή να πείσει ότι διαθέτει ένα συνεκτικό σχέδιο για το μέλλον της χώρας. Η εικόνα αυτή δεν είναι ούτε συγκυριακή ούτε επιφανειακή. Αντίθετα, αντανακλά μια κρίση εμπιστοσύνης που βαθαίνει χρόνο με τον χρόνο και η οποία πλέον αποτυπώνεται με σαφήνεια τόσο στις δημοσκοπήσεις όσο και στη συνολική στάση της κοινωνίας απέναντι στην πολιτική.

Το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό προβάδισμα έναντι των αντιπάλων του. Ωστόσο, η πολιτική κυριαρχία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την κοινωνική αποδοχή. Τα ποσοστά που καταγράφονται δεν δείχνουν μια κοινωνία που πείθεται ή εμπνέεται, περισσότερο αποτυπώνουν μια κοινωνία που αδυνατεί να διακρίνει μια πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και πιο συχνά κυριαρχεί το επιχείρημα «αν όχι εμείς, τότε ποιος;». Πρόκειται για μια λογική πολιτικής αναγκαιότητας και όχι πολιτικής έμπνευσης.

Ταυτόχρονα, έχει ήδη ξεκινήσει μια συζήτηση που βασίζεται σε διλήμματα φόβου και σταθερότητας. Η έννοια της σταθερότητας είναι ασφαλώς σημαντική, ιδιαίτερα σε μια περίοδο διεθνών γεωπολιτικών και οικονομικών αναταράξεων. Όταν όμως χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο οράματος, τότε παύει να λειτουργεί δημιουργικά και μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής πίεσης. Οι πολίτες δεν αναζητούν μόνο ασφάλεια. Αναζητούν προοπτική, ελπίδα και απαντήσεις στα καθημερινά προβλήματα που τους πιέζουν ολοένα και περισσότερο.

Το υψηλό κόστος ζωής, η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση που πλήττει ιδιαίτερα τους νέους ανθρώπους, η αίσθηση αδυναμίας της Δικαιοσύνης να πείσει για την αμεροληψία και την αποτελεσματικότητά της αλλά και μια γενικότερη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς συνθέτουν ένα περιβάλλον κοινωνικής ανασφάλειας. Σε αυτό το περιβάλλον, ο πολιτικός λόγος όφειλε να είναι περισσότερο ουσιαστικός, ενωτικός και προσανατολισμένος στο μέλλον. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε συχνά έναν δημόσιο διάλογο που κυριαρχείται από τοξικότητα, προσωπικές επιθέσεις και έναν διαρκή ανταγωνισμό εντυπώσεων.

Την ίδια ώρα, η αντιπολίτευση δείχνει αδυναμία να συγκροτήσει έναν ισχυρό και αξιόπιστο εναλλακτικό πόλο εξουσίας. Το ΠΑΣΟΚ, παρότι φαίνεται να διεκδικεί τη δεύτερη θέση, δεν έχει καταφέρει να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πολιτικό αφήγημα που να πείθει ότι μπορεί να αποτελέσει κυβερνητική λύση. Η δε ευρύτερη Κεντροαριστερά εξακολουθεί να βιώνει βαθιά υπαρξιακά προβλήματα. Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και στη Νέα Αριστερά αλλά και η προαναγγελλόμενη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα υπό τον Αλέξη Τσίπρα αναμένεται να αναδιαμορφώσουν τον πολιτικό χάρτη τους επόμενους μήνες.

Παράλληλα, η πιθανή δημιουργία νέων κομμάτων, είτε από πρόσωπα που εκφράζουν κοινωνική δυσαρέσκεια, όπως η κ. Καρυστιανού, είτε από πολιτικές προσωπικότητες με ιστορικό αποτύπωμα, όπως ο πρώην πρωθυπουργός κ. Αντώνης Σαμαράς, αποδεικνύει ότι η κοινωνία αναζητά διεξόδους έξω από τα υπάρχοντα σχήματα. Το πολιτικό σκηνικό γίνεται περισσότερο κατακερματισμένο, πιο αβέβαιο και ενδεχομένως πιο δύσκολα διαχειρίσιμο την επόμενη ημέρα των εκλογών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η αβεβαιότητα για το εκλογικό αποτέλεσμα. Είναι η σταδιακή απομάκρυνση των πολιτών από την ίδια τη δημοκρατική διαδικασία. Η συμμετοχή στις εκλογές μετά βίας προσεγγίζει το 50%. Αυτό σημαίνει ότι κυβερνήσεις σχηματίζονται με την ουσιαστική πολιτική στήριξη ενός σχετικά μικρού μέρους της κοινωνίας. Και αυτή η πραγματικότητα πρέπει να μας προβληματίσει όλους, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης.

Ίσως, λοιπόν, έχει έρθει η στιγμή για μια ουσιαστική επανεκκίνηση του πολιτικού διαλόγου. Να αφήσουμε πίσω την εύκολη τοξικότητα, τις κραυγές και την καλλιέργεια φόβου. Να επιστρέψουμε στην πολιτική των επιχειρημάτων, των ιδεών και των αξιών. Η χώρα δεν έχει ανάγκη μόνο από διαχειριστές της καθημερινότητας. Έχει ανάγκη από πολιτικές δυνάμεις που θα μπορούν να εμπνεύσουν ξανά εμπιστοσύνη και συλλογική αισιοδοξία.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό συμβόλαιο, θεμελιωμένο στην αξιοπιστία, στη θεσμική σοβαρότητα, στην κοινωνική συνοχή και στην αίσθηση κοινού σκοπού. Με πολιτικές που θα δίνουν πραγματικές ευκαιρίες στους νέους ανθρώπους, που θα αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και που θα επαναφέρουν στο επίκεντρο αξίες όπως η ευθύνη, η αλληλεγγύη και η πατρίδα.

Γιατί, τελικά, οι κοινωνίες δεν προχωρούν μόνο με φόβο για το χειρότερο. Προχωρούν όταν μπορούν να πιστέψουν ξανά σε ένα καλύτερο αύριο.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ