
ΓΙΑΤΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΣΙΩΠΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ
–Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ Ή ΜΗ ΤΟΥ ΕΡΓΑΛΕΙΟΥ ΔΕΝ ΛΕΕΙ ΤΙΠΟΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ
–ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟ ΚΑΙ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΕΞΗΓΕΙ ΚΑΙ ΤΗ ΣΙΩΠΗ
Τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις, η κυβέρνηση επιμένει σε μια στάση που, εκ πρώτης όψεως, δεν βγάζει πολιτικό νόημα: Αντί να δώσει μια πλήρη, καθαρή εξήγηση για το σκάνδαλο των υποκλοπών, συνεχίζει να σιωπά. Διεξήγαγε την Εξεταστική πίσω από κλειστές πόρτες, μπλόκαρε δεκάδες μάρτυρες, ενώ όταν δύο εισαγγελείς ζήτησαν να διασταυρώσουν ποιοι από τους στόχους του Predator παρακολουθούνταν ταυτόχρονα και από την ΕΥΠ, βρέθηκαν εκτός υπόθεσης μέσα σε τρεις ημέρες.
Συνοπτικά
- Το «γιατί» πίσω από τη σιωπή
- Υποκλοπές: Μηχανισμός, όχι κίνητρο
- Η θεωρία της εθνικής ασφάλειας
- Το «αποτύπωμα» του Predator
Ανακάλυψε όλες τις λεπτομέρειες παρακάτω…
Το ερώτημα «γιατί σιωπά;» έχει δύο εύκολες απαντήσεις, μία από κάθε πλευρά. Η αντιπολίτευση λέει: Επειδή κρύβει μια παράνομη επιχείρηση κατασκοπείας των αντιπάλων της. Η κυβέρνηση αφήνει να εννοηθεί το εξής: Επειδή πρόκειται για ζητήματα εθνικής ασφάλειας που δεν συζητούνται δημόσια. Αξίζει, για μία φορά, να πάρουμε τη δεύτερη εξήγηση στα σοβαρά – όχι για να αθωώσουμε κάποιον, αλλά για να δούμε πού πραγματικά μας οδηγεί, αν την ακολουθήσουμε έως το τέλος.
Ένα επιχείρημα που πρέπει να καταρριφθεί
Η κυρίαρχη αφήγηση στηρίζεται σε έναν σιωπηρό συλλογισμό: Το Predator ήταν παράνομο, άρα η χρήση του ήταν κακόβουλη. Αυτό είναι λογικό σφάλμα. Η παρανομία του εργαλείου μας λέει κάτι για τη μέθοδο, όχι για το κίνητρο. Μια κυβέρνηση που πραγματικά κυνηγά μια διαρροή εθνικής ασφάλειας –έναν «κρότωνα» μέσα στις υπηρεσίες, μία ξένη διείσδυση– θα είχε κάθε λόγο να παρακάμψει τη νόμιμη οδό των εισαγγελικών εντολών, ακριβώς επειδή η νόμιμη οδός είναι αργή, εμπλέκει πολλούς ανθρώπους και κινδυνεύει να ειδοποιήσει τον στόχο.
Με άλλα λόγια: Το παράνομο εργαλείο είναι συμβατό και με τη διεφθαρμένη επιχείρηση και με τη νόμιμη αντικατασκοπεία. Δεν ξεχωρίζει τη μία από την άλλη. Αν θέλουμε να καταλάβουμε τι συνέβη, πρέπει να αφήσουμε στην άκρη το «ήταν παράνομο» και να κοιτάξουμε ποιοι ήταν οι στόχοι.
Η υπόθεση της αντικατασκοπείας
Υπάρχει ένα κομμάτι της λίστας στόχων που η αντιπολιτευτική κάλυψη ποτέ δεν εξέτασε σοβαρά, γιατί δεν βολεύει την αφήγηση: Οι στόχοι που δεν είναι πολιτικοί αντίπαλοι. Γιατί να παρακολουθεί κανείς τον Γενικό Διευθυντή Αμυντικών Εξοπλισμών; Τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ; Τον ίδιο τον διευθυντή ασφαλείας της ΕΥΠ και τον επιχειρησιακό υποδιοικητή της; Έναν εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος; Αυτοί δεν απειλούν καμία κυβέρνηση στις κάλπες. Απειλούν όμως –ή προστατεύουν– κάτι άλλο: Την πρόσβαση σε ευαίσθητη κρατική πληροφορία.
Και εδώ η υπόθεση της αντικατασκοπείας αποκτά πραγματικό βάρος. Το χρονικό παράθυρο των παρακολουθήσεων –2020 και 2021– δεν είναι μια τυχαία περίοδος. Είναι η περίοδος της πιο οξείας ελληνοτουρκικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών: Τον Αύγουστο του 2020, ελληνική και τουρκική φρεγάτα παραλίγο να συγκρουστούν στη Μεσόγειο. Είναι, επίσης, η περίοδος που η Ελλάδα διαπραγματευόταν το μεγαλύτερο απόρρητο εξοπλιστικό πρόγραμμα της σύγχρονης ιστορίας της – Rafale, φρεγάτες Belharra, αμυντική συμφωνία με τη Γαλλία. Ένα κράτος σε τέτοια θέση, που υποψιάζεται ότι διαρρέουν αμυντικά μυστικά, θα έστρεφε το βλέμμα του ακριβώς σε αυτούς τους ανθρώπους.
Και αυτό δεν είναι απλώς θεωρία: Η ΕΥΠ όντως τρέχει τέτοιες επιχειρήσεις. Τον Φεβρουάριο του 2026, οι στρατιωτικές αρχές συνέλαβαν αξιωματικό της Πολεμικής Αεροπορίας για κατασκοπεία, για διαβίβαση απόρρητων πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτη χώρα. Η ΕΥΠ δήλωσε ότι δούλευε την υπόθεση «εδώ και αρκετό καιρό», σε συνεργασία με το ΓΕΕΘΑ. Η αντικατασκοπεία κατά εσωτερικών διαρροών, δηλαδή, είναι υπαρκτή, θεσμική λειτουργία, όχι φαντασία. Και η τουρκική ΜΙΤ δραστηριοποιείται, αποδεδειγμένα, εντός της ελληνικής επικράτειας.
Αν σταματούσαμε εδώ, θα καταλήγαμε σε ένα άβολο για την αντιπολίτευση συμπέρασμα: Ότι, τουλάχιστον για τον πυρήνα αμυντικής και υπηρεσιακής ασφάλειας, η παρακολούθηση μπορεί να είχε μια νόμιμη αφετηρία. Δεν πρέπει να σταματήσουμε εδώ.
Μετά, η θεωρία σπάει…
…γιατί η ίδια λίστα περιέχει ονόματα που καμία λογική αντικατασκοπείας δεν εξηγεί. Έναν σατιρικό ηθοποιό. Συζύγους και στενές συνεργάτιδες υπουργών. Πολιτικούς της αντιπολίτευσης. Δημοσιογράφους του οικονομικού ρεπορτάζ. Ποια εθνική διαρροή αποτρέπεις παρακολουθώντας τον Λάκη Λαζόπουλο;
Και υπάρχουν τρία γεγονότα –όχι από εχθρικά μέσα, αλλά από την ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας Δεδομένων– που χτυπούν τη θεωρία της καθαρής αντικατασκοπείας στη ρίζα της.
Πρώτον: Η πρώτη επιβεβαιωμένη παρτίδα μολύνσεων, τον Ιανουάριο του 2021, στάλθηκε με πλαστογραφημένο τον αριθμό του ίδιου του Γρηγόρη Δημητριάδη –μία ημέρα μετά τη γιορτή του–, σε ένα ευρύ, ανάκατο σύνολο: Υπουργούς, τον πρώην Επίτροπο Αβραμόπουλο, περιφερειάρχη, τον αρχηγό της ΕΛ.ΑΣ. Έτσι δεν στήνεται ένα στοχευμένο κυνήγι «κρότωνα», έτσι στήνεται μια ευρεία, ευκαιριακή επιχείρηση μόλυνσης από κάποιον μέσα στον στενό πυρήνα του Μεγάρου Μαξίμου.
Δεύτερον: Επτά από τα μηνύματα περιείχαν τα ραντεβού εμβολιασμού των στόχων, δεδομένα που αποκτήθηκαν μέσω της νόμιμης παρακολούθησης της ΕΥΠ. Δηλαδή, το παράνομο Predator και η νόμιμη επισύνδεση λειτουργούσαν συγχωνευμένα, από το ίδιο χέρι. Τρίτον: ο μόνος στόχος του οποίου το αντικείμενο γνωρίζουμε με βεβαιότητα, ο δημοσιογράφος Θανάσης Κουκάκης, ερευνούσε τραπεζικό και οικονομικό σκάνδαλο –κάτι που δύσκολα απειλεί την εθνική ασφάλεια.
Ένας μηχανισμός, πολλά κίνητρα
Η μόνη εικόνα που χωράει όλα τα στοιχεία –και τα υπέρ και τα κατά– δεν είναι ένα κίνητρο αλλά ένας μηχανισμός. Ένα κέντρο, προσαρτημένο στο γραφείο του πρωθυπουργού, με δύο εργαλεία στη διάθεσή του, το νόμιμο και το παράνομο, συγχωνευμένα. Ένα κέντρο όπου μια γνήσια ανησυχία αντικατασκοπείας για τον αμυντικό τομέα μπορεί κάλλιστα να συνυπήρχε με τη χρήση του ίδιου οπλοστασίου εναντίον στόχων που καμία έννοια εθνικής ασφάλειας δεν δικαιολογεί.
Και εδώ φτάνουμε στο πιθανότερο συμπέρασμα – και το διατυπώνουμε με προσοχή, γιατί το αξίζει η σοβαρότητα του θέματος. Ακόμη και αν η αρχή αυτής της παρακολούθησης είχε βάσιμους λόγους, η ανεξέλεγκτη, χωρίς φραγμούς πρόσβαση που συγκεντρώθηκε στην καρδιά του μηχανισμού οδήγησε, κατά πάσα πιθανότητα, στη χρήση του και για άλλους σκοπούς. Όταν ένα τόσο ισχυρό εργαλείο τοποθετείται κάτω από τον απόλυτο έλεγχο ελαχίστων, χωρίς την παραμικρή ανεξάρτητη εποπτεία, η απόσταση ανάμεσα στο «προστατεύω το κράτος» και στο «παρακολουθώ όποιον με ενδιαφέρει» γίνεται επικίνδυνα μικρή. Δεν χρειάζεται κακόβουλο σχέδιο από την αρχή, αρκεί η απουσία ελέγχου.
Γιατί, λοιπόν, η σιωπή
Αν αυτή η ανάγνωση είναι σωστή, η επίμονη σιωπή αποκτά επιτέλους νόημα. Μια κυβέρνηση που θα είχε να επιδείξει μια καθαρή, νόμιμη επιχείρηση αντικατασκοπείας θα την υπερασπιζόταν –έστω πίσω από κλειστές πόρτες– με τους θεσμικούς τρόπους.
Μια κυβέρνηση που θα είχε μόνο μια βρώμικη επιχείρηση κατασκοπείας αντιπάλων θα προσπαθούσε απλώς να τη θάψει. Αλλά μια κυβέρνηση που έχει και τα δύο μπλεγμένα στον ίδιο μηχανισμό –λίγο νόμιμο, πολύ παράνομο, αξεχώριστα– βρίσκεται σε αδύνατη θέση: Κάθε ειλικρινής εξήγηση θα ήταν ταυτόχρονα και μια ομολογία.
Το πρόβλημα της σιωπής δεν είναι ότι κρύβει μια απάντηση. Είναι ότι αποτρέπει εμάς από το να ξεχωρίσουμε τις δύο. Κλείνοντας την Εξεταστική, μπλοκάροντας τους μάρτυρες, απομακρύνοντας τους εισαγγελείς που ζήτησαν τη διασταύρωση ΕΥΠ – Predator η κυβέρνηση δεν προστατεύει κάποιο μυστικό εθνικής ασφάλειας. Προστατεύει την αδιαχώριστη θολότητα, την αδυναμία του πολίτη να μάθει ποιες παρακολουθήσεις ήταν θεμιτές και ποιες όχι.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ανησυχητική απάντηση στο ερώτημα του τίτλου. Η κυβέρνηση δεν σιωπά επειδή έχει κάτι συγκεκριμένο να κρύψει. Σιωπά επειδή η ίδια, ενδεχομένως, δεν μπορεί πια να ξεχωρίσει –ή δεν τολμά να παραδεχθεί δημόσια– πού τελείωσε η προστασία του κράτους και πού άρχισε κάτι άλλο.
Και όσο η σιωπή κρατά, το ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο το ποιος παρακολουθήθηκε, αλλά ποιος, στην καρδιά του κράτους, απέκτησε τη δύναμη να παρακολουθεί χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν, και γιατί κανείς δεν θέλησε να του την αφαιρέσει.