Επικίνδυνο αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή

Επικίνδυνο αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή


Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ  ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.


Oι κακοί οιωνοί για την έκβαση του πρώτου γύρου των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στο Ισλαμαμπάντ διεφάνησαν όταν, αμέσως πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων, διέπλευσαν τα Στενά του Ορμούζ δύο Αμερικανικά πολεμικά, με υποτιθέμενη αποστολή την αποναρκοθέτηση, χωρίς συνεννόηση μεταξύ των δύο πλευρών.

Προφανής Αμερικανός στόχος ήταν η προβολή μια εικόνας Αμερικανικής ισχύος στη πιο διαμφισβητούμενη και στρατηγική περιοχή του πολέμου και η υποβολή στην Αμερικανική και διεθνή κοινή γνώμη της ίδιας ότι το Ιράν έχει ηττηθεί και ότι προσέρχεται ως ηττημένο στις διαπραγματεύσεις του Ισλαμαμπάντ. Προφανώς, το Ιράν δεν αποδέχεται έναν τέτοιο ισχυρισμό και μια τέτοια εικόνα.

Ακολούθησε ο Αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός των Στενών, που επισκίασε, με παρόμοια μηνύματα, τις προσπάθειες για έναν δεύτερο γύρο συνομιλιών στο Πακιστάν. Ενώ έγινε αποδεκτή η εκεχειρία, δεν ανεστάλη ο ναυτικός αποκλεισμός, που θεωρείται, δικαίως, από τη πλευρά του Ιράν ως πράξη πολέμου που παραβιάζει την εκεχειρία.

Ο ναυτικός αποκλεισμός είναι η νέα στρατηγική που εφαρμόζει στο Ιράν ο Αμερικανός Πρόεδρος Τραμπ, ως υποκατάστατο μιας άλλης πιο επιθετικής πολιτικής, που θα είχε ως στόχο την κατάληψη της νήσου Χαργκ και των Ιρανικών παραλίων στη συνέχεια, γεγονός που θα οδηγούσε σε μεγάλη αεροναυτική επιχείρηση και σε χερσαία εμπλοκή.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος πιστεύει ότι ο ναυτικός αποκλεισμός, επεκτεινόμενος και πέραν των Στενών του Ορμούζ και συνδυαζόμενος με σκληρά μέτρα οικονομικών κυρώσεων κατά του Ιράν, μπορεί να οδηγήσει το καθεστώς σε δεινή θέση και να προκαλέσει ενδεχομένως εσωτερική αποσταθεροποίηση και εξεγέρσεις. Δεν αποκλείεται στη στρατηγική αυτή να συνδυασθούν και πλήγματα που θα επιδείνωναν την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος υπολογίζει ότι ο ναυτικός αποκλεισμός που εμποδίζει το Ιράν να εξάγει το πετρέλαιο και το φυσικό του αέριο και να εισάγει βασικά αγαθά κοστίζει στο Ιράν 500 εκατ. δολάρια ημερησίως, ποσό το οποίο δεν μπορεί να αντέξει για πολύ το Ιράν. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Ιράν δεν θέτει μόνο ως όρο την άρση του αποκλεισμού ως προϋπόθεση για τη συμμετοχή του σε διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, αλλά επενδύει και στο σενάριο της δημιουργίας χάους στην περιοχή, με το σκεπτικό ότι τα Στενά, αν είναι κλειστά για το Ιράν, δεν θα είναι ανοικτά για κανέναν. Αν το Ιράν πληρώνει βαρύ οικονομικό κόστος λόγω του ναυτικού αποκλεισμού, θα πληρώσει βαρύ κόστος και η παγκόσμια οικονομία, με την ενεργειακή κρίση και την αναστάτωση των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων.

Το αποτέλεσμα αυτής της καταστάσεως είναι εμφανές στις εκατέρωθεν κατασχέσεις πλοίων στα Στενά του Ορμούζ και στο ουσιαστικό κλείσιμό τους.

Η διελκυστίνδα αυτή μεταβάλλεται σε ένα παιχνίδι αντοχής. Θα καταρρεύσει πρώτο το Ιράν κάτω από τη νέα οικονομική πίεση, που το ε­μποδίζει να έχει έσοδα και να χρηματοδοτεί το κράτος και τον πόλεμο ή οι παγκόσμιες επιπτώσεις του πολέμου και η εσωτερική αντίδραση στην πολιτική Τραμπ θα υποχρεώσουν τις ΗΠΑ να συγκατατεθούν σε μια συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου, χωρίς την επίτευξη των προβαλλομένων στρατηγικών στόχων;

Το Ιράν επέδειξε μέχρι τώρα μια πολύ μεγάλη αντοχή και ικανότητα ανταποδόσεως των πληγμάτων. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα καμφθεί και θα αναζητήσει μια ταπεινωτική συμφωνία, που θα έθετε σε κίνδυνο και το καθεστώς, πολύ περισσότερο όταν το καθεστώς μπορεί να επιδεικνύει την Αμερικανική επιθετικότητα ως αιτία για τη συνέχιση του πολέμου.

Σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ, ο Αμερικανός Πρόεδρος πιστεύει ότι μπορεί να έχει τον απαραίτητο χρόνο μέχρι να αποδώσει η νέα στρατηγική του οικονομικού στραγγαλισμού του Ιράν, που ακολουθεί. Και στην περίπτωση αυτή το αποτέλεσμα δεν είναι βέβαιο, θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθεί η παγκόσμια οικονομία και η ενεργειακή κρίση και από το πώς θα αντιδράσουν οι στρατηγικοί σύμμαχοι του Ιράν, κυρίως η Κίνα, για την εξασφάλιση εναλλακτικών δυνατοτήτων στο Ιράν. Θα εξαρτηθεί επίσης από τις αντιδράσεις κατά του πολέμου μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ.

Με τα δεδομένα αυτά και με ανοικτό πάντα το ενδεχόμενο και νέου γύρου επιχειρήσεως κατά του Ιράν, δεν μπορεί κανείς να είναι αισιόδοξος για τις προοπτικές των επιδιωκόμενων διαπραγματεύσεων στο Ισλαμα­μπάντ.
Ανοικτό παραμένει και το μέτωπο του Λιβάνου, παρά την εκεχειρία που έχει επιτευχθεί και την πρώτη συνάντηση Ισραήλ – Λιβάνου σ’ επίπεδο πρέσβεων στην Ουάσινγκτον, υπό την Προεδρία του Αμερικανικού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο. Η συνάντηση αυτή θα προετοιμάσει, υποτίθεται, νέα συνάντηση σε υψηλότερο επίπεδο, μεταξύ των ηγετών του Λιβάνου και του Ισραήλ, υπό την Προεδρία του Αμερικανού Προέδρου.

Στόχος των συναντήσεων είναι η εξομάλυνση των σχέσεων, η οποία όμως προσκρούει στο μεγάλο εμπόδιο της Χεσμπολάχ. Η τελευταία α­ντιτίθεται σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με το Ισραήλ και εξομάλυνση των σχέσεων μαζί του, εφόσον η Χεσμπολάχ υποστηρίζει τη ριζοσπαστική θέση της εξαλείψεως του Ισραήλ, όπως και το Ιράν, και καταγγέλλει την Ισραηλινή εισβολή στον Λίβανο και την κατοχή Λιβανικού εδάφους.

Το Ισραήλ, από την πλευρά του, υποδεικνύοντας την ακραία και αδιάλλακτη θέση της Χεσμπολάχ, θεωρεί τη συντριβή της ως απαραίτητο όρο για την ειρήνη στην περιοχή και τις καλές σχέσεις με τον Λίβανο. Αρνείται, για τον λόγο αυτό, να αποσύρει τα στρατεύματά του από τον Νότιο Λίβανο και έχει χαράξει μια κίτρινη γραμμή, κατά το πρότυπο της Γάζας, από την οποία δεν θα αποχωρήσει, αν δεν αλλάξει ουσιαστικά η κατάσταση με τη Χεσμπολάχ.
Διαπιστώνουμε ότι και στα δύο μέτωπα, του Ιράν και του Λιβάνου, οι προοπτικές για νέα επεισόδια πολέμου είναι ανοικτές.

Εν τω μεταξύ, η μετατόπιση του κυρίου ενδιαφέροντος προς τον πόλεμο της Μέσης Ανατολής δεν σημαίνει ότι ένας άλλος μεγάλος πόλεμος δεν εξακολουθεί να μαίνεται κοντά στην Ευρώπη, με ολοένα, άλλωστε, μεγαλύτερη εμπλοκή της τελευταίας σ’ αυτόν. Ο πόλεμος στην Ουκρανία αφορά άμεσα τις σχέσεις Ρωσίας – ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα και τις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης. Οι ΗΠΑ ακολουθούν διαφορετική πολιτική από την Ευρώπη στο Ουκρανικό και η στάση τους συμβάλλει στο να μη προσλάβει ο πόλεμος αυτός διαστάσεις που θα μπορούσαν να απειλήσουν την παγκόσμια ειρήνη. Στο πνεύμα αυτό, ασκούν πιέσεις για συμβιβαστική λύση.

Το θέμα, όμως, της Ουκρανίας στην Ευρώπη συνεδέθη και με την κοινή Ευρωπαϊκή άμυνα και τη σχετική ρήξη που επήλθε στις διατλαντικές σχέσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ για τα θέματα ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η ολοένα μεγαλύτερη εμπλοκή πολλών Ευρωπαϊκών χωρών στη στρατιωτική και οικονομική ενίσχυση της Ουκρανίας προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερες αντιδράσεις της Ρωσίας, η οποία βλέπει στην απροκάλυπτη αυτή ενίσχυση έμμεση συμμετοχή των χωρών αυτών στον πόλεμο.

Ιδιαίτερη ενόχληση προκαλεί στη Μόσχα η βοήθεια στον κρίσιμο τομέα των μη επανδρωμένων και ρομποτικών συστημάτων, που παρέχουν στην Ουκρανία ένα πλεονέκτημα πληγμάτων κατά της Ρωσίας σε στρατηγικό βάθος αλλά και σε κρίσιμους τομείς του μετώπου. Η Μόσχα έδωσε προσφάτως κατάλογο 10 Ευρωπαϊκών χωρών και 2 μη Ευρωπαϊκών (του Ισραήλ και της Τουρκίας), τις οποίες κατάγγειλε ότι παρέχουν εξαρτήματα μαχητικών drones στη Ουκρανία και άλλα σύγχρονα και καινοτόμα όπλα. Με την πράξη τους αυτή, προειδοποίησε ο Ρώσος εκπρόσωπος Τύπου, οι χώρες αυτές γίνονται νόμιμος στόχος για τη Ρωσία, γιατί συμμετέχουν στον πόλεμο εναντίον της.

Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το κλίμα στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης και φέρνει πιο κοντά μια ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ τους. Η Ρωσία διεχώριζε μέχρι τώρα το ΝΑΤΟ από την Ευρωπαϊκή Ένωση και δεν έφερνε αντίρρηση στην ένταξη της Ουκρανίας στη Ευρωπαϊκή Ένωση, αντίθετα με το ΝΑΤΟ.

Ο στρατηγικός, όμως, στόχος που έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση για αυτόνομη Ευρωπαϊκή Άμυνα, μετά τα προβλήματα με το ΝΑΤΟ και τις πολιτικές Τραμπ, άλλαξε τα δεδομένα. Η Μόσχα αντιμετωπίζει τώρα με καχυποψία και εχθρότητα και την έ­νταξη της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εφόσον και αυτή εξελίσσεται σε στρατιωτικό συνασπισμό.

Το σημαντικότερο στο θέμα αυτό είναι να αποτραπεί η σταδιακή εξέλιξη του πολέμου της Ουκρανίας και σε πόλεμο Ρωσίας – Ευρώπης.

Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή αλλά και οι γενικότερες ανακατατάξεις θέτουν σε συναγερμό και την Άγκυρα. Θέλει να αποτρέψει εξελίξεις επικίνδυνες για την ίδια, όπως θα ήταν, π.χ., μια νέα ανάφλεξη του Κουρδικού και, ταυτοχρόνως, να αποκομίσει οφέλη και να προωθήσει όσο μπορεί τα επεκτατικά της σχέδια. Έχει θέσει ως στόχο εσχάτως να προωθήσει αγωγό πετρελαίου από τη Βασόρα στο Τσεϊχάν, εκμεταλλευόμενη την αναταραχή στον Περσικό Κόλπο. Προς το παρόν, σημαντικό μέρος του πετρελαίου της Βασόρας μεταφέρεται με φορτηγά, διά ξηράς, στις ακτές της Συρίας.

Η Τουρκία ανησυχεί έντονα από τη σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ Ισραήλ, Ελλάδος και Κύπρου και, πέραν της προπαγάνδας που έχει εξαπολυθεί εναντίον του άξονα αυτού διά στόματος Χακάν Φιντάν, η Ά­γκυρα επαναλαμβάνει τη γνωστή τακτική των προκλήσεων, των παραβιάσεων και της δημιουργίας τετελεσμένων επί του πεδίου. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι νέες συνεχείς παραβιάσεις του Ελληνικού εναερίου χώρου, οι δηλώσεις περί δικαιωμάτων της Ελλάδος μόνο μέσα στα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο, η αμφισβήτηση και η καταγγελία των χαρτών που δημοσίευσε η Ελλάδα για την αλιεία στο Αιγαίο και τα θαλάσσια πάρκα και, τέλος, η πρόκληση κοντά στην Κάσο, με παρενόχληση από Τουρκική φρεγάτα Ολλανδικού πλοίου που ποντίζει καλώδιο στην περιοχή. Η Άγκυρα παρεμβαίνει αγνοώντας την Ελληνική δικαιοδοσία και παρουσιάζοντας ως δήθεν δική της θαλάσσια περιοχή, υποκείμενη στη δική της δικαιοδοσία, την περιοχή που καλύπτεται από το Τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις διεκδικήσεις της για τη «Γαλάζια Πατρίδα».

Η παθητική στάση της Ελληνικής πλευράς είναι απαράδεκτη και ενθαρρύνει, αντί να αποτρέπει και να αναχαιτίζει την Τουρκική προκλητικότητα. Η Ελλάδα δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να δίνει την εντύπωση ότι περιορίζεται μόνο στα 6 μίλια των χωρικών της υδάτων και ότι απεμπολεί τα δικαιώματά της που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.

Η Τουρκική προκλητικότητα και η αναιδής απόπειρα δημιουργίας τετελεσμένων γεγονότων επιβεβαιώνει για μία ακόμα φορά την ανάγκη μιας αποτελεσματικής Ελληνικής αποτροπής, που θα καταστήσει όνειρο απατηλό οποιαδήποτε Τουρκική προσδοκία για κατάκτηση υπεροχής ισχύος και υπαγόρευση υποχωρήσεων στην Ελληνική πλευρά. Αυτό ισχύει τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Κύπρο.

ΤΟ ΠΑΡΟΝ