
Δύσκολη η ειρήνη στη Μέση Ανατολή και ένταση των ανταγωνισμών στον Κόλπο και στην Ανατολική Μεσόγειο

Γράφει ο
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΝΕΑΡΧΟΥ
Πρέσβυς ε.τ.
Η ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αναμενόταν να υπογραφεί την Παρασκευή 19 Ιουνίου στη Γενεύη. Από τη φύση της η συμφωνία αυτή έχει προκαταρκτικό χαρακτήρα, εφόσον καίρια θέματα, όπως το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, μένουν προς διαπραγμάτευση.
Ένας από τους εμπολέμους, το Ισραήλ, έχει πολύ σοβαρούς λόγους να μην είναι ικανοποιημένος από τη συμφωνία. Ανέμενε από τον πόλεμο την κατάλυση της γεωπολιτικής ισχύος του Ιράν και την ανατροπή του καθεστώτος, αν όχι άμεσα, σ’ έναν σύντομο χρόνο, ως αποτέλεσμα της αποδυναμώσεώς του και των τεράστιων προβλημάτων που θα αντιμετώπιζε. Το Ισραήλ έχει επίσης μια διαφορετική οπτική για τον Λίβανο και θέλει να διατηρήσει την ελευθερία δράσεώς του κατά της Χεσμπολάχ.
Οι ΗΠΑ αποδέχθηκαν στην αρχή, εκ συμφώνου με το Ισραήλ, ως στρατηγικό στόχο την ανατροπή του καθεστώτος. Πίστευαν ότι το καθεστώς δεν θα άντεχε την ασκούμενη από έξω τρομακτική πίεση, με εξουδετερωμένη μάλιστα από την αρχή την πολιτική και τη στρατιωτική του ηγεσία. Το καθεστώς όμως άντεξε και αναπλήρωσε γρήγορα, μέσα από τη λειτουργία των θεσμών του, τις απώλειες στην ηγεσία του. Κατόρθωσε επίσης να απαντήσει στην εξωτερική επίθεση μ’ έναν ασύμμετρο πόλεμο, για τον οποίον είχε προετοιμασθεί από χρόνια, με μεγάλη μεθοδικότητα. Το Ιράν στήριξε την άμυνά του στο μεγάλο βαλλιστικό του οπλοστάσιο και στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στα οποία πρωτοπόρησε.
Το Ιράν δεν κατέρρευσε, επομένως και δεν συνθηκολόγησε. Αντιθέτως συνέχισε με τα μέσα που είχε την αντίστασή του και έπληξε το σύστημα ασφαλείας που είχαν αναπτύξει οι ΗΠΑ στον Κόλπο, με τη μορφή ενός μεγάλου δικτύου βάσεων και εγκαταστάσεων ραντάρ. Προχώρησε, επιπλέον, στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται το 25% του πετρελαίου και του φυσικού αερίου του κόσμου. Τόσο οι επιθέσεις κατά των φιλο-Αμερικανικών χωρών του Κόλπου όσο και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ είχαν ως στόχο να διευρύνουν τη σύγκρουση και να τη μετατρέψουν σε περιφερειακή σύγκρουση και διεθνή κρίση. Αντιδρώντας στην κατάσταση αυτή, οι ΗΠΑ επέβαλαν ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ με στόχο να στερήσουν από το Ιράν τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου και να επιτύχουν την οικονομική του ασφυξία και κατάρρευση. Η πολιτική αυτή είχε τα όριά της, γιατί οι συνέπειές της δεν αφορούσαν μόνο το Ιράν, αλλά προκαλούσαν διεθνή ενεργειακή και οικονομική κρίση.
Το εναλλακτικό σενάριο για τις ΗΠΑ ήταν μια άνευ ορίων κλιμάκωση, που θα οδηγούσε σε μαζική χερσαία επέμβαση. Η επιτυχία της τελευταίας, ανεξαρτήτως απωλειών, δεν μπορούσε να προεξοφληθεί. Η διαπίστωση αυτή ήταν εκείνη που κατέστησε μονόδρομο για τον Αμερικανό Πρόεδρο την υπογραφή μιας συμφωνίας και την αποφυγή μιας μεγαλύτερης ακόμα και επικίνδυνης εμπλοκής.
Αναλαμβάνοντας τον πόλεμο, ΗΠΑ και Ισραήλ στηρίχθηκαν πάνω σε εκτιμήσεις που αποδείχθηκαν στην πράξη έωλες, με ανέφικτους στόχους. Ενώπιον αυτής της καταστάσεως, που συνεπάγεται και διεθνή ενεργειακή και οικονομική κρίση, ο Αμερικανός Πρόεδρος έκρινε ότι δεν είχε τελικά άλλη πρακτική επιλογή από την αναζήτηση μιας διεξόδου, έστω και αν αυτή έχει μειονεκτήματα και πλήττει σε έναν βαθμό το κύρος των ΗΠΑ.
Θα ήταν βεβαίως καλύτερο να είχε αποφευχθεί ο πόλεμος, εφόσον τα δύο κύρια θέματα, τα οποία θέτει η Αμερικανική πλευρά, το πυρηνικό δηλαδή πρόγραμμα του Ιράν και το καθεστώς των Στενών του Ορμούζ, μπορούσαν να αντιμετωπισθούν διπλωματικά. Στις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, που είχαν προηγηθεί του πολέμου, οι δύο πλευρές είχαν φτάσει πολύ κοντά σε συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα. Σε ό,τι αφορά τα Στενά του Ορμούζ, αυτά ήταν ανοικτά για όλους πριν τον πόλεμο και το καθεστώς τους ήταν γενικά αποδεκτό χωρίς κανένα πρόβλημα.
Το ερώτημα που τίθεται μετά τη συνομολόγηση της προκαταρκτικής συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι αν θα υπάρξει τελική συμφωνία πάνω στα θέματα που παραμένουν ακόμη σ’ εκκρεμότητα ή αν η συμφωνία θα υπονομευθεί λόγω διαφωνιών και μονομερούς δράσεως του Ισραήλ στον Λίβανο.
Διαφωνίες και αντιδράσεις υπάρχουν ήδη και στους κόλπους της Αμερικανικής ηγεσίας. Εφόσον όμως η εναλλακτική λύση θα οδηγούσε σε μεγαλύτερο ακόμη αδιέξοδο, ο Αμερικανός Πρόεδρος θα επιμείνει λογικά στη γραμμή αυτή, ακόμη και να χρειασθεί να απειλήσει ή να αναλάβει νέους βομβαρδισμούς κατά του Ιράν.
Υπολογίζει σ’ αυτό στα πολύ σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα που θα έχει το Ιράν, τα οποία θα το παρακινήσουν να επιδείξει μετριοπάθεια και να συνεργασθεί για την ολοκλήρωση μιας τελικής συμφωνίας. Τα ανταλλάγματα είναι, κατά πρώτο λόγο, η ελευθερία εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου που θα αποκτήσει το Ιράν αμέσως μετά την υπογραφή της προκαταρκτικής συμφωνίας. Είναι, κατά δεύτερο λόγο, το ενδεχόμενο άρσεως του παγώματος πολύ σημαντικών Ιρανικών κεφαλαίων στο εξωτερικό. Είναι, κατά τρίτο λόγο, ένα ειδικό Ταμείο 300 δισ. δολαρίων για την πραγματοποίηση επενδύσεων στο Ιράν.
Τι σημαίνει για την περιοχή και ειδικότερα για το εμπόλεμο Ισραήλ η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν; Το Ιράν βγαίνει τραυματισμένο από τη σύγκρουση, αλλά όχι νικημένο. Η δοκιμασία που υπέστη και η επιβίωσή του ενισχύει, αντιθέτως, το κύρος και τη γεωπολιτική του ισχύ. Οι ΗΠΑ δεν υπέστησαν ήττα, αλλά μια μεγάλη στρατηγική αποτυχία που ισοδυναμεί με ήττα με όρους στρατηγικής επιρροής και γοήτρου. Η θέση τους στον Κόλπο αποδυναμώθηκε από την αποτυχία του να προστατεύσουν αποτελεσματικά τις βάσεις και τους συμμάχους τους. Οι προοπτικές για την αναμόρφωση της περιοχής με βάση την υπογραφή των Συμφωνιών Αβραάμ από τις χώρες της περιοχής, με πρώτη τη Σαουδική Αραβία, υποθηκεύθηκαν. Θα πρέπει να ασκηθούν πολύ σοβαρές πιέσεις από τις ΗΠΑ για να προχωρήσουν.
Το Ισραήλ επέδειξε, για μία ακόμη φορά, την ισχύ του αλλά και τα όριά του, παρά την απροκάλυπτη συμμετοχή των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά του Ιράν. Η εμμονή του να περιληφθούν και τα βαλλιστικά όπλα στη διαπραγμάτευση με το Ιράν δεν φαίνεται να ευδοκιμεί. Ασφαλώς, το Ισραήλ δεν βγαίνει ηττημένο από τον πόλεμο, όπως, όμως, και στην περίπτωση των ΗΠΑ, πλήττεται στρατηγικά από την αδυναμία του να «τελειώσει», όπως θα ήθελε, το πρόβλημα με το Ιράν. Το Ιράν παραμένει γεωπολιτικός και στρατηγικός παράγων στην περιοχή και πρόβλημα για το Ισραήλ.
Η Τουρκία ανέπνευσε βαθιά από τη μη εμπλοκή των Κούρδων στον πόλεμο του Ιράν. Συνεργαζόμενη με το Κατάρ, επεδίωξε να διαδραματίσει κάποιον ρόλο στη συνομολόγηση της ειρηνευτικής συμφωνίας. Καιροφυλακτώντας όμως, όπως πάντα, προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την κατάσταση και ιδίως το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, για να αποκομίσει σημαντικά κέρδη στον πόλεμο των ενεργειακών αγωγών και των μεγάλων εμπορικών δρόμων, επιδιώκοντας να καταστήσει στρατηγικό κόμβο την Τουρκία, σε ανταγωνισμό με το Ισραήλ και την Ελλάδα.
Η Άγκυρα ανησυχεί και ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον εμπορικό δρόμο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC), ο οποίος την αφήνει απέξω και προάγει τη θέση του Ισραήλ, της Ελλάδος και της Κύπρου. Επιδιώκει γι’ αυτό, προβάλλοντας την κοινή Μουσουλμανική ταυτότητα, να πείσει τη Σαουδική Αραβία, που έχει ρόλο κλειδί στον IMEC, να συνεργασθεί σ’ ένα εναλλακτικό σχέδιο, που θα έχει αφετηρία το Πακιστάν και θα διέρχεται μέσω Συρίας από την Τουρκία για να καταλήξει στην Ευρώπη.
Συμπληρωματικά προς την ιδέα αυτή, η Άγκυρα προτείνει την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής που θα ενώνει την Τουρκία με τις χώρες του Κόλπου μέσω Συρίας και Ιορδανίας. Προτείνει επίσης, στον τομέα της ασφάλειας, τη διαμόρφωση ενός Σουνιτικού ΝΑΤΟ με τη συνεργασία Τουρκίας, Κατάρ, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.
Η Άγκυρα, στο πλαίσιο του μεγαλεπήβολου στρατηγικού σχεδιασμού της προς κάθε κατεύθυνση, αποδίδει βεβαίως μεγάλη προτεραιότητα και σημασία στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου επιδιώκει να εγκαθιδρύσει ηγεμονία, παρεμβαλλόμενη στις στρατηγικές επικοινωνίες μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής. Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνει και τη γνωστή επιθετική και επεκτακτική πολιτική της κατά της Ελλάδος και της Κύπρου, προβάλλοντας μεταξύ άλλων το γνωστό αφήγημα για τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Η Άγκυρα είδε με μεγάλη ανησυχία τη δημιουργία πρώτα ενός Ενεργειακού Κέντρου στην Ανατολική Μεσόγειο από τους τέσσερις συμμετέχοντες στη λεγόμενη Πρωτοβουλία των Τριών (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ) συν ενός (ΗΠΑ) και την έγκριση ύστερα από την Αμερικανική Βουλή και Γερουσία ενός ψηφίσματος με τον τίτλο Eastern Mediterranean Gateway Act (Ψήφισμα για την Πύλη της Ανατολικής Μεσογείου). Το ψήφισμα υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η Ανατολική Μεσόγειος για τις ΗΠΑ και η συνεργασία στην περιοχή αυτή με τους συμμάχους των ΗΠΑ, Ισραήλ, Ελλάδα, Κύπρο.
Η Άγκυρα ανησυχεί ότι η Αμερικανική πολιτική δεν θα λάβει υπ’ όψιν τις έωλες Τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, σε βάρος της Ελλάδος και της Κύπρου, παρά τις προσπάθειες στις οποίες επιδίδεται για να παρουσιασθεί ως ένας πολύ σημαντικός εταίρος του ΝΑΤΟ τόσο για τη Μέση Ανατολή όσο και για την Ανατολική Μεσόγειο. Προτείνει γι’ αυτό τη δημιουργία δύο Νατοϊκών Στρατηγείων στην Τουρκία, αντιστοίχως στην Κωνσταντινούπολη και στην Αττάλεια. Το ένα θα αναφέρεται βόρεια και δυτικά και θα καλύπτει και το Αιγαίο. Το άλλο θα αναφέρεται Ανατολικά και ΝΑ και θα καλύπτει τη Μέση Ανατολή.
Με τα δύο αυτά Στρατηγεία, η Άγκυρα επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της και να παρουσιασθεί ως πολύ σημαντική τόσο για το ΝΑΤΟ όσο και για την Ευρωπαϊκή Ασφάλεια. Είναι ένα άλλο δείγμα της Τουρκικής επιτηδειότητας και διπλοπροσωπίας. Η ίδια επιδιώκει τη σύμπηξη ενός Σουνιτικού Ισλαμικού ΝΑΤΟ και εγείρει αξιώσεις και διεκδικήσεις σε βάρος ενός άλλου εταίρου του ΝΑΤΟ. Ζητά όμως ως αντάλλαγμα για τον υποτιθέμενο σημαντικό ρόλο της στο ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να δώσει τη συναίνεσή της για τη δημιουργία στην Τουρκία των δύο προτεινομένων Στρατηγείων.
Η Ελλάδα πρέπει επίσης να ενισχύσει τάχιστα όσο περισσότερο μπορεί την αμυντική αποτροπή και να δρομολογήσει την εφαρμογή στην πράξη των δικαιωμάτων της σύμφωνα με το διεθνές θαλάσσιο δίκαιο.